Λόρκα

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
Υπόθεση: Η Μάνα ζει με τον μονάκριβο γιο της, αφού ο άντρας και το άλλο της παιδί έχουν δολοφονηθεί από την οικογένεια των Φελίξ. Ο γιος ετοιμάζεται να παντρευτεί, η Νύφη ήταν παλιότερα αρραβωνιασμένη με τον Λεονάρντο -της οικογένειας των Φελίξ. Τη μέρα του γάμου, η Νύφη και ο Λεονάρντο που μοιράζονται ακόμα το ίδιο ερωτικό πάθος, φεύγουν μαζί και χάνονται στο δάσο. Οι οικογένειες τους αναζητούν με κατάληξη τον αλληλοσκοτωμό των δύο αντρών. Η Νύφη επιστρέφει με το αιματοβαμμένο νυφικό φόρεμα.

Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

Ματωμένος γάμος

Η αρχή

ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Πρώτη Εικόνα

Ένα δωμάτιο βαμμένο κίτρινο.
ΓΑΜΠΡΟΣ :
(Μπαίνοντας) Μάνα.
ΜΗΤΕΡΑ:
Τι;
ΓΑΜΠΡΟΣ :
Πάω.
ΜΗΤΕΡΑ:
Πού;
ΓΑΜΠΡΟΣ :
Στ' αμπέλι. (Πάει να φύγει)
ΜΗΤΕΡΑ: Περίμενε
ΓΑΜΠΡΟΣ :
Θες κάτι;
ΜΗΤΕΡΑ:
Το πρωινό σου, αγόρι μου,
ΓΑΜΠΡΟΣ :
Άσ' το. Θα φάω σταφύλια. Δώσ' μου το μαχαίρι.
ΜΗΤΕΡΑ:
Γιατί;
ΓΑΜΠΡΟΣ:
Για να κόψω σταφύλια.
ΜΗΤΕΡΑ:
(Μέσ' από τα δόντια της, ψάχνοντας το μα χαίρι)
Το μαχαίρι, το μαχαίρι... Καταραμένα να είναι όλα, κι ο αργόσχολος που το ανακάλυψε.
ΓΑΜΠΡΟΣ
Άλλαξε κουβέντα.
ΜΗΤΕΡΑ:
Και τα ντουφέκια και τα πιστόλια, και το πιο μικρό μαχαίρι, μέχρι κι οι τσάπες κι τα δικράνια του αλωνιού.
ΓΑΜΠΡΟΣ:
Καλά.
ΜΗΤΕΡΑ:
Καθετί που μπορεί κόψει το κορμί ενός άνδρα. Ενός άντρα όμορφου, με το λουλούδι του στο στόμα, που βγαίνει να πάει στα αμπέλια του και στις ελιές του, γιατί είναι δικά του, κληρονομιά του.
ΓΑΜΠΡΟΣ:
(Κατεβάζοντας κεφάλι)
Σώπα, μάνα.
ΜΗΤΕΡΑ:
Κι αυτός ο άντρας δεν γυρίζει πίσω. Ή αν γυρίσει, είναι για του βάλεις βάγια πάνω του ή ένα πιάτο αλάτι χοντρό, για μην τουμπανιάσει. Δεν ξέρω πώς τολμάς να κουβαλάς μαχαίρι πάνω σου, ούτ' εγώ πώς αφήνω το φίδι μέσα στο σεντούκι.
ΓΑΜΠΡΟΣ:
Δεν φτάνουν όσα είπες;
ΜΗΤΕΡΑ:
Κ' εκατό χρόνια να ζήσω, δεν θα μιλούσα γι' άλλο πράγμα. Πρώτα ο πατέρας σου, που μύριζε γαρύφαλλο και τον χάρηκα μόλις για τρία χρόνια. Έπειτα ο αδελφός σου. Κ' είναι σωστό και δίκιο, ένα πράγ μα τόσο μικρό, σαν το πιστόλι ή το μαχαίρι, να μπορεί να σκοτώνει έναν άντρα, που είναι ταύρος; Δεν θα 'κλεινα το στόμα μου ποτέ. Περνάν οι μήνες, κ' η απελπισία μου τρυπά τα μάτια, μέχρι τις άκρες των μαλλιών μου,
ΓΑΜΠΡΟΣ : (Δυνατά)
Θα τελειώσουμε καμμιά φορά;
ΜΗΤΕΡΑ:
Όχι. Δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Μπορεί κανείς να μου ξαναφέρει πίσω τον πατέρα σου; Τον αδελφό σου; Κ' έπειτα, η φυλακή. Τ' είν' η φυλακή; Εκεί τρώνε, εκεί καπνίζουν, εκεί παίζουν μουσική! Κ' οι νεκροί μου χορταριασμένοι, χωρίς μιλιά, σκόνη, δυό άντρες που ήταν δυό γεράνια... Οι φονιάδες στην φυλακή, φρέσκοι, κοιτάζουν τα βουνά...
ΓΑΜΠΡΟΣ :
Μήπως θες να τους σκοτώσω;
ΜΗΤΕΡΑ:
Οχι.. Αν μιλώ έτσι, είναι που.. Πως να μην μιλήσω όταν σε βλέπω να βγαίνεις απ' αυτή την πόρτα; Είναι που δεν μ' αρέσει να κουβαλάς μαχαίρι. Είναι που..., που δεν θά θελα να πηγαινες στον κάμπο.

ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ

....
ΝΥΦΗ:
Ότι έφυγα με τον άλλον, έφυγα! (Θλιβερά) Κ' εσύ θα είχες φύγει. Εγώ ήμουνα μια γυναίκα καμμένη, γεμάτη πληγές και μέσα κ' έξω, κι ο γιός σου ήταν το λιγοστό νερό, κι' εγώ απ' αυτό περίμενα παιδιά, γη, υγεία, μα ο άλλος ήταν σκοτεινό ποτάμι, γεμάτο κλαδιά, που έφερνε κοντα μου τον θόρυβο της καλαμιάς του και το τραγούδι μέσ' από τα δόντια του. Κ' εγώ έτρεχα με τον γιό σου, που ήταν σαν παιδάκι τού νερού, κρύο, κι ο άλλος μού έστελνε εκατοσταριές πουλιά που μου έκοβαν το βήμα κι άφηναν πάχνη πάνω στις πληγές μου, στις πληγές μιάς φτωχιάς, μαραμένης γυναίκας, μιάς κοπέλλας που την χάιδεψε η φωτιά. Εγώ δεν ήθελα. Άκου με καλά! Εγώ δεν ήθελα. Άκου με καλά! Εγώ δεν ήθελα. Ο γιός σου ήταν ο σκοπός μου κ' εγώ δεν τον ξεγέλασα, αλλά το μπράτσο του αλλουνού με παρέσυρε, σαν ένα χτύπημα της θάλασσας, σαν την κελιά τού μουλαριού, και θα μ' έσερνε παντοτινά, παντοτινά, παντοτινά, ακόμα κι όταν θα ζούσα κι όλα τα παιδιά του παιδιού σου θα είχαν κρεμαστεί απ' τα μαλλιά μου!
(Μπαίνει μιά γειτόνισσα)
ΜΗΤΕΡΑ:
Δεν φταίει αυτή, ούτε κ εγώ! (Σαρκαστική) Ποιός φταίει, λοιπόν; Ελαφριά, ψεύτικη, γυναίκα του κακού του ύπνου είν' εκείνη που πετάει ένα στεφάνι με άνθη πορτοκαλιάς, για να ψάξει να βρει γωνιά κρεβατιού ζεσταμένη από άλλη γυναίκα!
ΝΥΦΗ:
Πάψε, πάψε! Πάρ' εκδίκηση. Εδώ είμαι! Κοίταξε, ο λαιμός μου είναι τρυφερός. Θα κουραστείς λιγότερο απ' όσο κουράζεσαι όταν κόβεις μιά ντάλι’ από τον κήπο σου. Αλλ' αυτό όχι! Είμαι τίμια, τίμια σαν ένα νεογέννητο κορίτσι. Και δυνατή να στο αποδείξω ξω. Άναψε φωτιά. Έλα να βάλουμε τα χέρια: εσύ για τον γιό σου, εγώ για το κορμί μου. Πρώτα εσύ θα εγκαταλείψεις.
(Μπαίνει άλλη γειτόνισσα)
ΜΗΤΕΡΑ:
Κ' εμένα τι με νοιάζει η τιμιότητά μου; Τι μ' ενδια φέρει ο θάνατός σου; Τίποτα δεν με νοιάζει, τίποτα. Ευλογημένα να τα στάχυα, γιατί τα παιδιά μου είναι κάτω απ' αυτά. Ευλογημένη να η βροχή, γιατί νοτίζει το πρόσωπο των νεκρών. Ευλογημένος να 'ναι ο Θεός, που μας ξαπλώνει μαζί για να ξεκουραστούμε,
(Μπαίνει κι άλλη γειτόνισσα)
ΝΥΦΗ:
Άσε με να κλάψω μαζί σου
ΜΗΤΕΡΑ:
Κλάψε. Αλλά στην πόρτα.
(Μπαίνει η κοπελίτσα. Η νύφη στέκεται στην πόρτα. Η μητέρα βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής)
ΓΥΝΑΙΚΑ: (Μπαίνοντας και κατευθυνόμενη προς τ' α ριστερά)
ΜΗΤΕΡΑ :
Όμορφος ήταν καβαλλάρης, και τώρα μία στοίβα χιόνι. Γύριζε σε βουνά και πανηγύρια, στις αγκαλιές των γυναικών. Και τώρα , τής νυχτιάς τα βρύα το μέτωπό του στεφανώνουν.
ΜΗΤΕΡΑ:
Της μάνας ηλιολούλουδο, είσαι της γης καθρέφτης. Στο στήθος σου να βάλουνε σταυρό με πικροδάφνες, και σάβανα μεταξωτά, λαμπρά, να σε σκεπάσουν, και το νερό στα χέρια σου, τα ήσυχα, να κλάψει.
ΓΥΝΑΙΚΑ:
Αχ, παλληκάρια τέσσερα με ώμους κουρασμένους φτάνουν εδώ!
ΝΥΦΗ:
Αχ, τέσσερις λεβεντονιοί τον θάνατο κρατούνε μες στον αέρα!
ΜΗΤΕΡΑ:
Γειτόνισσες.
ΚΟΠΕΛΙΤΣΑ : (Από την πόρτα).
Τώρα τους φέρνουν,
ΜΗΤΕΡΑ:
Το ίδιο πράγμα, Σταυρός. Σταυρός.
ΓΥΝΑΙΚΕΣ:
Καρφιά γλυκά, σταυρός γλυκός, και όνομα γλυκό: Χριστός.
ΝΥΦΗ:
Να φυλάγει ο σταυρός ζωντανούς και πεθαμένους.
ΜΗΤΕΡΑ:
Γειτόνισσες: μ' ένα μαχαίρι, μ' ένα μαχαιράκι, την μέρα την σημαδιακή, ανάμεσα στις δυο και τρεις, σκοτώθηκαν οι δύο άντρες για την αγάπη. Μ' ένα μαχαίρι, μ ένα μαχαιράκι, στο χέρι μόλις που χωρά, αλλά που φτάνει μέχρι τις τρομαγμένες σάρκες, και σταματά στο μέρος, όπου κουβαριασμένη η μαύρη ρίζα τρέμει του βογγητου.
ΝΥΦΗ:
Και τούτο είν ένα μαχαίρι, είν' ένα μαχαιράκι,
στο χέρι μόλις που χωρά, ψάρι χωρίς τα λέπια, χωρίς ποτάμι, αλλά την μέρα την σημαδιακή, ανάμεσα στις δυό και τρεις, με τούτο το μαχαίρι, δυό άντρες δυνατοί, σωριάστηκαν με κίτρινα τα χείλη.
ΜΗΤΕΡΑ:
Και μόλις που χωρά στο χέρι, μα παγερό βυθίζεται στις τρομαγμένες σάρκες, και σταματά εκεί, στο μέρος όπου τρέμει του βογκητού η μαύρη ρίζα η κουβαριασμένη.

(Οι γειτόνισσες, γονατισμένες στο πάτωμα, κλαίνε)

ΑΥΛΑΙΑ

ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ:
ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΤΣΟΥ