ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ   Η ΙΣΤΟΡΙΑ

-2600

Κοιλάδα
του Ινδού

Το 2.600 π.Χ στην κοιλάδα του Ινδού, στο σημερινό Πακιστάν, είχε ήδη αναπτυχθεί ένας πολιτισμός από λαό άγνωστης προέλευσης με καταπληκτικές όσο και ανεξήγητες για την εποχή ικανότητες, σε αρχιτεκτονική, κεραμική, μεταλλουργία. Οι πόλεις τους ήταν χτισμένες βάσει πανομοιότυπου σχεδίου με κάθετους και παράλληλους δρόμους -όπως την Νέα Υόρκη σήμερα- και θεωρούνται αριστουργήματα της αρχαίας Αρχιτεκτονικής. Την εποχή που ο Χέοπας έκτιζε τις πυραμίδες του καταπιέζοντας ένα ολόκληρο λαό, οι κάτοικοι του Μοχέντζο Ντάρο και της Χαράπα (δύο από τις μεγαλύτερες πόλεις που ανακαλύφτηκαν) μπορεί να μην έχτιζαν επιβλητικούς ναούς, ούτε ανάκτορα, έχτιζαν ωστόσο για όλο τον πληθυσμό λειτουργικές πρωτοποριακές κατοικίες.

Photo
Τα σπίτια ήταν όλα παρόμοια, είχαν όλα λουτρό, κάτι εντελώς καινοτόμο για την εποχή κι η πόλη διέθετε ένα μεγαλοφυές σε σύλληψη αποχετευτικό δίκτυο. Η μη ύπαρξη επιβλητικών ή διαφορετικών κατοικιών δείχνει πως δεν υπήρχε κοινωνική διαστρωμάτωση ούτε ανισότητες, δεν υπήρχε βασιλιάς, αριστοκρατία, δούλοι. Από τις ανασκαφές στην ακρόπολη της Μοχέντζο Ντάρο ανακαλύφτηκαν δύο εκπληκτικά οικοδομήματα, το ένα είναι το Μεγάλο Λουτρό, μια πισίνα που πρέπει να χρησιμοποιούνταν για καθαρισμό τελετουργικού χαρακτήρα και το δεύτερο ένας σιτοβολώνας, φτιαγμένος από 27 τεράστιους όγκους τούβλων με καλά μελετημένους αεραγωγούς για να διατηρούνται τα σιτηρά που αποθήκευαν οι κάτοικοι.

Οι ανασκαφές στην κοιλάδα του Ινδού έχουν φέρει στο φως έναν μεγάλο αριθμό σφραγίδων, θα πρέπει να χρησιμοποιούνταν σε επιχειρηματικές συναλλαγές. Ένα μέρος τους πιθανό να είχε και θρησκευτική χρήση, όπως η σφραγίδα με τον μονόκερο.

Photo
Έχουν βρεθεί και πάρα πολλά αγαλματίδια, αρκετά να απεικονίζουν μια γυναίκα που ίσως ήταν μητέρα θεά και αρκετά να απεικονίζουν ταύρους, οι οποίοι φαίνεται να είχε τόσο κοινωνική, όσο και θρησκευτική σημασία. Πολλά ανθρωπόμορφα αγαλματίδια είχαν πλαϊνά ανοίγματα στα οποία ίσως να καίγανε λάδι ή αρωματικά έλαια. Μικροσκοπικά μοντέλα καθημερινών αντικειμένων, όπως αυτό ένα κάρο που το σέρνουν ταύροι, ήταν πολύ δημοφιλή στην πόλη Μοχέντζο Ντάρο.

Photo
Οι κάτοικοι της περιοχής ήταν οι πρώτοι που καλλιέργησαν βαμβάκι και επίσης επιδόθηκαν στην αγγειοπλαστική και την κοσμηματοποιία, αναπτύσσοντας ανθηρό εμπόριο. Είχαν εμπορικές και θρησκευτικές σχέσεις με τους Σουμέριους και πιθανότατα και με τους Μινωίτες. Λάτρευαν τη θεά μητέρα και αργότερα διάφορα ζώα. Είχαν ένα είδος γραφής το οποίο δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί οπότε δεν γνωρίζουμε πολλά για την κοινωνική τους οργάνωση, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τα έθιμα.

Αυτό που γνωρίζουμε είναι πως δεν είχαν όπλα ούτε στρατιωτική εκπαίδευση, γεγονός που έσπρωξε τους επιστήμονες να υποθέσουν πως η παρακμή που ξεκίνησε το 1800 π.Χ και οδήγησε στην εξάλειψη τους περί το 1500π.Χ, οφειλόταν στην φιλειρηνική τους οργάνωση, ότι εισέβαλε κάποιος βόρειος φιλοπόλεμος λαός και τους εξολόθρευσε με ευκολία. Μετά από έρευνες των τελευταίων δεκαετιών βγήκε το συμπέρασμα πως ήταν η κλιματική αλλαγή που εξαφάνισε τον πολιτισμό του Ινδού και όχι κάποιος εξωτερικός εχθρός. Ο Ινδός ποταμός είχε συμβάλει στην ανάπτυξη του πολιτισμού καθώς η γεωργία ήταν εξαρτημένη από τις πλημμύρες, αυτές έφερναν νερό στους αγρούς και τους επέτρεπαν να καλλιεργούν σιτάρι και κριθάρι, να επιβιώνουν και να ευημερούν, να χτίζουν τις πόλεις τους, και να εξαπλώνονται. Η εξασθένηση των μουσώνων και η ξηρασία άρχισε να πλήττει την κοιλάδα, οι σοδειές άρχισαν να λιγοστεύουν και να καταστρέφονται, οι πόλεις να υποφέρουν. Σιγά-σιγά αναγκάστηκαν να τις εγκαταλείψουν αναζητώντας την πολύτιμη βροχή. Μετακινήθηκαν προς τα δυτικά, προς τις κοιλάδες του Γάγγη και τα Ιμαλάια. Τα εδάφη αυτά δεν είχαν την απαραίτητη έκταση, ούτε ήταν τόσο εύφορα ώστε να στηρίξουν την αγροτική παραγωγή τους και τα πολυπληθή αστικά κέντρα τους. Χωρίς πλεονάσματα καλλιεργειών οι πόλεις γίνονταν όλο και μικρότερες καταλήγοντας σε μικρούς οικισμούς. Οι κάτοικοι πέθαιναν από ασιτία, και όσοι επιζούσαν πάλευαν να επιβιώσουν, παιδιά σταμάτησαν να γεννιούνται, ο πολιτισμός χάθηκε και παρέμεινε άγνωστος μέχρι το 1924 που έγιναν οι πρώτες ανακαλύψεις.