ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Δαρβίνος 1809 έως 1882 (73)

Οι φιλίες ενός ανθρώπου είναι το καλύτερο μέτρο της αξίας του.


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Η καταγωγή

των ειδών
«Ώστε το άμεσο αποτέλεσμα του πολέμου της φύσης, που εξωτερικεύεται με λιμούς και θανάτους, είναι το πιο θαυμαστό γεγονός που μπορεί να συλλάβει η φαντασία μας: η παραγωγή τελειότερων ζώων. Δεν βρίσκεται αληθινό μεγαλείο σε αυτό τον τρόπο θεώρησης της ζωής, με τις ποικίλες δυνάμεις με τις οποίες προίκισε αρχικώς ο δημιουργός ένα μικρό αριθμό μορφών, ή ακόμη και μία μονάχα μορφή; Ενώ λοιπόν ο πλανήτης μας υπακούει στον σταθερό νόμο της έλξης και εξακολουθεί να περιστρέφεται, άπειρος αριθμός ωραίων και θαυμαστών μορφών, καταγόμενων από μια απλούστατη μορφή, δεν έπαψαν να αναπτύσσονται και θα συνεχίσουν να αναπτύσσονται ακατάπαυστα και αέναα».

Ο Κάρολος Δαρβίνος (αγγλ. Charles Robert Darwin) (12 Φεβρουαρίου, 1809 - 19 Απριλίου, 1882) ήταν Άγγλος φυσιοδίφης και γεωλόγος, θεμελιωτής της θεωρίας της εξέλιξης. Γεννήθηκε στις 12/2/1809, το πέμπτο παιδί ενός ευκατάστατου γιατρού, η μητέρα του πέθανε όταν ήταν 8 ετών. Το 1825 πήγε στο Εδιμβούργο να σπουδάσει ιατρική αλλά σύντομα εγκατέλειψε καθώς δεν άντεχε το αίμα. Το 1827 ύστερα από παραινέσεις του πατέρα του γράφτηκε στο Κέιμπριτζ για να σπουδάσει και να γίνει κληρικός, όμως δεν τον ενδιέφερε η θεολογία, περνούσε τον χρόνο του παρατηρώντας ζώα, ιδιαίτερα ψάρια και πουλιά και συλλέγοντας σκαθάρια. Ένας καθηγητής βοτανικής αναγνωρίζει το επίμονο ερευνητικό του πνεύμα και τον καλεί να συμμετάσχει ως φυσιοδίφης σε εξερευνητική αποστολή. Ξεκινήσανε τον Δεκέμβριο του 1831 και για πέντε χρόνια ταξίδεψαν στον Ειρηνικό Ωκεανό, τα νησιά Γκαλαπάγκος και την Λατινική Αμερική συλλέγοντας μανιωδώς φυσικά δείγματα, απολιθώματα, γεωλογικά υλικά, μελετώντας ζώα που δεν είχαν ξανασυναντήσει και ερχόμενοι σε επαφή με άγνωστους πολιτισμούς και ιθαγενείς. Ο Δαρβίνος κράτησε λεπτομερές ημερολόγιο, οι εμπειρίες που αποκόμισε αποτέλεσαν τη βάση για τη συγγραφή του μεγαλύτερου έργου του, την Καταγωγή των ειδών. Οι άνθρωποι ως τότε πίστευαν πως τα είδη υπάρχουν ως Θείο δημιούργημα, εξ αρχής του κόσμου, ότι παρέμεναν αναλλοίωτα, με αμελητέες διαφοροποιήσεις στο πέρασμα των αιώνων. Ο Δαρβίνος παρατήρησε ομοιότητες μεταξύ των ειδών του πλανήτη και κατέληξε στην θεωρία της φυσικής επιλογής, ότι όλα τα είδη προέρχονται από κοινούς προγόνους κι έχουν διαμορφωθεί με την πάροδο του χρόνου, ότι επιβιώνουν μέσω της διαρκούς προσαρμογής τους στις απαιτήσεις του περιβάλλοντος κι ότι η πάλη για επιβίωση δημιουργεί την διακλάδωση των ειδών.

Επέστρεψε το 1836 στην Αγγλία κι ήταν ήδη γνωστός γεωλόγος τους επιστημονικούς κύκλους. Ως το 1839 είχε προχωρήσει αρκετά την θεωρία του την οποία μοιραζόταν μονάχα με στενούς φίλους, δεν τολμούσε να δημοσιεύσει γνωρίζοντας τις αντιδράσεις που θα προκαλούσε στους κύκλους της εκκλησίας. Τελικά με 20 χρόνια καθυστέρηση, έχοντας μαζέψει όλες τις αποδείξεις που επιζητούσε, με την υγεία του κλονισμένη και ορατό τον κίνδυνο να δημοσιευτεί μια παρόμοια θεωρία από άλλον επιστήμονα, ο Δαρβίνος δημοσίευσε το μνημειώδες έργο «Η καταγωγή των ειδών», προκαλώντας πλήθος αντιδράσεως στο κατεστημένο της εποχής και προσφέροντας μια ολοκαίνουργια ματιά στην καταγωγή και την εξέλιξη του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Δαρβίνος είχε λάβει θρησκευτική ανατροφή κι υπήρξε πλήγμα για την πίστη του η διαπίστωση ότι τα είδη μεταβάλλονται και εξελίσσονται στο χρόνο, χωρίς την ανάγκη μιας θεϊκής δύναμης, χωρίς πρόνοια, χωρίς στόχο. Μετά το ταξίδι είχε γίνει αγνωστικιστής, δεν μπορούσε να συμφιλιώσει τη βία και τη μιζέρια που είχε δει με την ιδέα ενός Θεού δημιουργού. Ένα φαινόμενο που τον είχε προβληματίσει ιδιαίτερα ήταν ένα είδος σφήκας που μπορούσε να παραλύει ένας είδος κάμπιας διατηρώντας την ζωντανή για να ταΐζει με φρέσκο κρέας τα μικρά της. Η κάμπια διατηρεί πλήρως τις αισθήσεις και γνωρίζει τι της συμβαίνεις αλλά αδυνατεί να αντιδράσει, απλώς περιμένει παραλυμένη να φαγωθεί εντελώς. Πώς είναι δυνατόν ένα καλοκάγαθος Θεός, αναρωτιόταν ο Δαρβίνος, να επιβάλλει τέτοια δυστυχία σε κάποιο από τα πλάσματά του;

Από το 1838 ο Δαρβίνος σκεφτόταν τον γάμο είχε γράψει μάλιστα ένα κατάλογο με τα υπέρ και τα κατά, έγραψε ότι θα έχει έναν φίλο στα γεράματα καλύτερο από σκύλο ως προτέρημα ενώ στα μειονεκτήματα ότι πρόκειται για φοβερό χάσιμο χρόνου και χρημάτων. Παντρεύτηκε το 1839 την ξαδέλφη του κι απέκτησε δέκα παιδιά εκ των οποίων τα τρία πέθαναν σε πολύ μικρή ηλικία. Το γεγονός ότι μερικά παιδιά του ήταν ασθενικά και αδύναμα και 3 πέθαναν, τον έκανε να σκεφτεί το ενδεχόμενο η αιτία να είναι η συγγένεια που είχε με τη σύζυγό του. Από αυτές τις σκέψεις ανέπτυξε την θεωρία της γενετικής διασταύρωσης. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αν και ήταν πολύ καταβεβλημένος και ασθενικός, εκπόνησε δύο σημαντικά έργα, το «Η καταγωγή του ανθρώπου και η σεξουαλική επιλογή» το 1871 και το «Η έκφραση των συναισθημάτων στον άνθρωπο και στα ζώα το 1872». Στο πρώτο ο Δαρβίνος εντάσσει τον πίθηκο και τον άνθρωπο στο ίδιο γενεαλογικό δένδρο, ενώ στο δεύτερο υποστηρίζεται ότι η ανθρώπινη ψυχολογία είναι συνέχεια της συμπεριφοράς των ζώων και αναπτύσσεται η άποψη -που αργότερα θα επηρεάσει την εξελικτική ψυχολογία- ότι ο ανθρώπινος νους είναι αποτέλεσμα της φυσικής και σεξουαλική επιλογής. Πέθανε από μια δεύτερη καρδιακή προσβολή, το 1882 στο Ντόουν, μια μικρή αγγλική πόλη στην οποία είχε μετακομίσει από το 1842 λόγω της κλονισμένης του υγείας.