Αρχική Ποιητές Ποίημα
ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΓΕΥΜΑ

(Οι πρώτες σελίδες)

Ξεκινάμε για τα δυτικά

ΝΙΩΘΩ ΤΟΝ ΚΛΟΙΟ ΝΑ ΣΦΙΓΓΕΙ ΓΥΡΩ ΜΟΥ. Τους νιώθω να ετοιμάζουν την επόμενη κίνησή τους, να στήνουν τους ρουφιάνους τους, να σκύβουν πάνω από το κουτάλι και το σταγονόμετρό μου μουρμουρίζοντας. Ρίχνω τη δόση μου στον σταθμό της Ουάσινγκτον Σκουέαρ, πηδάω τα περιστρεφόμενα κάγκελα, κατεβαίνω δυο σιδερένιες σκάλες και προλαβαίνω το τρένο για τα βόρεια...

Ένας νεαρός, όμορφος, κοντοκουρεμένος, με γαλλικά και πιάνο, πουστάκος και στέλεχος διαφημιστικής εταιρείας, μου κρατάει την πόρτα ανοιχτή. Προφανώς με περνάει για μεγάλο μούτρο.

Κλασική περίπτωση. Από εκείνους που κάνουν παρέα με μπάρμαν και ταξιτζήδες, μιλάνε για δεξιά κροσέ και τους Ντότζερς, φωνάζουν με το μικρό του όνομα το παιδί στο γκισέ του Νέντικ. Σκέτος μαλάκας.

Και, πάνω στην ώρα, καταφτάνει στην αποβάθρα ο επικεφαλής της Δίωξης, φορώντας μια κατάλευκη καμπαρντίνα. (Φαντάσου να παρακολουθείς κάποιον φορώντας άσπρη καμπαρντίνα. Εκτός κι αν θέλεις να σε περάσουν για λούγκρα.)

Τον φαντάζομαι να κρατάει τα σύνεργά μου στο αριστερό χέρι και το κουμπούρι στο δεξί, λέγοντάς μου:

— «Σου έπεσαν αυτά, κολλητέ.»

Το τρένο όμως έχει ήδη ξεκινήσει.

— «Τα λέμε, μπατσόσκυλο!» του φωνάζω, ανταποκρινόμενος στις προσδοκίες του πουστάκου.

Τον κοιτάζω κατάματα. Τα κατάλευκα δόντια του. Το μαύρισμα από τις παραλίες της Φλόριντα. Το κοστούμι από δέρμα καρχαρία των διακοσίων δολαρίων. Το πουκάμισο Brooks Brothers με τον άψογο γιακά και τα μανικετόκουμπα. Τη *News* στο χέρι, σαν ευυπόληπτος πολίτης.

— «Εγώ μόνο τον Μικρό Άμπνερ διαβάζω.»

Ξενέρωτος που το παίζει αλάνι... Όλο για «ρίγανη» μιλάει, πίνει κι ένα ποτό πού και πού και κρατάει πάντα λίγο παραπάνω για να κεράσει τις μούρες από το Χόλιγουντ.

— «Σ' ευχαριστώ, λεβέντη», του λέω. «Απ' ό,τι βλέπω, είσαι δικός μας.»

Το πρόσωπό του φωτίζεται σαν φλιπεράκι με εκείνα τα γελοία ροζ λαμπάκια.

«Πήγε κι έβγαλε δελτίο», λέω με αηδία.

*(Σημείωση: Στη διάλεκτο των Βρετανών απατεώνων, «βγάζω δελτίο» σημαίνει «καρφώνω», «ρουφιανεύω».)*

Τον πλησιάζω και ακουμπάω τα βρόμικα πρεζάκικα δάχτυλά μου στο τραχύ μανίκι του.

— «Κάποτε δίναμε όρκο αίματος πάνω στο ίδιο άπλυτο σύνεργο. Μην το ξεφουρνίσεις πουθενά, αλλά πάει γυρεύοντας για ψάκι.»

*(Σημείωση: «Ψάκι» αποκαλείται μια κάψουλα νοθευμένης πρέζας — συχνά με στρυχνίνη — που πουλιέται σκόπιμα σε πληροφοριοδότες ή ανεπιθύμητους χρήστες με σκοπό την εξόντωσή τους. Η γεύση και η όψη της μοιάζουν αρκετά με της ηρωίνης.)*

Έχεις δει ποτέ άνθρωπο να βαράει ψάκι, αγόρι;

Εγώ είδα τον Κουτσέα στη Φιλαδέλφεια.

Είχαμε στήσει στο δωμάτιό του έναν μονόδρομο καθρέφτη, σαν αυτούς στα μπουρδέλα. Όποιος ήθελε να παρακολουθήσει, άφηνε μια δεκάρα.

Δεν πρόλαβε ούτε να τραβήξει τη βελόνα από το χέρι του. Αν το φιξάκι είναι σωστό, δεν προλαβαίνεις τίποτα.

Έτσι τους βρίσκουν πάντα: με το σταγονόμετρο ακόμη καρφωμένο στο μελανιασμένο μπράτσο, γεμάτο από σκοτωμένο αίμα.

Έπρεπε να 'βλεπες το πρόσωπό του τη στιγμή που τον χτύπησε...

Τι να σου λέω, αγόρι...

Θέαμα μοναδικό.
Θυμάμαι τότε που γύριζα από δω κι από κει με τον Βιτζιλάντη, το καλύτερο άτομο στην πιάτσα για ψαχτικές. Ήμασταν στο Σικάγο. Κάναμε παρέα με τις λούγκρες στο Λίνκολν Παρκ.

Ένα βράδυ ο Βιτζιλάντης εμφανίζεται για δουλειά φορώντας καουμπόικες μπότες, μαύρο γιλέκο με ένα θεόρατο αστέρι σερίφη καρφιτσωμένο στο στήθος και ένα λάσο περασμένο στον ώμο.

Τον κοιτάζω και του λέω:

— «Τι σ' έπιασε; Τα 'παιξες τελείως;»

Με κοιτάζει ατάραχος.

— «Τράβα τον δρόμο σου, ξένε.»

Και βγάζει ένα παλιό, σκουριασμένο εξάσφαιρο.

Το βάζω στα πόδια μέσα στο Λίνκολν Παρκ, με τις σφαίρες να σφυρίζουν δίπλα στ' αυτιά μου.

Μέχρι να τον ακινητοποιήσουν οι μπάτσοι, ο Βιτζιλάντης είχε ήδη καθαρίσει τρεις λούγκρες.

Δεν του κόλλησαν το παρατσούκλι για αστείο.

Έχεις προσέξει πόσες εκφράσεις δανείζονται τα αλάνια από τις αδερφές;

Παράδειγμα το «με νιώθεις;», για να τσεκάρουν αν ο άλλος πιάνει το νόημα.

— «Πιάστε τη!»

— «Πιάστε τον Παρηγοράκια! Έχει στριμώξει το κορόιδο και του γλείφει τον κώλο!»

— «Το 'χει πάρει πατριωτικά και το κορόιδο θα τον υποψιαστεί.»

Ο Σόλας — το παρατσούκλι του βγήκε επειδή ξάφριζε φετιχιστές μέσα σε παπουτσάδικα — συνήθιζε να λέει:

— «Γάμα ένα κορόιδο με λιπαντικό και μετά θα σε παρακαλάει για κι άλλο.»

Μόλις ο Σόλας βάλει κάποιο κορόιδο στο μάτι, αρχίζει να βαριανασαίνει. Το πρόσωπό του πρήζεται, τα χείλη του μελανιάζουν, σαν Εσκιμώος που έχει μείνει ώρες μέσα στον πάγο.

Ύστερα πλησιάζει αργά, πολύ αργά.

Κόβει σε τι φάση βρίσκεται το θύμα και το ψηλαφεί με τα σάπια, σχεδόν εκτοπλασματικά δάχτυλά του.

Ο Τσοπάνος, αντίθετα, έχει το αθώο βλέμμα μικρού παιδιού. Σαν να λάμπει πίσω από τα μάτια του ένα γαλάζιο νέον.

Μοιάζει λες και ξεπήδησε από εξώφυλλο του *Saturday Evening Post*, κρατώντας μια αρμαθιά γατόψαρα, και μετά βούτηξε με τα μούτρα στην πρέζα.

Τα κορόιδα που πλησιάζει δεν αντιστέκονται ποτέ. Κι όταν χρειάζεται λεφτά, οι μπαρμπουτιέρηδες πάντα του τη χαρίζουν.

Μια μέρα ο Μικρός Μπλου ξέρασε κάτι τόσο αποκρουστικό, που θα έκανε ακόμα και τραυματιοφορέα να βγάλει τα σωθικά του.

Τότε ο Τσοπάνος τα 'χασε εντελώς.

Άρχισε να τρέχει μέσα από άδεια φαγάδικα και σταθμούς του υπόγειου, ουρλιάζοντας:

— «Γύρνα πίσω, ρε παλικάρι! Γύρνα πίσω!»

Είχε πάρει στο κατόπι το συντρόφι του και το ακολούθησε ως το Ιστ Ρίβερ, ανάμεσα σε πεταμένες καπότες και πορτοκαλόφλουδες, σε ψηφιδωτά από βρεγμένες εφημερίδες, μέσα στη μαύρη, ακίνητη λάσπη όπου κείτονταν μπετοναρισμένα πτώματα συμμοριτών και παραμορφωμένα πιστόλια, στραπατσαρισμένα επίτηδες για να μην πέσουν στα χέρια των λιγούρηδων της Βαλλιστικής.
Κι η αδερφάρα σκέφτεται από μέσα της:

— «Τι μούτρο είναι πάλι αυτό; Πρέπει οπωσδήποτε να τον γνωρίσω στα παιδιά στου Κλαρκ.»

Μαζεύει μούτρα όπως άλλοι μαζεύουν γραμματόσημα. Πιθανότατα θεωρεί και τον Τζο Γκουλντ αξιοθέατο.

Κι έτσι λέω να τον πιάσω κορόιδο για μια δεκάρα. Κλείνουμε ραντεβού να του πουλήσω λίγη «ρίγανη», όπως τη λέει, κι εγώ σκέφτομαι:

— «Το ζωντόβολο την έχει ήδη πατήσει.»

*(Σημείωση: Η «καλαμίθρα» μυρίζει σαν μαριχουάνα όταν καίγεται. Συχνά πουλιέται σε άπειρους ή ανυποψίαστους αγοραστές αντί για κανονική κάνναβη.)*

«Λοιπόν», λέω, χτυπώντας ελαφρά τις παλάμες μου, «το καθήκον με καλεί. Κι όπως είπε κάποτε ένας δικαστής σ' έναν άλλον: "Να είσαι αδέκαστος· κι αν δεν μπορείς, τουλάχιστον να είσαι αυθαίρετος."»

Μπαίνω στο φαγάδικο με τους κερματοδέκτες.

Ο Μπιλ Γκέινς κάθεται τυλιγμένος μέσα στο παλτό κάποιου άλλου, λες και είναι τραπεζίτης του 1910 χτυπημένος από πάρεση. Δίπλα του ο γερο-Μπαρτ. Και οι δυο τους λιωμένοι, ξεζουμισμένοι, σχεδόν διάφανοι. Βουτάνε κομμάτια κέικ στον καφέ με δάχτυλα βρόμικα από λίγδα και ξεραμένο φλέμα.

Είχα κάτι πελάτες στα βόρεια που τους είχε αναλάβει ο Μπιλ.

Ο Μπαρτ, πάλι, ήξερε κάτι απομεινάρια από την εποχή του οπίου.

Γέρους επιστάτες, γκρίζους σαν στάχτη.

Θυρωρούς-φαντάσματα που σάρωναν σκονισμένους διαδρόμους με αργές, κουρασμένες κινήσεις, βήχοντας και φτύνοντας μέσα στην πρωινή χαρμάνα.

Παροπλισμένους κλεπταποδόχους, ασθματικούς, χωμένους σε παλιακά ξενοδοχεία.

Τη Ρόουζ με τα Pantopon.

Τη γριά κυρία από την Πεορία.

Στωικούς Κινέζους σερβιτόρους που κουβαλούσαν την αρρώστια μέσα τους σαν να ήταν κομμάτι του σώματός τους.

Ο Μπαρτ τούς ξετρύπωνε όλους.

Περπατούσε με το αργό, υπομονετικό βήμα του γέρου πρεζάκια. Σταματούσε. Καθόταν κοντά τους. Έβαζε λίγη ανθρώπινη ζεστασιά στα χλωμά, αναιμικά τους χέρια.

Ήξερε πώς να τους κάνει να μιλήσουν.

Και, για λίγες ώρες, τους ξανάδινε την ψευδαίσθηση ότι ανήκαν ακόμη στον κόσμο των ζωντανών.
Ο Μπαρτ ήξερε να τους πλησιάζει.

Δεν τους πίεζε ποτέ.

Περπατούσε με το αργό, προσεκτικό βήμα του γέρου πρεζάκια, καθόταν δίπλα τους και, σιγά σιγά, τους ξανάφερνε στη ζωή. Έσταζε λίγη ζεστασιά στα χλωμά, αναιμικά τους χέρια, μέχρι να λυθεί η γλώσσα τους.

Τέτοιοι άνθρωποι δεν υπήρχαν πια.

Είχαν απομείνει σαν φαντάσματα μιας άλλης εποχής, όταν το όπιο ήταν ακόμα συνήθεια κι όχι βιομηχανία.

Ο Μπιλ τούς άκουγε με υπομονή.

Δεν διέκοπτε.

Τους άφηνε να ξετυλίγουν ιστορίες για ξενοδοχεία που είχαν γκρεμιστεί, για πελάτες που είχαν πεθάνει εδώ και χρόνια, για τεκέδες που είχαν εξαφανιστεί χωρίς να αφήσουν ίχνος.

Άκουγες τα ονόματα να επιστρέφουν από το πουθενά.

Η Ρόουζ.

Ο Σπάρκι.

Η γριά από την Πεορία.

Ο Κινέζος που ποτέ δεν παραπονιόταν.

Σαν να μην είχαν πεθάνει ποτέ.

Σαν να περίμεναν ακόμη σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου, με το κουτάλι πάνω στο τραπέζι και το σταγονόμετρο έτοιμο.

Ο χρόνος δεν κυλούσε εκεί.

Σάπιζε.

Κι όλοι τους περίμεναν το ίδιο πράγμα.

Το επόμενο φιξάκι.

Την επόμενη δόση.

Ή τον θάνατο.

Δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Ο Μπιλ σηκώνει το κεφάλι.

«Έχουμε δουλειά», λέει.

Κι αυτό αρκεί.

Σηκωνόμαστε χωρίς άλλη κουβέντα.

Ξέρουμε και οι δύο τι σημαίνει.

Κάποιος ψάχνει εμπόρευμα.

Κάποιος άλλος ψάχνει να πουλήσει.

Κάποιος θα καταλήξει με λεφτά στην τσέπη.

Κάποιος άλλος με μια βελόνα στο μπράτσο.

Έτσι δουλεύει η πόλη.

Έτσι δούλευε πάντα.
← Επιστροφή στην αρχική