Βιογραφία
Ο Σααμπάν Ρόμπερτ (Shaaban Robert, 1909-1962) ήταν Τανζανός ποιητής, συγγραφέας και στοχαστής, θεωρείται από πολλούς ως ο σπουδαιότερος συγγραφέας της γλώσσας σουαχίλι.Γεννήθηκε την 1η Ιανουαρίου 1909, στο μικροσκοπικό χωριό Vibamba νότια της πόλης Tanga στην υπό γερμανική κατοχή τότε, Ανατολική Αφρική. Δεν είναι πολλά γνωστά για την παιδική του ηλικία, έχει διαδοθεί πως το όνομα Ρόμπερτ δόθηκε ύστερα από απαίτηση του Γερμανού εργοδότη του πατέρα του, ο οποίος ονομαζόταν Ρόμπερτ.
Από το 1922 έως το 1926 εκπαιδεύτηκε στην πρωτεύουσα Νταρ ες Σαλάμ και έλαβε απολυτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο πλαίσιο του τότε βρετανικού αποικιακού εκπαιδευτικού συστήματος καθώς η βρετανοί είχαν εκδιώξει μέχρι τότε τους γερμανούς.
Ο Σααμπάν εργάστηκε σε διάφορες θέσεις ως δημόσιος υπάλληλος της αποικιακής κυβέρνησης όπως στο Τμήμα Φόρου Εισοδήματος, στο τμήμα Άγριας Ζωής, σε γραφείο έρευνας και έζησε σε πολλές διαφορετικές περιοχές της χώρας. Έγινε γνωστός για την ποίησή του, ωστόσο έγραψε επίσης βιογραφίες δοκίμια και μυθοπλασίες. Μεγάλη επιτυχία γνώρισε η βιογραφία της τραγουδίστριας Siti binti Saad η οποία ήταν διάσημη σε όλη την Ανατολική Αφρική και μέχρι την Ινδία, με χαρακτηριστικό της βιογραφίας , την ευαισθησία που επέδιξε και την υποστήριξη του στον αγώνα της τραγουδίστριας για τα δικαιώματα των γυναικών σε μια ανδροκρατούμενη ισλαμική κοινωνία.
Στα έργα του περιέγραψε μεταξύ άλλων τη διαδικασία ανάπτυξης τόσο της ατομικής όσο και της εθνικής αυτοδυναμίας σε ένα αποικιακό καταπιεστικό καθεστώς. Ο ίδιος θεωρούσε ως το σημαντικότερο έργο του, (που εκδόθηκε μεταθανάτια) το «Έπος για τον Πόλεμο της Ελευθερίας» όπου σε 3.000 στροφές με ομοιοκαταληξία περιέγραφε τις επιπτώσεις του β παγκόσμιου πολέμου στην Αφρική. Ως μέλος του δημοτικού συμβουλίου της Tanga, είχε αφοσιωθεί στην ανοικοδόμηση του έθνους και στο ρόλο των Σουαχίλι σε αυτή τη διαδικασία. Συνέβαλε στην επιλογή των Σουαχίλι ως εθνική γλώσσα της Τανζανίας και ως εθνική και επίσημη γλώσσα στην Κένυα.
Παντρεύτηκε τρεις φορές έχοντας μείνει δύο φορές χήρος. Η πρώτη του σύζυγος, η Αμίνα, πέθανε σε πολύ νεαρή ηλικία κι εκείνος έγραψε ένα από τα πιο γνωστά ποιήματά του, το οποίο ονόμασε Αμίνα. Συνολικά είχε δέκα παιδιά από τα οποία μόνο πέντε ζούσαν όταν πέθανε, στις 22 Ιουνίου 1962, ένα χρόνο μετά την ανεξαρτησία της Τανγκανίκας και 2 χρόνια πριν από την ένωση της Τανγκανίκας με την Ζανζιβάρη για την δημιουργία της Τανζανίας.