Βιογραφία
Η Μυρτιώτισσα (1885-1968, λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Θεώνης Δρακοπούλου), ήταν Ελληνίδα ποιήτρια. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολης όπου ο Πατρινός πατέρας της εργαζόταν ως διπλωμάτης. Όταν εκείνη ήταν 6 ετών ο πατέρας της διορίστηκε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στην τουρκοκρατούμενη τότε Κρήτη, όπου έζησαν για 2 έτη. Μετά εγκαταστάθηκαν οριστικά στην Αθήνα, η Θεώνη φοίτησε στη Σχολή Χιλλ της Πλάκας. Από μαθητική ηλικία είχε κλίση προς την ποίηση και το θέατρο και πήρε μέρος σε ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίου δράματος. Αναγκάστηκε να διακόψει την ενασχόληση της με το θέατρο, λόγω αντίδρασης της οικογένειάς της. Παντρεύτηκε τον μακρινό της ξάδερφο Σπύρο Παππά ο οποίος ήταν διπλωμάτης διορισμένος στο Παρίσι. Έφυγε μαζί του για την πρωτεύουσα τις Γαλλίας, εκεί συνέχισε τις δραματικές σπουδές της (Κρατική Δραματική Σχολή), και απέκτησε ένα γιο το Γιώργο, ωστόσο σύντομα χώρισε και επέστρεψε στην Ελλάδα.Ξεκίνησε να εργάζεται ως καθηγήτρια απαγγελίας στο Ωδείο Αθηνών και γνωρίστηκε με τον Λορέντζο Μαβίλη ο οποίος αποτέλεσε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της. Ο Μαβίλης σκοτώθηκε στην μάχη του Δρίσκου το 1912 και η Μυρτιώτισσα συντετριμμένη, στράφηκε στην ποίηση για να εκφράσει τον πόνο της. Το 1919 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Τραγούδια». Σημαντική στάθηκε για τη ζωή της η γνωριμία και φιλία της με τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος υπήρξε καθοδηγητής της. Η ποίηση της Μυρτιώτισσας κυριαρχείται από έντονο λυρισμό, ενώ συχνά θέματά της είναι η φύση, ο έρωτας και ο θάνατος. Τιμήθηκε με κρατικά βραβεία ποίησης (το 1932 για τα «Δώρα της αγάπης» και το 1939 για τις «Κραυγές»). Μεγάλη θλίψη γνώρισε κα με τον πρόωρο χαμό του γιου της, Γιώργου Παππά το 1958, ο οποίος ήταν καταξιωμένος θεατρικός ηθοποιός. Η Μυρτιώτισσα εξέδωσε το βιβλίο « Ο Γιώργος Παππάς στα παιδικά του χρόνια'» το 1962. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στην Αθήνα την Κυριακή 4 Αυγούστου του 1968.
Η ίδια είχε γράψει για την ζωή της:
[....] Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο. Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά-σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα.