ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μπετόβεν 1770 έως 1827 (57)

Διδάξτε την αρετή στα παιδιά σας, αυτή μόνο, και όχι τα χρήματα, θα τα κάνει ευτυχισμένα. Μιλάω εκ πείρας.


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Απόσπασμα απο γράμμα του Μπετόβεν το 1812 κι ενώ βρισκόταν για θεραπεία σε ιαματικά λουτρά στη Βοημία. Τα γράμματα βρέθηκαν κλειδωμένα στο συρτάρι του, η ταυτότητα της "Αγαπημένης" δεν έγιεν ποτέ γνωστή.

.... μέσα στο Σύμπαν, τι είμαι και ποιος είναι αυτός - που τον ονομάζουμε υπέρτατο κι όμως - εδώ έγκειται το θεϊκό της ανθρωπότητας - κλαίω καθώς σκέφτομαι πως δεν θα λάβεις πιθανόν νωρίτερα από το Σάββατο τα πρώτα νέα μου - όσο κι αν μ' αγαπάς - σε αγαπώ πάντως ακόμη πιο δυνατά - αλλά μην κρύβεσαι ποτέ

Από μένα - καληνύχτα - ως λουόμενος πρέπει να πάω να κοιμηθώ - Αχ Θεέ, τόσο κοντά, τόσο μακριά ! Η αγάπη μας μήπως δεν είναι ένα ουράνιο οικοδόμημα - αλλά το ίδιο στέρεο με τον ουράνιο θόλο. - Νωρίς το πρωί, 7 Ιουλίου. 'Ηδη από το κρεβάτι οι σκέψεις μου τρέχουν προς εσένα, αθάνατη αγαπημένη μου, κάποτε χαρούμενες, κι έπειτα πάλι λυπημένες, προσδοκώντας από τη μοίρα να μάθουμε αν θα μας ακούσει - μόνο μαζί σου μπορώ να ζήσω πλήρως, αλλιώς καθόλου, Ναι, αποφάσισα να περιπλανηθώ μακριά μέχρι να μπορέσω να πετάξω στην αγκαλιά σου και να πω ότι δίπλα σου είμαι στο σπίτι μου, μέχρι να μπορέσω να στείλω τη ψυχή μου στεφανωμένη από σένα στη Βασιλεία των πνευμάτων - ναι δυστυχώς αυτό πρέπει να γίνει - θα το καταλάβεις καλύτερα γνωρίζοντας πόσο πιστός σου είμαι, ποτέ καμία άλλη δεν θα μπορέσει να κατακτήσει την καρδιά μου, ποτέ - ποτέ - Ω Θεέ γιατί πρέπει να αποχωριζόμαστε αυτούς που αγαπάμε τόσο πολύ, και πράγματι η ζωή μου στο V. όπως τώρα είναι μία άθλια ζωή - Ο ερωτάς σου με κάνει τον πιο ευτυχισμένο και πιο δυστυχισμένο ταυτόχρονα - στην ηλικία μου θα μου ήταν αναγκαία μία ζωή ομοιόμορφη και επίπεδη - αυτό.

Ο Λούντβιχ βαν Μπετόβεν (Ludwig van Beethoven, 17 Δεκεμβρίου 1770 - 26 Μαρτίου 1827) ήταν Γερμανός συνθέτης και πιανίστας, θεωρείται ως ένας από τους κορυφαίους συνθέτες όλων των εποχών. Εκτός από τις αριστουργηματικές συνθέσεις του, συντέλεσε στη μετάβαση της δυτικής μουσικής από την κλασική στη ρομαντική εποχή και εισήγαγε πλήθος καινοτομιών, συνδυάζοντας όργανα και φωνητικά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γεννήθηκε στην Βόννη, στις 17 Δεκεμβρίου του 1770, μέσα σε μια μουσική οικογένεια καθώς ο παππούς του ήταν διευθυντής χορωδίας κι ο πατέρας του τενόρος και δάσκαλος πιάνου και τραγουδιού. Ο πατέρας του υπήρξε ο πρώτος του δάσκαλος, στην προσπάθεια του να τον παρουσιάσει σαν παιδί θαύμα υπήρξε πολύ καταπιεστικός, ο μικρός Λούντβιχ πέρασε πολύ άσχημα παιδικά χρόνια. Όταν ήταν 8, ο πατέρας του οργάνωσε ένα ρεσιτάλ αλλάζοντας την ημερομηνία γέννησης του ώστε να φαίνεται ως 6 για να δείξει πως το ταλέντο του ήταν εφάμιλλο με αυτό του Μότσαρτ, που στα 6 του είχε παίξει με μεγάλη επιτυχία για την αυτοκράτειρα Θηρεσία. Το ρεσιτάλ δεν πήγε άσχημα όμως δεν έγινε μεγάλο θέμα όπως στην περίπτωση του Μότσαρτ, γεγονός που εξόργισε τον πατέρα και τον έκανε ακόμη πιο αυστηρό και απαιτητικό. Σε ηλικία 10 ετών ο Λούντβιχ σταμάτησε το σχολείο στο οποίο δεν τα πήγαινε καλά, όπως ο ίδιος είχε πει: «Η μουσική έρχεται σε μένα πολύ πιο εύκολα από ότι οι λέξεις». Παρουσίασε την πρώτη του σύνθεση στα 12 και καθώς ο πατέρας του είχε αφεθεί στο αλκοόλ και δεν μπορούσε πια να θρέψει την οικογένεια , ο Λούντβιχ αναγκάστηκε να εργαστεί ως μουσικός στην βασιλική αυλή για να συνδράμει οικονομικά.



Το 1787 πήγε στη Βιέννη με βασιλικά έξοδα για να γίνει μαθητής του Μότσαρτ, όμως αναγκάστηκε να γυρίσει σπίτι προτού ξεκινήσει την μαθητεία καθώς αρρώστησε βαριά η μητέρα του. Ύστερα από λίγους μήνες η μητέρα του πέθανε και εκείνος κυριεύτηκε από βαθιά θλίψη. Μερικά χρονιά μετά, το 1792, και ενώ ο Μότσαρτ είχε εντωμεταξύ πεθάνει, πήγε στην Βιέννη και για 2 χρόνια υπήρξε μαθητής του Γιόζεφ Χάυντν. Από αυτή την περίοδο ξεκίνησε να αναγνωρίζεται η αξία του, αρχικά ως πιανίστα και μετά ως συνθέτη. Το 1795 δημοσίευσε μια σειρά από κονσέρτα για πιάνο που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, τόσο καλλιτεχνική όσο και οικονομική, πολλοί αριστοκράτες της Βιέννης ξεκίνησαν να του διαθέτουν κονδύλια για να δημιουργήσει έργα γι’ αυτούς. Το 1800 παρουσίασε την πρώτη του συμφωνία (νο 1) στο βασιλικό θέατρο της Βιέννης η οποία είχε μεγάλη επιτυχία αν κι ο ίδιος αργότερα είπε πως δεν ήξερε τότε να συνθέτει. Συνέχισε να δημιουργεί και να γνωρίζει μεγάλες επιτυχίες, συγχρόνως ξεκίνησε να ζει και ένα δράμα. Έχανε σταδιακά την ακοή του και δυσκολευόταν να ακούει τους άλλους, για να μην μαθευτεί, άρχισε να αποτραβιέται από τις κοινωνικές συναναστροφές.

Το 1802 έγραψε ένα σημείωμα που διαβάστηκε μαζί με την διαθήκη του: «Ω, εσείς άνθρωποι που πιστεύετε ή λέτε ότι είμαι κακόβουλος, πεισματάρης ή μισάνθρωπος, πόσο πολύ με αδικείτε. Δεν ξέρετε τον κρυφό λόγο που με κάνει να φαίνομαι έτσι στα μάτια σας, και θα έδινα τέλος στη ζωή μου - ήταν μόνο η τέχνη μου που με κράτησε πίσω. Φάνταζε αδύνατο να εγκαταλείψω τα εγκόσμια μέχρι να βγάλω έξω όσα ένιωθα ότι υπήρχαν μέσα μου». Το 1804, μετά την στέψη του Ναπολέοντα, έγραψε προς τιμήν του την συμφωνία νο 3, γνωστή ως ηρωική, μια σύνθεση εντελώς διαφορετική από ότι ξέρανε μέχρι τότε που μπέρδευε τους μουσικούς και δεν καταλάβαιναν πώς να την εκτελέσουν. Συνέχισε να δημιουργεί μουσικά αριστουργήματα ωστόσο λόγω της κώφωσης ζούσε μέσα στην θλίψη και στην μοναξιά, σταδιακά γινόταν ευέξαπτος και καχύποπτος με συνέπεια να τσακώνεται με όλο τον κόσμο, τον έλεγαν τότε δαιμονισμένο. Το 1807 γράφει την 5η συμφωνία με θέμα την πάλη του ανθρώπου με το πεπρωμένο. Το 1810 συνθέτει ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα της κλασσικής μουσικής, το «Για την Ελίζα».


Δεν είναι ξεκάθαρο για ποιάν τον έγραψε, εκείνο τον καιρό είχε κάνει πρόταση σε μια δεκαοχτάχρονη που λεγόταν Τερέζα και τον είχε απορρίψει. Γενικά δεν είχε τύχη με το γυναικείο φύλο, για χρόνια ήταν ανεκπλήρωτα ερωτευμένος με μια παντρεμένη και δεν έκανε ποτέ δική του οικογένεια. Το 1815 πέθανε ο αδερφός του κι ο Λούντβιχ ενεπλάκη σε μια μεγάλη δικαστική διαμάχη εναντίον της κουνιάδας του για την επιμέλεια του ανιψιού του. Κέρδισε τελικά την επιμέλεια όμως το παιδί ποτέ δεν τον αγάπησε και έζησε υπό τυραννικό καθεστώς κοντά του, για κάποια χρόνια δεν το άφηνε να βγαίνει καθόλου από το σπίτι. Εντελώς κουφός και εντελώς αποκομμένος από τον κόσμο συνέχισε να δημιουργήσει μνημειώδη έργα, όπως την ενάτη συμφωνία τον «ύμνο στην χαρά» η οποία παρουσιάστηκε τον Μάιο του 1825 και ο δημιουργός της αποθεώθηκε αλλά δεν μπορούσε να ακούσει καθόλου τα χειροκροτήματα, χρειάστηκε να τον στρέψει κάποιος προς το κοινό για να καταλάβει πως τον επευφημούσαν. Το 1826 έπαθε μια βαριά πνευμονία από την οποία δεν συνήλθε εντελώς και πέθανε στις 26 Μαρτίου του 1827. «Στον παράδεισο θα ακούω» ήταν τα τελευταία του λόγια.