Δημουλά Κική: Aποφθέγματα - Αποσπάσματα -Έργα και Ημέρες
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Κική Δημουλά 1931 έως 2020 (89)

αναρωτιέμαι αν υπήρχε η ποίηση πριν τη δημιουργία του κόσμου και του φόβου ή τη δημιούργησε η ανάγκη μας να κρυφτούμε κάπου, μόλις υποπτευθήκαμε ότι μία σκιά μας ακολουθεί παντού, σε απόσταση αναπνοής


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

2 ποιήματα

Η Κική Δημουλά (Βασιλική Ράδου ήταν το πατρικό της όνομα), γεννήθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου του 1931 και πέθανε στις 22/2/2020 από ανακοπή. Όπως η ίδια είχε γράψει:

«Ἕνα βιογραφικὸ σημείωμα πρέπει, ἀφοῦ γραφτεῖ, νὰ μείνει ἐπ᾿ ἀρκετὸν καιρὸ κρεμασμένο στὸν ἀέρα ἀπὸ ἕνα τσιγκέλι αὐστηρότητας, ὥστε νὰ στραγγίξουν καλὰ τὰ στερεότυπα, οἱ ὡραιοποιήσεις, ἡ ρόδινη παραγωγικότης καὶ ὁ πρόσθετος ναρκισσισμός, πέραν ἐκείνου ποὺ ἐνυπάρχει στὴ φύση μιᾶς αὐτοπαρουσίασης. Μόνον ἔτσι βγαίνει τὸ καθαρὸ βάρος: τὸ ἦθος ποὺ ἐπέβαλες νὰ τηρεῖ ἡ προσπάθειά σου.

Τὰ πόσα βιβλία ἔγραψε κανείς, πότε τὰ ἐξέδωσε, ποιὲς μεταφράσεις τὰ μεταναστεύουν σὲ μακρινὲς ξένες γλῶσσες καὶ ποιὲς διακρίσεις τὰ χειροκροτοῦν εἶναι τόσο τρέχοντα, ὅσο τὸ νὰ πεῖς ὅτι μέσα σ᾿ ἕναν βαρύτατο χειμῶνα ὑπῆρξαν καὶ κάποιες μέρες μὲ λαμπρὴ λιακάδα.

Ὡστόσο, ἐπειδὴ αὐτὸ εἶναι τὸ ὑλικό της πεπατημένης, ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συνεχίσει τὴ χάραξή της μὲ συνεσταλμένες καινοτόμες ἐπιφυλάξεις.

Γεννήθηκα στὴν Ἀθήνα τὸ 1931. Ἡ παιδικὴ ἡλικία πέρασε χωρὶς νὰ ἀναδείξει τὸ «παιδὶ θαῦμα». Τὸ 1949, τελειώνοντας τὸ Γυμνάσιο, ὑπέκυψα εὔκολα στὸ «πρέπει νὰ ἐργαστεῖς», καὶ ἐργάστηκα στὴν Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἴκοσι πέντε χρόνια. Ἀνώτερες σπουδές: ἡ μακρὰ ζωή μου κοντὰ στὸν ποιητὴ Ἄθω Δημουλᾶ. Χωρὶς ἐκεῖνον, εἶμαι σίγουρη ὅτι θὰ εἶχα ἀρκεστεῖ σὲ μιὰ ρεμβαστική, ἀμαθῆ τεμπελιά, πρὸς τὴν ὁποίαν, ἴσως καὶ σοφά, ἀκόμα ρέπω. Τοῦ ὀφείλω τὸ λίγο ἔστω ποὺ τῆς ξέφυγα, τὴν ἀτελῆ ἔστω μύησή μου στὸ τί εἶναι ἁπλῶς φωνῆεν στὴν ποίηση καὶ τί εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν ποίηση, τοῦ ὀφείλω ἀκόμα τὴν πικρότατη δυνατότητα νὰ μπορῶ σήμερα, δημόσια, νὰ τὸν μνημονεύω εἰς ἐπήκοον τῆς πολυπληθοῦς λήθης.

Αὐταπαρνητική, παραχωρήθηκα στὸ ρόλο τῆς μητέρας καὶ μὲ τρυφερὴ γενναιότητα ἄκουσα νὰ προσφωνοῦμαι «γιαγιά». Κυλῶ τώρα μὲ ψυχραιμία καὶ χωρὶς βλέψεις διαιωνίσεως μέσα σ᾿ αὐτὲς τὶς νέες παρακαμπτήριες τοῦ αἵματός μου. Κυλῶ καί, ὅσο πλησιάζω στὶς ἐκβολές, ὅλο καὶ ὀνειρεύομαι ὅτι θὰ μοῦ πετάξει ἡ ποίηση ἕνα σωσίβιο ποίημα.

Δὲν νιώθω δημιουργός. Πιστεύω ὅτι εἶμαι ἕνας ἔμπιστος στενογράφος μίας πολὺ βιαστικῆς πάντα ἀνησυχίας, ποὺ κατὰ καιροὺς μὲ καλεῖ καὶ μοῦ ὑπαγορεύει κρυμμένη στὸ ἡμίφως ἑνὸς παραληρήματος, ψιθυριστά, ἀσύντακτα καὶ συγκεκομμένα, τὶς ἀκολασίες της μὲ ἕναν ἄγνωστο τρόπο ζωῆς. Ὅταν μετὰ ἀρχίζω νὰ καθαρογράφω, τότε μόνον, παρεμβαίνω κατ᾿ ἀνάγκην: ὅπου λείπουν λέξεις, φράσεις ὁλόκληρες συχνὰ καὶ τὸ νόημα τοῦ ὀργίου, προσθέτω ἐκεῖ δικές μου λέξεις, δικές μου φράσεις, τὸ δικό μου ὄργιο στὸ νόημα, ὅτι τέλος πάντων ἔχει περισσέψει ἀπὸ δικές μου ἀκολασίες μὲ ἕναν ἄλλον, ἄγνωστο τρόπο ζωῆς.

Τόσο μεταχειρισμένη καὶ ὑπηρεσιακὴ εἶναι ἡ ἀνάμειξή μου στὴ δημιουργία. Φύσει ὀλιγογράφος, ἐξέδωσα ὀκτὼ ποιητικὲς συλλογὲς μέσα σὲ σαράντα πέντε χρόνια. Ἡ σημασία τους εἶναι ἀκόμα συμβατική. Εἶναι γραμμένη στὴ λίστα ἀναμονῆς τῶν μεγάλων ἐπερχόμενων κυμάτων τοῦ μετα-κριτῆ χρόνου.»