ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ   Η ΙΣΤΟΡΙΑ

1839

Πόλεμοι
του Οπίου

Την δεκαετία του 1830 οι βρετανική εταιρεία Ανατολικών Ινδιών έβγαζε υπέρογκα κέρδη από την πώληση ναρκωτικών -κυρίως οπίου- στην Κίνα. Όταν η Κινέζικη κυβέρνηση κατάλαβε ότι η χώρα καταστρεφόταν από τα ναρκωτικά αποφάσισε να τα απαγορέψει. Οι βρετανοί έμποροι αγνόησαν το νόμο και οι κινεζικές αρχές ξεκίνησαν να κατάσχουν και να καταστρέφουν φορτία με ναρκωτικά. Οι έμποροι ναρκωτικών είχαν στενές σχέσεις με την βρετανική κυβέρνηση και πολλά μέλη του κοινοβουλίου είχαν μετοχές σε εταιρείες ναρκωτικών, οπότε έπεισαν την κυβέρνηση να κηρύξει τον πόλεμο στην Κίνα, στο όνομα του ελεύθερου εμπορίου.

Από γελοιγραφία της εποχής
Photo
Οι Βρετανοί διέθεταν ατμόπλοια, βαρύ πυροβολικό ρουκέτες, επαναλαμβανόμενα τουφέκια και οι Κινέζοι δεν είχαν καμία τύχη απέναντι σε τέτοια τεχνολογική υπεροχή. Ο πόλεμος που ξεκίνησε το 1839 έληξε το 1842 με την πλήρη συνθηκολόγηση των Κινέζων οι οποίοι αναγκάστηκαν να δώσουν αποζημίωση στους ναρκέμπορους για τα φορτία που είχαν καταστρέψει, συμφώνησαν να μην σταματάνε τα ναρκωτικά των Βρετανών και τους παραχώρησαν το Χόνγκ Κονγκ ως εμπορική βάση (παρέμεινε στα χέρια τους μέχρι το 1997).


Η επίθεση των Βρετανών στο Πεκίνο
Photo
To 1856, κινέζοι αξιωματούχοι συνέλαβαν το πλήρωμα ενός κινέζικου αλλά με αγγλική σημαία πλοίου για πειρατεία και λαθρεμπόριο. Οι Βρετανοι εκμεταλλεύτηκαν το γεγονός για να ξεκινήσουν έναν νέο πόλεμο επιζητώντας την αυξηση των κερδών τους και την πλήρη υποδούλωση της κινεζικής κυβέρνησης. Συνάντησαν ένα απροσδόκητο εμπόδιο καθώς σκόπευαν να πολεμήσουν όπως και στον πρώτο πόλεμο με Ινδικά αποικιακά στρατεύματα, όμως ο Ινδικός στρατός επαναστάτησε κατά τη μεγάλη Εθνική Εξέγερση του 1857. Οι Βρετανοί χρειάστηκε να καταστείλουν πρώτα την “Ινδική Ανταρσία”, και μετά να χτυπήσουν τους Κινέζους. Μαζί τους συντάχθηκαν και οι Γάλλοι, με το πρόσχημα της δολοφονίας ενός συμπατριώτη τους ιεραποστόλου ένα χρόνο πριν. Τη συμπαράστασή τους στους Αγγλογάλλους εξέφρασαν ΗΠΑ και Ρωσία, όλοι θέλανε να επωφεληθούν από την κατάσταση.

Οι δύο σύμμαχοι γρήγορα κυριάρχησαν στο πεδίο των μαχών και ανάγκασαν τους Κινέζους να υπογράψουν το 1858 τη Συνθήκη του Τιεντσίν, η οποία προέβλεπε: Εγκατάσταση διπλωματικών αποστολών από Βρετανία, Γαλλία, ΗΠΑ και Ρωσία στο Πεκίνο, που εκείνη την εποχή ήταν Απαγορευμένη Πόλη, άνοιγμα δέκα νέων λιμανιών για εμπορική δραστηριότητα, ελευθερία κινήσεων για τους ξένους και τους χριστιανούς ιεραποστόλους, νομιμοποίηση των εισαγωγών οπίου, καταβολή μεγάλης αποζημίωσης σε Βρετανία και Γαλλία.

Το 1859, και καθώς η Κινέζικη Αυλή, από φόβο προς τη λαϊκή οργή, καθυστερούσε την επικύρωση των συνθηκών, η Βρετανία και η Γαλλία επιτέθηκαν και πάλι, εισήλθαν χωρίς να συναντήσουν μεγάλη αντίσταση στο Πεκίνο, λεηλάτησαν κι έβαλαν φωτιά στα θερινά ανάκτορα, καταστρέφοντας ένα από τα μεγαλύτερα θησαυροφυλάκια της παγκόσμιας τέχνης. Ο αυτοκράτορας αναγκάστηκε να συμφωνήσει σε όλες τις απαιτήσεις κι επιπλέον στην εξαγωγή Κινέζικων εργατικών χεριών νομιμοποιώντας, με αυτόν τον τρόπο, το “εμπόριο των κούληδων”, το άρπαγμα δηλαδή κινέζων και την μεταφορά τους σε ξένες χώρες ως εργάτες. Για τους κινέζους ξημέρωσε μια εποχή κατά την οποία κανένας δεν μπορούσε να βγει μόνος από το σπίτι του, ακόμα και σε μεγάλους δημόσιους δρόμους και μέρα μεσημέρι, χωρίς να διατρέχει τον κίνδυνο της βιαστικής απαγωγής του από κάποια ομάδα προμηθευτών κούληδων που θα τον οδηγούσαν σε ένα καράβι και δεν θα ξανακουγόταν ποτέ τίποτε γι αυτόν. Πολλοί Κινέζοι βρέθηκαν στην ανατολική ακτή των ΗΠΑ όπου από το 1860 έως το 1870, αποτελούσαν τα εννέα δέκατα των εργατών, που κατασκεύαζαν σιδηροδρόμους. Αργότερα, όταν τελείωσε η κατασκευή του σιδηρόδρομου, κυνηγημένοι από τις φυλετικές διακρίσεις, τις διώξεις και τα συχνά λιντσαρίσματα, κατέφυγαν σε δουλειές όπως τα πλυντήρια και οι κουζίνες εστιατορίων όπου ζούσαν σχεδόν κρυμμένοι.

Η τσαρική Ρωσία εκμεταλλευότημενη επίσης τις συνθήκες στην Κίνα ξεκίνησε επιθετική δραστηριότητα στην Μαντζουρία ενώ και άλλα Ευρωπαϊκά έθνη ζήτησαν παραχωρήσεις. Οι Κινέζοι δεν είχαν τη δύναμη ν’ αντισταθούν κι αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν υπό την απειλή των όπλων περισσότερα λιμάνια και περισσότερα προνόμια. Μετά τους δύο πολέμους η Κινεζική κυριαρχία πάνω στα εδάφη της, στις πόλεις και στο λαό της είχε μειωθεί απελπιστικά ενώ η καχυποψία και απέχθεια για τους δυτικούς είχε γιγαντωθεί.