Παλαμάς Κωστής

   ΑΡΧΙΚΗ

Παλαμάς Κωστής 1859 έως 1943 (84)

Τό μεγαλείο δέν μετριέται μέ τό στρέμμα άλλά μέ τής καρδιάς τό πύρωμα καί μέ τό αίμα.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Ο Κωστής Παλαμάς (13 Ιανουαρίου 1859 - 27 Φεβρουαρίου 1943) ήταν ποιητής, πεζογράφος, κριτικός, θεατρικό συγγραφέας, από τους σημαντικότερους λογοτέχνες, με μεγάλη συνεισφορά στην εξέλιξη και ανανέωση της Ελληνικής ποίησης. Γεννήθηκε στην Πάτρα σε μια οικογένεια λογίων, ο προπάππος του είχε ιδρύσει την Παλαμαία Σχολή και οι πρόγονοί του ήταν δάσκαλοι και σχολάρχες, ο πατέρας του δικαστικός. Εφτά χρονών ο Κωστής έχασε την μητέρα του τον Δεκέμβριο του 1864 από έναν πρόωρο τοκετό και 2 μήνες μετά τον πατέρα του από καρδιά. Θα γράψει αργότερα ένα συγκλονιστικό ποίημα για την μητέρα του με τίτλο: «Η υστερνή ματιά της». Ο Κωστής κι ο αδερφός του μεταφέρθηκαν στο Μεσολόγγι το 1867 να ζήσουν με τον θείο τους. Το 1875 πήγε στην Αθήνα να σπουδάσει νομική μα σύντομα διέκοψε τις σπουδές για να αφιερωθεί στην ποίηση και την λογοτεχνία. Από την ηλικία των 9 ετών έγραφε ποιήματα, από τα 16 είχε δημοσιεύσει σε εφημερίδες και περιοδικά, στα 18 του το ποίημα του «Μεσολόγγι» απαγγέλθηκε σε εορτασμό της επετείου της εξόδου. Το 1886 δημοσιεύτηκε η πρώτη του ποιητική συλλογή και τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε. Το 1889 βραβεύτηκε για το ποίημα «Ύμνος εις την Αθηνάν», αφιερωμένο στη γυναίκα του, με την οποία έκαναν 3 παιδιά. Το 1898 πέθανε ο 4χρονος γιος του από όγκο στο κεφάλι, το οδυνηρό αυτό γεγονός τον έσπρωξε να γράψει την συλλογή «Τάφος» με την οποία απέκτησε μεγάλη φήμη, το έργο μεταφράστηκε και σε αρκετές άλλες γλώσσες.

Από το 1897, χρονιά κατά την οποία διορίστηκε γραμματέας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, (παρέμεινε ως το 1928) ξεκίνησε να δημοσιεύει σημαντικές ποιητικές του συλλογές , όπως "Ίαμβοι και Ανάπαιστοι" (1897), "Ασάλευτη Ζωή" (1904), "ο Δωδεκάλογος του Γύφτου" (1907), "Η Φλογέρα του Βασιλιά" (1910). Το 1918 του απονεμήθηκε το Εθνικό Αριστείο Γραμμάτων και Τεχνών, ενώ από το 1926 αποτέλεσε βασικό μέλος της Ακαδημίας των Αθηνών, Έγινε πρόεδρος της Ακαδημίας το 1930. Την δεκαετία του 30 έγραψε αρκετά δοκίμια, όπως ο Γκαίτε στην Ελλάδα, Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου, τόμος 1 και τόμος 2, ενώ υπήρξε θερμός υποστηρικτής της δημοτικής και από τους πρωτεργάτες του κινήματος τον δημοτικιστών, γεγονός που είχε συνέπειες όπως την απομάκρυνση του για ένα διάστημα από το πανεπιστήμιο στο οποίο κυριαρχούσαν οι υποστηρικτές της καθαρεύουσας. Το 1934 ήταν υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας αλλά το κέρδισε ο Λουίτζι Πιραντέλλο.

Πέθανε στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 έπειτα από σοβαρή ασθένεια. Δεν έμαθε ποτέ ότι ενόσω βρισκόταν στο νοσοκομείο είχε πεθάνει και η σύζυγος του 18 μέρες πρωτύτερα, δεν του το είπαν για να μην επιβαρυνθεί η κατάστασή του. Η κηδεία του έμεινε ιστορική, καθώς μπροστά στους Γερμανούς κατακτητές χιλιάδες κόσμου τον συνόδεψαν στην τελευταία του κατοικία τραγουδώντας τον εθνικό μας ύμνο.

Η στερνή ματιά

Ο Τάφος, αποσπάσματα

Ύμνος εις την Αθηνάν

Γυμνό τραγούδι