ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Καρυωτάκης 1896 έως 1928 (32)

Μικράν, μικράν, κατάπτυστον ψυχήν έχουν αι μάζαι, ιδιοτελή καρδίαν και παρειάν αναίσθητον εις τους κολάφους.


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.

Κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις

που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,

δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά

—πόσος καιρός!— τα χάιδεψες μια νύχτα·

και σα ν’ ακούς εντός σου να σαλεύει

μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό

οι θύμησες στα περασμένα γύρω·

και θ’ ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε

και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν —ήλιοι χλωμοί—

το φως στο χιόνι της καρδιάς και λιώνει,

οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες,

οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί…


Ο Κώστας Καρυωτάκης Γεννήθηκε στην Τρίπολη Αρκαδίας το έτος 1896. Ήταν δευτερότοκο παιδί του νομομηχανικού Γεωργίου Καρυωτάκη, με καταγωγή από τα Χανιά, και της Αικατερίνης Σκάγιαννη από την Τρίπολη. Είχε μία αδελφή ένα χρόνο μεγαλύτερή του και έναν αδελφό μικρότερο. Λόγω της εργασίας του πατέρα του, η οικογένειά του αναγκαζόταν να αλλάζει συχνά τόπο διαμονής. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη Λευκάδα, το Αργοστόλι, τη Λάρισα, την Πάτρα, την Καλαμάτα, την Αθήνα (1909-1911) και τα Χανιά. Αποφοίτησε το 1913 από το 1ο Γυμνάσιο Χανίων με βαθμό «λίαν καλώς». Από νεαρή ηλικία, περίπου δεκαέξι ετών, δημοσίευε ποιήματά του σε παιδικά περιοδικά. Το 1917 τελειώνει τη νομική και απολύεται ο πατέρας του ως αντιβενιζελικός. Το 1919 επιστρατεύθηκε αλλά πήρε αναβολή λόγω υγείας, διορίστηκε ως υπουργικός γραμματέας και εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή, "Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων". Η δεύτερη συλλογή του, υπό τον τίτλο Νηπενθή, εκδόθηκε το 1921, ενώ το 1922 εργάζεται στην Νομαρχία Αθηνών. Εκεί εργάζεται και η Μαρία Πολυδούρη, μεταξύ τους αναπτύχθηκε ένας σφοδρός έρωτας τον οποίο ο Καρυωτάκης στάματησε αναπάντεχα και για άγνωστους λόγους. Το 1923 διορίστηκε στο Υπουργείο Υγιεινής, το 1926 ταξίδεψε στη Ρουμανία, το 1927 εξέδωσε την ποιητική συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες». Το 1928 αποσπάσθηκε στην Πάτρα, αλλά αμέσως έφυγε για ταξίδι στο Παρίσι και μετά την επιστροφή του μετατέθηκε στη Νομαρχία Πρέβεζας. Στις 21 Ιουλίου 1928 ο Καρυωτάκης πήγε στο παραλιακό καφενείο «Ο Ουράνιος Κήπος» όπου παρήγγειλε και ήπιε μια βυσσινάδα που έκανε 5 δραχμές. Ζήτησε ένα τσιγάρο να καπνίσει και μια κόλλα χαρτί όπου έγραψε τις τελευταίες σημειώσεις του, οι οποίες βρέθηκαν στην τσέπη του. Άφησε στο τραπέζι 80 δραχμές, περπάτησε για μισό χιλιόμετρο ως την θέση Βαθύ, ξάπλωσε κάτω από έναν ευκάλυπτο και αυτοκτόνησε πυροβολώντας την καρδιά του.

Η επιστολή που βρέθηκε στον Καρυωτάκη μετά την αυτοκτονία του:
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερό μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές (!!!), είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη. [Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».