ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


Το έργο είναι ένας ύμνος στον έρωτα και την ελευθερία και ταυτόχρονα ένα δριμύ κατηγορώ στην καταπίεση.Υπόθεση: Τέσσερις γενιές γυναικών ζουν κάτω από τη σκιά της πατριαρχικής καταπίεσης σε μια αγροτική περιοχή της Κρήτης, όταν οι γονείς πεθαίνουν, η μεγαλύτερη κόρη, αναλαμβάνει τον ρόλο του εξουσιαστή, προσπαθώντας να ελέγξει της ζωές και την τύχη των αδερφών της, όμως μια εξ αυτών θα επαναστατήσει αναζητώντας τον έρωτα και την ανεξαρτησία.

ΛΙΛΗ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Η ΑΓΑΠΗ ΑΡΓΗΣΕ ΜΙΑ ΜΕΡΑ

(Απόσπασμα)

Η σιωπή βασίλευε στην περιοχή τόσο που φαινόταν ακατοίκητη μες στοφθινοπωρινό σούρουπο ντυμένο στα ρόδινα ως πορτοκαλιά —αραχνοΰφαντες μουσελίνες που πλέανε στο κενό ξεκολλημένες από τονουρανό. Τα θεριεμένα δέντρα, θάμνοι και λουλούδια όλα προμηνύματαεγκατάλειψης ακατάστατα φυτρωμένα, δημιουργούσαν έναν φράχτη πουαπόκοβε τη θλιβερή μουδιασμένη κωμόπολη από το μισοκρυμμένο σιωπηλόσπίτι των Φτενούδων. Παραμερίζοντας την πυκνή πρασινάδα στο μονοπάτιπου οδηγούσε στη μισάνοιχτη καγκελένια είσοδο μπορούσες ν’ αντιληφθείςαθέατος δύο ή τρεις σκοτεινές κι αθόρυβες φιγούρες μάλλον γυναικείες ναπηγαινοέρχονται με μπαμπακένια βήματα στον εξώστη του σπιτιού. Δενήξερες αν ήταν τρεις ή μία και η σκιά της, τόσο ίδιες, παμπάλαιες, σανξεθωριασμένες φωτογραφίες κάποιων που δεν ζουν τώρα και δεκαετίες.Μέσα από τη χαμηλοτάβανη κουζίνα του πάλαι ποτέ διώροφου αρχοντικούακουόταν ο θόρυβος μιας αναπνοής που αγωνιζόταν να επαναληφθεί. Ηαχαμνή φωτιά του τζακιού όπου σιγόκαιγαν λιγνά ξυλαράκια καιθαμνόκλαδα έδινε εφιαλτικά σχήματα στα αντικείμενα που περιβάλλανε τηγριά που ξεψυχούσε. Το λαμπιόνι των δεκαπέντε κηρίων απαγορευόταν —κατ’ εντολήν της ετοιμοθάνατης — ν’ ανάψει πριν πήξει το σκοτάδι έξω.Οι τρεις άλλες, ανάστατες, ψιλοκουβέντιαζαν στην αυλή. Ο γιατρόςομολόγησε πριν λίγο λυπημένος στην Εργίνη ότι η κυρία Ασπασία δεν θαζούσε πέρα από ένα εικοσιτετράωρο το πολύ. «Τα χρόνια, βλέπετε, δενβοηθούνε».

Η Εργίνη με κοψιά και στήσιμο μόνιμου λοχία τον κεραυνοβόλησε με τοβλέμμα για τη διπλή βλασφημία. Πρώτον η Ασπασία είναι δεσποινίς, αλλάκαι για τον υπαινιγμό της ηλικίας που ήταν απαράδεκτος. Πάει εκείνος οπαλιός οικογενειακός τους γιατρός που σεβότανε τον άγραφο νόμο νααναφέρονται ηλικίες και ημερομηνίες γέννησης γιατί φυσικά ήτανμεγαλύτερος και από τον μακαρίτη τον πατέρα τους. Τι να περιμένεις απ’αυτούς τους ανίδεους νέους επιστήμονες; Λες κι είναι δυνατό να χαθεί ηαδελφή Ασπασία σαν να ’ταν ο πρώτος τυχών. Ποιος θ’ αποφάσιζε για τηνκαθημερινή ζωή των τριών αδελφών και ποιος θα εμφανιζόταν σανεπίσημος εκπρόσωπος της οικογένειας Φτενούδου. Κοίταζε καταθυμωμένητην έξοδο απ’ όπου έφυγε πριν λίγο ο γιατρός, αγανακτισμένη για τηνιεροσυλία που ξεστόμισε. Ποια ήταν η Ασπασία για να πεθάνει όπως όλοι;Η Ασπασία που τη σεβόταν όλο το Νεοχώρι και που διετέλεσε μέλος τηςεπιτροπής προστασίας του ιστορικού ναού της Παναγιάς της Φερμαλίνας.Βέβαια τον ίδιο κλονισμό είχαν ζήσει και με το θηριώδη πατέρα πού, αφούαρρώστησε, τις βεβαίωνε τότε η Ασπασία πως ένας Φτενούδος δενπεθαίνει έτσι έτσι και πως θα νικούσε καθώς κι ο Διγενής το Θάνατο σταμαρμαρένια αλώνια. Ένας άρχοντας Φτενούδος δεν πεθαίνει εύκολα γιατίπροσβάλλεται ή Φύση. Και είχε δίκιο γιατί έμεινε μήνες κρεβατωμένος,αλλά κανείς δεν έμαθε από τι έπασχε. Όσες φορές του πρότεινε η μητέρα,μ’ όλο το σεβασμό, να καλέσουν γιατρό, εκείνος γαύγιζε σαν μανιασμένοσκυλί, δείχνοντας μέσ’ από τ’ αγκαθωτά άσπρα γένια του τα βρώμικακίτρινα δόντια του, «δεν χρειάζομαι κανένα χαραμοφάη να μου παραστήσειτον πολύξερο. Εγώ ξέρω πότε θα σηκωθώ», φώναζε φτύνοντας ματωμένασάλια.

Δεν σηκώθηκε ωστόσο ποτέ. Οι κόρες του, σίγουρες για την παντοδυναμίατου, αναστατώθηκαν όταν φώναξε η μάνα τους, «ο πατέρας σας πέθανε».Έτρεξαν όλες κι έσκυψαν πάνω από το ακίνητο πτώμα, βέβαιες ότιαντίκρυζαν μια ανωμαλία της ζωής. Στα μάτια ολονών τους διάβαζες τηνίδια απορία: ώστε πεθαίνει ένας φοβερός Φτενούδος;

Δυσκολεύτηκαν για καιρό να παραδεχτούν το θάνατό του. Όχισυναισθηματικά. Καθόλου. Ούτε τους ζήτησε ποτέ αγάπη ούτε τούςπρόσφερε άλλο από την τρομάρα. Και τώρα τρόμαζαν για την ανατροπή του.Τον ξέρανε πανίσχυρο κι ανάλγητο και πολύ καιρό μετά το θάνατό τουκοψοχολιάζανε μπας και κάποια στιγμή εκτιναχτεί από τον τάφο του —καθώς του άναβαν το καντήλι — και τους ζητούσε το λόγο, για το πώςόντας κατώτερές του τολμούσαν να επιζούν με τέτοιο θράσος και υγείαπροσβάλλοντας τον ανίκητο πατέρα. Δυσκολεύτηκαν πολύ να συνηθίσουνστην ιδέα πως δεν θα χρειαζόταν να λογοδοτήσουν γιατί επιζούσανυπερβαίνοντας την εξουσία του αψηφώντας τον.

Ζήλευαν τη μάνα τους την Εριφύλη που αποδέχτηκε νηφάλια το θάνατότου. Φοβότανε σίγουρα και κείνη τη συνάντησή της με τον Θεό για τομεγάλο της αμάρτημα που δεν εξομολογήθηκε ποτέ. Αλλά πίστευε πως οινεκροί δεν αισθάνονται σαν τους κακόμοιρους τους ζωντανούς και πως ηίδια δεν θα φοβόταν πια τίποτα και κανέναν όσο τον Μιχαήλο Φτενούδο επίσαράντα τρία τόσα χρόνια αγέλαστα και τρομοκρατημένα, με την ψυχήωστόσο γεμάτη περιφρόνηση κι αφού του γέννησε εννιά παιδιά, τρεις γιουςκαι έξι θυγατέρες σύμφωνα με τα χαρτιά….

(1994) Η αγάπη άργησε μια μέρα,
Εκδόσεις Αλεξάνδρεια


Από τη Μήδεια στη Σταχτοπούτα,
Η ιστορία του φαλλού».
απόσπασμα
«Γυναίκες μιλώ, ακούστε. Να σας σερβίρω ένα βασιλόπουλο είναιαδύνατο φυσικά. Εκείνο όμως που μπορώ να κάνω για σας, είναι νασκοτώσω το βασιλόπουλο. Και τη Σταχτοπούτα. Αυτή η ξεφτιλισμένη,αυτή η δούλα, που δεν έχει ίχνος περηφάνιας και ρεαλισμού, αα, δε μουξεφεύγει...
Τα παραμύθια είναι οι καθρέφτες κάθε εποχής. Το τέ «λος τηςμητριαρχικής εποχής έφτιαξε το μύθο της Μήδειας. Στον σφύζοντα απόανδρική ισχύ πατριαρχικό κόσμο των δύο τελευταίων αιώνων ξεπήδησεη αθλιότης της Σταχτοπούτας που δεν περίμενε ούτε κατά διάνοιαν τοβασιλόπουλο, να όμως που της προέκυψε.»
«Άκου Παράδεισος! Χωρίς στέγη, χωρίς νερό, χωρίς ένδυμα και τοφοβερότερο χωρίς φίλο. Τα υπέρτατα αγαθά, φιλία, αγάπη,εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη, όλα τα πρώτης ανάγκης ανθρώπινα ήταν οιμεγάλοι απόντες από τον θαυμαστό Παράδεισο του τραγικού Αδάμ, μεμοναδική παρουσία μίας Εύας πανούργας, αδίστακτης καιπεριφρονητικής για τον δειλό Αδάμ που υποχρεώνεται να αναγνωρίσειπατρότητα στο πρώτο νόθο παιδί της χριστιανικής κοινωνίας.»