Αγαμέμνων
(απόσπασμα)
Ο Δίας — όποιος κι αν είναι — αν μ' αυτό
τ όνομα αρέση να καλήται,
μ' αυτό κ' εγώ τον ονομάζω,
όλα στη στάθμη ταπεικάζω
κι όξω από το Δία δε βρίσκω άλλο
για να μπορέσω, αν πρέπει αλήθεια,
μες απ' τα στήθια
το βάρος της αμφιβολίας να βγάλω.
Ουδ' όποιος ήτανε μεγάλος πριν
κι ακατανίκητος θρασομανούσε
ούτ' αν υπήρξε θα μνημονευτή·
κι όποιος κατόπιν ήρθε, βρήκε
τον τρίτο νικητή και πήγε.
Μα όποιος του Δία τη νίκη από καρδιάς τιμά
της γνώσεως τον καρπό τρυγά.
Που ωδήγησε τον άνθρωπο στη γνώση
κ' έβαλε νόμο: πάθος μάθος,
που ως και στον ύπνο, στην καρδιά μας
στάζει τον πόνο, που θυμίζει
με τρόμο τα παθήματά μας
κι αθέλητα μας συνετίζει.
Μα κάνει χάρη ο θεός αλήθεια
που κυβερνά μ' αυστηροσύνη
τον κόσμο, απ' τα ψηλά του σπίτια.
Και τότε ο αρχηγός του στόλου,
ο μεγαλύτερος, δίχως καθόλου
νάχη να κάμη με το μάντη
τι τούρθαν οι καιροί ενάντιοι,
σαν άρχισε να τυραγνή η γαλήνη
κ' η πείνα των Αργείων το στρατό,
πούτανε περ' απ' τη Χαλκίδα
δεμένος μέσα στης Αυλίδας
το πολυτάραχο στενό.
Κι ανέμοι πνέοντας απ' τον Στρυμόνα
μες στα κακόβουλα λιμάνια,
αργούς και νηστικούς στους ίδιους τόπους
ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους
κ' έφθειραν πλοία και παλαμάρια
και κάνοντας διπλό το χρόνο
ξενεύριζαν με την αργία
το άνθος της νιότης των Αργείων.
Μα όταν κι απ' τον πικρό χειμώνα
βαρύτερη γιατρειά είπε ο μάντης,
την Άρτεμη προφασισμένος,
τα σκήπτρα τους βροντόντας καταγίς
τα δάκρυα δεν κρατούν οι στρατηγοί.
Και τότε λέει ο τρανός ο ρήγας:
Βαρύ κακό κι αν δεν το πράξω,
βαρύ κι αν το παιδί μου σφάξω,
πόχω καμάρι! και τα χέρια
με το παρθενικό της αίμα
στους βωμούς δίπλα να μολύνω.
Ω συμφορά μου απ' ολούθε,
προδότης πώς των πλοίων να γίνω
και τους συμμάχους μου ναφήσω;
Μ' όλο το δίκιο τους ζητούνε
το γαίμα το παρθενικό
για να λουφάξουνε οι ανέμοι,
κι άμποτε, θε μου, σε καλό! »
Και μια που μπήκε στης ανάγκης το ζυγό
κι άνεμος δυσσεβείας γύρισε το νου του,
μηδ' όσιο μηδ' ιερό λογιάζει πιο
και τον νικά η αποκοτιά του λογισμού του·
γιατί το πρώτο βήμα στο άθλιο το κακό
είναι αχρείος σύμβουλος κι απομωραίνει
του ανθρώπου το συλλογικό.
Κ' έτσι λοιπόν για το γυναίκειο
τον πόλεμο, και να εγκαινιάση
των καραβιών το δρόμο
το βάσταξε την κόρη του να θυσιάση.
Τα διπλοπαρακάλια της, πατέρα! πατέρα!
δεν λόγιασαν, κι ουδέ τα τρυφερά της νιάτα
οι πολεμόχαροι αρχηγοί,
και πρόσταξε τους δούλους ο πατέρας
να τη σηκώσουν ύστερ' από την ευχή
σαν ρίφι, μες στους πέπλους τυλιγμένη,
γοργά, ψηλά και προύμυτα
επάνω απ' τους βωμούς
και να της φράξουν τόμορφό της στόμα
με δύναμη του φίμωτρου βουβή,
μην τύχη και το σπίτι του καταραστή.
Στη γης κυλά το φόρεμά της το ζαφρά
και η κόρη τους δημίους της χτυπά ένα ένα,
με των ματιώ της σαϊτιές πονετικές·
κι' έμοιαζε σαν σε ζουγραφιά
πως νάθελε να τους μιλήση·
γιατί στα πλούσια του πατέρα της τραπέζια
πολλές φορές τους είχε τραγουδήση
κι αγνή, με τη φωνή της την παρθενικιά
ταγαπητού πατέρα της από καρδιάς
τον καλοροίζικο έψαλλε παιάνα.
Και το τι γένηκε ύστερα, δεν είδα, δε λέγω,
μα αλάθευτες του Κάλχαντα τις τέχνες ξέρω
κ' η Δίκη με τη βία το αναγκάζει
να μάθη εκείνος που θα πάθη.
Ό,τι είναι να γενή μπορείς νακούσης
αφού γενή, κι ας λείπη από πριν
γιατί είναι τ' όμοιο να στενάζης κι από πριν.
Θαλθή φως φανερό με της αυγής το φως
κι άμποτε νάβγουν όλα στο καλό,
καθώς ποθεί αυτή, που πλησιάζει τώρα.
μόνος μου πύργος της Απίας της χώρας!
Ήρθα με σέβας, Κλυταιμνήστρα, της αρχής σου
γιατί σαν λείψη ο άρχοντας από το θρόνο
το δίκιο, τη γυναίκα του να προσκυνούμε.
Και τώρα, αν έχης τίποτε καλό ακουσμένα,
ή κ' έτσι για καλές ελπίδες θυσιάζεις,
πρόθυμα ακούω· κι αν σιωπάς, δικαίωμά σου.
ΚΛΥΤΑΙΜΝΗΣΤΡΑ
Μάννας καλής κόρη καλή, που λέγει ο λόγος,
από τη νύχτα ας έβγη μέρα λαμπροφόρα,
κι ανέλπιστη χαρά ν' ακούσης ετοιμάσου·
γιατί του Πριάμου, οι Έλληνες πήραν την πόλη.