ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ   Η ΙΣΤΟΡΙΑ

500

Οργάνωση της Εκκλησίας

Την ίδια εποχή κατά την οποία τα γερμανικά φύλα λεηλατούσαν την Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ο χριστιανισμός εξαπλωνόταν ραγδαία, καθώς πρόσφερε ελπίδα σε ανθρώπους που δυσκολευόταν να βρουν τροφή, είχαν κουραστεί από τους πολέμους και ένιωθαν φόβο μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Η πίστη έγινε πολύτιμο αγαθό, πάνω στην πίστη και την ελπίδα εδραιώθηκε και γιγαντώθηκε η εκκλησία. Αρχικά ήταν μια συνάθροιση των πιστών της γειτονιάς, οι οποίοι εξέλεγαν έναν ιερέα για να διαχειρίζεται τις υποθέσεις τους και σταδιακά χρειάστηκαν διάκονοι, ψάλτες, ακόλουθοι για να βοηθούν τον ιερέα στο έργο του. Όταν αυξήθηκε ο αριθμός των πιστών και οι υποθέσεις έγιναν πολύπλοκες ξεκίνησαν να εκλέγονται επίσκοποι για να συντονίζουν το έργο των ιερέων και των εκκλησιών. Κι όταν αυξήθηκε ο αριθμός των επισκόπων χρειάστηκε ανώτερη αρχή, έτσι δημιουργήθηκαν οι αρχιεπίσκοποι, οι μητροπολίτες και στην κορυφή οι πατριάρχες: Κωνσταντινούπολης, Αντιόχειας, Ιερουσαλήμ, Αλεξάνδρειας και Ρώμης. Όσο ψηλότερα στην ιεραρχία τόσο μεγαλύτερη η δύναμη και ο πλούτος. Εκτός από τις αιρέσεις, τις οποίες καταπολέμησαν με σιδερένια πυγμή, το σοβαρότερο πρόβλημα που ανέκυψε, ήταν οι σχέσεις των δύο εξουσιών, της εκκλησίας με το κράτος.

Photo
Η εκκλησία με την οργάνωση και διοίκησή της υποκατέστησε, σε μεγάλο βαθμό, τον διαλυμένο κρατικό μηχανισμό, αποτέλεσε μια όαση στην διαιρεμένη βαρβαρική δυτική Ευρώπη. Οι κληρικοί ήταν οι μορφωμένοι άνθρωποι της εποχής, αυτοί που παρείχαν την παιδεία ενώ τα δικαστήρια της ήταν οργανωμένα και τα πλέον δίκαια. Σταδιακά πολλοί θρησκευτικοί άρχοντες θέλησαν να εκμεταλλευτούν την εξουσία τους και ξεκίνησαν να εισπράττουν δωρεές και να αποκτούν γη και κληρονομιές με αντάλλαγμα την εξασφάλιση της αιώνιας ζωής. Με αυτό τον τρόπο αύξαναν τον πλούτο της εκκλησίας και συνεκδοχικά το δικό τους. Οι κοσμικοί άρχοντες στήριζαν και μεθόδευαν αυτές τις δωρεές με αντάλλαγμα τη στήριξη της εκκλησίας, έτσι αναπτύχθηκε η πρώτη μορφή συναλλαγής και αλληλοβοήθειας μεταξύ πολιτείας-εκκλησίας. Αργότερα η βασιλική εξουσία, επειδή διέκρινε ότι η εκκλησία αύξανε την επιρροή και τη δύναμή της και οι επίσκοποι με τον ανώτερο κλήρο αναδεικνύονταν όχι μόνο σε πνευματικούς αλλά και σε κοσμικούς ηγέτες, προσπάθησε να ελέγξει την εκλογή του ανώτερου κλήρου, ακόμη και των παπών, ώστε να τους έχει εξαρτώμενους. Η εκκλησία αντέδρασε σε αυτό το σχέδιο και με την σειρά της προσπάθησε να ελέγξει τους βασιλιάδες, αναπόφευκτα, υπήρξαν πολλές συγκρούσεις.

Στην Ανατολή η εκκλησία παρέμεινε υπό το συγκροτημένο και ευημερεύων Βυζαντινό κράτος ενώ στην κατεστραμμένη δύση η παπική εκκλησία κατάφερε να γίνει κυρίαρχη δύναμη για τουλάχιστον 5 αιώνες, από το 800 μέχρι το 1300 περίπου. Η υπέρτατη κεφαλή της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας, ο πάπας, ασκούσε δικαστική, νομοθετική και εκτελεστική εξουσία στην εκκλησία. Ακόμη κι οι βασιλιάδες, δύσκολα τα έβαζαν μαζί του. Όταν το 1073 ο πάπας Γρηγόριος αφόρισε τον βασιλιάς των Γερμανών Ερρίκο, αυτόματα ο ισχυρός μέχρι τότε Ερρίκος έχασε όλη του την δύναμη καθώς οι πρίγκιπες σε όλη την αυτοκρατορία έπαψαν να τον υπακούν και απαίτησαν νέο βασιλιά. Τέτοια ήταν η δύναμη του πάπα. Και κοντά σε αυτόν, ηγούμενοι και επίσκοποι και αρχιερείς απέκτησαν επίσης μεγάλη εξουσία και διαρκώς αυξανόμενο πλούτο.