ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Πωλ Γκωγκέν 1848 έως 1903 (55)

Η ζωή είναι ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Πόσο λίγος χρόνος για να προετοιμαστείς για την αιωνιότητα!


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΓΚΩΓΚΕΝ ΠΙΝΑΚΕΣ



Ο Πωλ Γκωγκέν (Eugène Henri Paul Gauguin, Παρίσι, 7 Ιουνίου 1848 – Μαρκησίες νήσοι , 8 Μαΐου 1903) υπήρξε ένας αξιοσέβαστος αστός οικογενειάρχης που εγκατέλειψε δουλειά, βόλεψη και οικογένεια για να ζήσει στην απόλυτη φτώχεια και κοντά στην τρέλα και την κατάθλιψη κυνηγώντας το πεπρωμένο του. Έγινε ένας από τους πλέον σημαντικούς ζωγράφους όλων των εποχών. Γεννήθηκε στο Παρίσι στις 7 Ιουνίου του 1848, από γάλλο πατέρα και περουβιανή μητέρα. Ο πατέρας του κατηγορήθηκε ως εχθρός του Ναπολέοντα και το 1849 όλη η οικογένεια ξεκίνησαν για το Περού. Στο ταξίδι ο πατέρας του πέθανε, η υπόλοιπη οικογένεια έφτασε στην Λίμα όπου έμειναν για 6 χρόνια. Επέστρεψαν στην Γαλλία το 1855 και εγκαταστάθηκαν στην Ορλεάνη. Δέκα χρόνια μετά, έχοντας λάβει την βασική εκπαίδευση, ο Πωλ κατατάχθηκε στο Γαλλικό ναυτικό. Το 1867 πέθανε η μητέρα του και το 1870, την χρονιά που τελείωσε ο Γαλλοπρωσικός πόλεμος, εγκατέλειψε το ναυτικό και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι όπου ξεκίνησε να εργάζεται με επιτυχία ως χρηματιστής, βγάζοντας αρκετά χρήματα. Παράλληλα ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Το 1873 παντρεύεται την Δανή Μέτε Γκαντ με την οποία αποκτήσανε 5 παιδιά σε 10 χρόνια. Όσο περνάει ο καιρός, ο Γκωγκέν δυσανασχετεί με την ανιαρή δουλειά του και ενθουσιάζεται με την ζωγραφική. Κάποια στιγμή παραιτείται για να αφοσιωθεί στην ζωγραφική. Αυτή η απόφαση πέφτει στον σπίτι του σαν βόμβα καθώς δεν έχουν άλλα εισοδήματα. Όταν τελειώνουν οι οικονομίες τους, το 1884, αναγκάζονται να πάνε στην Κοπεγχάγη όπου μένουν οι συγγενείς της γυναίκας του. Εκεί κάνει μια προσπάθεια να εγκλιματιστεί και να δουλέψει σε κανονική δουλειά, ανέλαβε να φιλοτεχνεί τις κουκούλες των πλοίων μιας εταιρείας, όμως και πάλι δεν είναι ευχαριστημένος. Δεν τον ενδιαφέρει αυτή η ζωή. Το 1885 εγκαταλείπει παιδιά και γυναίκα και χωρίς να κοιτάξει πίσω, πηγαίνει στο Παρίσι για να γίνει ζωγράφος.

Ύστερα από έναν πολύ δύσκολο χειμώνα στο Παρίσι όπου ζούσε ζωγραφίζοντας και με ελάχιστα έσοδα εργαζόμενος περιστασιακά ως αφισοκολλητής, πήγε στην Βρετάνη όπου η ζωή ήταν φτηνότερη. Εκεί η τέχνη του ωρίμασε και ξέφυγε από τον ιμπρεσιονισμό, ανέπτυξε μια προσωπική τεχνοτροπία που την περιγράφει ως έξης: «Δεν μ’ ενδιαφέρει η χρωματική απομίμηση της φύσης… Δεν υπάρχει υπερβολή στην τέχνη. Πιστεύω ότι η σωτήρια στην τέχνη βρίσκεται μόνο στην ακρότητα…». Οι πίνακες του τραβούν το ενδιαφέρον αλλά δεν πουλάνε, έχει μόνιμο πρόβλημα επιβίωσης, βρίσκεται συχνά χωρίς τροφή και χωρίς στέγη. Απογοητευμένος, τον Απρίλιο του 1887, ταξιδεύει μέχρι τον Παναμά ελπίζοντας σε οικονομική βοήθεια από τον κουνιάδο του. Δεν βρίσκει στήριγμα παρά ένα εχθρικό περιβάλλον, αναγκάζεται να δουλέψει εργάτης στην διάνοιξη του Παναμά για να εξοικονομήσει χρήματα και ν’ αναχωρήσει για την γαλλική αποικία της Μαρτινίκας. Εκεί νιώθει να βρίσκει τον παράδεισο όμως προσβάλλεται από ελονοσία και περνάει δύσκολες μέρες, αναγκάζεται τον Νοέμβριο να επιστρέψει στην Γαλλία. Φιλοξενείται σε ένα φιλικό σπίτι όπου γνωρίζει τον Βαν Γκόνγκ καθώς και τον αδερφό του Τεό ο οποίος είναι έμπορος τέχνης και δείχνει κάποιο ενδιαφέρον στα έργα του, κατάφερε μάλιστα να πουλήσει μερικά από αυτά. Τον Φεβρουάριο του 1888 ο Βαν Γκογκ μετακομίζει στην Αρλ και τον καλεί να συγκατοικήσουν στο κίτρινο σπίτι όπου ήθελε να δημιουργήσει ένα κέντρο τέχνης. Έμειναν και δούλεψαν μαζί για 9 εβδομάδες μέχρι μια θυελλώδη σύγκρουση κατά την οποία ο Βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του και το έστειλε δώρο σε μια νεαρή πόρνη. Κάποιοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι ο Γκωγκέν ήταν που του έκοψε το αυτί αλλά το κράτησαν μυστικό για να μην μπλέξει με την δικαιοσύνη. Εγκατέλειψε την Αρλ εσπευσμένα, απογοητευμένος και σε μόνιμο οικονομικό αδιέξοδο, εγκαταλείπει το 1891 την Ευρώπη και εγκαθίσταται στην Ταϊτή (γαλλική Πολυνησία). Οι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι οι ιθαγενείς των κατακτημένων χωρών είναι βάρβαροι και απολίτιστοι, ο Γκωγκέν γοητεύεται από τα ήθη και τα έθιμα τους, την ελευθερία των σχέσεων τους, την απουσία εκμετάλλευσης του ενός προς τον άλλον. Η αποικιοκρατία εκφυλίζει τάχιστα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής κι εκείνος αναγκάζεται να προχωρήσει προς τα ενδότερα του νησιού προς αναζήτηση του πρωτογονισμού. Ούτε εκεί ήταν εύκολη η ζωή καθώς δυσκολευόταν να δουλέψει για τα προς το ζην. Ζωγράφιζε όμως ασταμάτητα και επέστρεψε ύστερα από δύο χρόνια, στην Γαλλία με αρκετούς πίνακες με θέματα από την ζωή στην Ταϊτή. "Αναχωρώ, κατά δύο χρόνια γηραιότερος, νεότερος κατά είκοσι, ακόμη πιο βάρβαρος από όσο ήμουν όταν έφτασα κι εντούτοις πιο μορφωμένος" είπε για την αναχώρηση του από την Ταϊτή. Έκανε 2 εκθέσεις στο Παρίσι που ναι μεν δεν είχαν μεγάλη επιτυχία αλλά του προσκόμισαν κάποια χρήματα. Το 1895 επιστρέφει στην Ταϊτή, ζωγραφίζει πυρετωδώς, έχει συντροφιά μια νεαρή μιγάδα, εξακολουθεί να ζει μέσα στην ανέχεια και με προβλήματα υγείας. Το 1898 κάνει μια απόπειρα αυτοκτονίας όταν μαθαίνει πως έχει πεθάνει η κόρη του, την οποία δεν είχε ξαναδεί από τότε που είχε αφήσει την Κοπεγχάγη. Το 1901, μετά από μια παροδική καλυτέρευση της υγείας του, πηγαίνει σε πιο πρωτόγονα μέρη, συγκεκριμένα στις Μαρκησίες νήσους. Ζει σε μια απομακρυσμένη καλύβα εντελώς αφημένος, τρώει ότι βρίσκει και ότι του πηγαίνουν οι ιθαγενείς οι οποίοι τον ονομάζουν "ο τρελός λευκός", ζωγραφίζει ακατάπαυστα όπου βρίσκει, ακόμη και σε κομμάτια ξύλου. Το 1903 θα μιλήσει ενάντια στην αποικιοκρατική πολιτική και θα καταδικαστεί σε τρίμηνη φυλάκιση από την -αποικιοκρατική- διοίκηση του νησιού. Η υγεία του έχει επιδεινωθεί πολύ, μεταξύ άλλων έχει σύφιλη και πάσχει από εθισμό σε διάφορες ουσίες και αλκοόλ, μία μέρα προτού μπει στην φυλακή για να εκτίσει την ποινή του, στις 8 Μαΐου του 1903, πεθαίνει από υπερβολική δόση μορφίνης και πιθανόν καρδιακή προσβολή.