Αρχική Ποιητές Ποίημα
Μόμπυ Ντικ
1851
Από το πρώτο κεφάλαιο:

«Να με λες Ισμαήλ. Πριν από μερικά χρόνια — δεν έχει σημασία πόσα ακριβώς — έχοντας ελάχιστα ή και καθόλου χρήματα στην τσέπη μου και τίποτε που να με κρατά στη στεριά, αποφάσισα να ταξιδέψω για λίγο στη θάλασσα και να γνωρίσω την υδάτινη όψη του κόσμου. Είναι ο δικός μου τρόπος να διώχνω τη μελαγχολία και να ξαναβρίσκω την εσωτερική μου ισορροπία. Όταν νιώθω το πρόσωπό μου να σκοτεινιάζει· όταν ένας υγρός, ψιλοβρόχινος Νοέμβρης εγκαθίσταται μέσα στην ψυχή μου· όταν σταματώ ασυναίσθητα μπροστά στα γραφεία τελετών και πιάνω τον εαυτό μου να ακολουθεί σχεδόν κάθε κηδεία που συναντά· κι όταν οι υποχονδρίες μου γίνονται τόσο ισχυρές ώστε χρειάζεται όλη η δύναμη της ηθικής μου για να μην ξεχυθώ στον δρόμο και αρχίσω να πετώ καταγής τα καπέλα των περαστικών, τότε ξέρω πως έχει έρθει η ώρα να μπαρκάρω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Είναι το δικό μου υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Με μια φιλοσοφική μεγαλοπρέπεια ο Κάτων ρίχτηκε πάνω στο σπαθί του· εγώ, αντί γι' αυτό, επιβιβάζομαι ήσυχα σ' ένα πλοίο. Δεν υπάρχει τίποτε παράξενο σε αυτό. Αν το συνειδητοποιούσαν, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι, αργά ή γρήγορα, θα ένιωθαν λίγο-πολύ τα ίδια αισθήματα που νιώθω κι εγώ για τον ωκεανό.»

-----------------------------------------------------

«Όταν μπαρκάρω, το κάνω πάντα ως απλός ναύτης. Δουλεύω στην πλώρη, στριμώχνομαι στο καμπούνι και ανεβαίνω ως το ψηλότερο σημείο των καταρτιών. Οι διαταγές πέφτουν βροχή και με κάνουν να πηδώ από το ένα κατάρτι στο άλλο σαν ακρίδα σε ανοιξιάτικο λιβάδι. Στην αρχή, ομολογώ, αυτό δεν είναι καθόλου ευχάριστο. Πληγώνει την περηφάνια σου — ιδιαίτερα αν προέρχεσαι από παλιά και αξιοσέβαστη οικογένεια. Ακόμη περισσότερο, αν λίγο πριν πιάσεις το δοχείο με την πίσσα ήσουν δάσκαλος σε κάποιο χωριό, μάλιστα από εκείνους που έκαναν ακόμη και τους μεγαλύτερους μαθητές να τους τρέμουν. Η μετάβαση από δάσκαλο σε ναύτη είναι οδυνηρή· χρειάζεται μεγάλη δόση από τη φιλοσοφία του Σενέκα και των Στωικών για να την υπομείνεις χαμογελώντας. Με τον καιρό όμως ακόμη κι αυτό συνηθίζεται.

Μπαρκάρω πάντοτε ως ναύτης και για έναν ακόμη λόγο: επειδή τότε με πληρώνουν για τον κόπο μου. Δεν άκουσα ποτέ να πληρώνεται επιβάτης· αντίθετα, εκείνος είναι που πληρώνει. Και υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις και στο να πληρώνεσαι. Το να πληρώνεις είναι ίσως μία από τις πιο ενοχλητικές συνέπειες που μας άφησε η έξωση από τον Παράδεισο. Το να πληρώνεσαι όμως; Τι μπορεί να συγκριθεί με αυτό; Είναι πραγματικά παράδοξο πόσο πρόθυμα δεχόμαστε να μας δίνουν χρήματα, ενώ την ίδια στιγμή πιστεύουμε τόσο ακλόνητα πως το χρήμα είναι η ρίζα όλων των κακών και πως δύσκολα ένας πλούσιος θα περάσει τις πύλες του ουρανού. Κι όμως, με πόση προθυμία παραδινόμαστε σ' αυτόν τον «όλεθρο»!

Υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος που ταξιδεύω ως ναύτης: η υγιεινή άσκηση και ο καθαρός αέρας του καταστρώματος. Στον κόσμο αυτό οι αντίθετοι άνεμοι είναι πολύ συχνότεροι από τους ούριους· έτσι, ο καπετάνιος, που στέκεται ψηλά στην πρύμνη, συνήθως αναπνέει αέρα που έχει ήδη περάσει από τους ναύτες στο καμπούνι. Νομίζει πως απολαμβάνει πρώτος τον καθαρό αέρα, όμως δεν συμβαίνει έτσι. Κάπως ανάλογα, οι λαοί οδηγούν συχνά τους ηγέτες τους πολύ περισσότερο απ' όσο εκείνοι φαντάζονται.

Και γιατί, ύστερα από τόσα ταξίδια ως ναύτης σε εμπορικά πλοία, μου γεννήθηκε τώρα η επιθυμία να ταξιδέψω με ένα φαλαινοθηρικό; Σε αυτό μπορεί να απαντήσει μόνο ο αόρατος αστυνόμος των Μοιρών, εκείνη η μυστηριώδης δύναμη που με παρακολουθεί αδιάκοπα, με κατευθύνει σιωπηλά και επηρεάζει τη ζωή μου με τρόπους που ούτε εγώ μπορώ να εξηγήσω.»

---------------------------------------------------

«Άκουσέ με άλλη μια φορά — τώρα πρέπει να κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά. Όλα τα ορατά πράγματα, άνθρωπέ μου, δεν είναι παρά χάρτινες μάσκες. Πίσω από κάθε γεγονός, πίσω από κάθε ζωντανή πραγματικότητα, πίσω από κάθε αδιαμφισβήτητο συμβάν, κρύβεται κάτι άγνωστο, μα προικισμένο με βούληση και σκέψη, που προβάλλει τα χαρακτηριστικά του μέσα από την άψυχη μάσκα, σαν να βρίσκεται πίσω από ένα εκμαγείο. Αν ο άνθρωπος θέλει πραγματικά να φτάσει στην αλήθεια, πρέπει να διαπεράσει αυτή τη μάσκα. Πώς μπορεί ένας φυλακισμένος να βγει από το κελί του, αν δεν γκρεμίσει τον τοίχο;

Για μένα, η λευκή φάλαινα είναι αυτός ο τοίχος. Μερικές φορές πιστεύω πως πίσω του δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Κι όμως, αυτό μου αρκεί. Εκείνη είναι που με προκαλεί. Εκείνη είναι που με βασανίζει. Μέσα της βλέπω μια τεράστια, ακατανίκητη δύναμη, σφραγισμένη από μια ακατανόητη κακία.»

Σ' αυτόν τον κόσμο, φίλοι μου, η αμαρτία, όταν μπορεί να πληρώσει το εισιτήριό της, ταξιδεύει ελεύθερα — ακόμη και χωρίς διαβατήριο. Η αρετή όμως, όταν είναι φτωχή, σταματιέται σε κάθε σύνορο.»

«Για να απολαύσεις πραγματικά τη ζεστασιά, ένα μικρό κομμάτι σου πρέπει να νιώθει το κρύο. Γιατί τίποτε σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι αυτό που είναι παρά μόνο επειδή υπάρχει και το αντίθετό του.»

«Ένα λιοντάρι που βρυχάται στέκεται στον δρόμο μας. Μας δαγκώνει άγρια δυο-τρεις φορές και μας χαρίζει μερικές απρόθυμες χτυπηματιές με την πατούσα του. Ξεφεύγουμε από το Λιοντάρι και καλωσορίζουμε την Παρθένο — την πρώτη μας αγάπη. Παντρευόμαστε και πιστεύουμε πως η ευτυχία μας θα κρατήσει για πάντα. Ώσπου εμφανίζεται ξαφνικά ο Ζυγός. Ζυγίζουμε τότε την ευτυχία μας και τη βρίσκουμε ελλιπή...»

«Τώρα όμως, χάρη στο αντίβαρο που σχημάτιζαν τα δυο κεφάλια, το πλοίο είχε ξαναβρεί την ισορροπία του και δεν έγερνε πια, παρόλο που εύκολα θα νόμιζε κανείς πως ήταν έτοιμο να σπάσει στα δύο. Έτσι συμβαίνει και με τη φιλοσοφία. Αν σηκώσεις από τη μία πλευρά το κεφάλι του Λοκ, γέρνεις προς το μέρος του. Αν όμως υψώσεις ταυτόχρονα από την άλλη το κεφάλι του Καντ, ξαναβρίσκεις την ισορροπία σου. Βέβαια, τότε βρίσκεσαι σε αξιοθρήνητη κατάσταση. Έτσι κάνουν μερικά μυαλά: περνούν όλη τους τη ζωή ισορροπώντας τη βάρκα.

Ω ανόητοι! Πετάξτε όλα αυτά τα μεγάλα κεφάλια στη θάλασσα και τότε θα ταξιδεύετε ελαφροί και ίσια.»

«Ένας ναύτης είχε χωθεί μέσα στο τεράστιο κεφάλι της φάλαινας για να μαζέψει το λάδι, όταν εκείνο βυθίστηκε ξαφνικά στο νερό. Ένας δεύτερος βούτηξε αμέσως και, με μια γενναία προσπάθεια, τον έσωσε από βέβαιο θάνατο.»

«Αν ο Τάστιγκο έχανε τη ζωή του μέσα σε εκείνο το κεφάλι, θα είχε έναν πραγματικά παράδοξο θάνατο. Θα πνιγόταν μέσα στο πιο λευκό, το πιο αγνό και ευωδιαστό σπερματσέτο. Φέρετρό του, νεκρική κλίνη και τάφος του θα ήταν ο κρυφός εσωτερικός θάλαμος, τα ίδια τα “Άγια των Αγίων” της φάλαινας.

Μόνο ένας ακόμη πιο γλυκός θάνατος μού έρχεται αυτή τη στιγμή στον νου: εκείνος ενός μελισσοκόμου στο Οχάιο, που, ψάχνοντας μέλι μέσα στον κορμό ενός κουφάλου δέντρου, βρήκε τόσο μεγάλη ποσότητα ώστε, σκύβοντας υπερβολικά, παρασύρθηκε στο εσωτερικό της και πέθανε βαλσαμωμένος μέσα στο μέλι.

Πόσοι άραγε δεν χάθηκαν με παρόμοιο τρόπο μέσα στο κεφάλι του Πλάτωνα, γεμάτο από μέλι, για να μείνουν εκεί για πάντα, γλυκά χαμένοι;»

«Ήταν μεσάνυχτα και τα καζάνια έβραζαν ασταμάτητα το λίπος της φάλαινας. Το κουφάρι είχε πια εγκαταλειφθεί, τα πανιά είχαν ανοίξει και ο άνεμος δυνάμωνε.

Το πλοίο, τυλιγμένο στις φλόγες από τα καζάνια του, συνέχιζε την πορεία του σαν να είχε λάβει την αδυσώπητη εντολή να εκπληρώσει κάποια αποστολή εκδίκησης. Ήταν σαν τα πυρπολικά του τολμηρού Υδραίου, του Κανάρη, που ξεχύνονταν μέσα στη νύχτα από το λιμάνι τους, φορτωμένα με πίσσα και θειάφι, έχοντας τις ίδιες τις φλόγες για πανιά, και όρμουσαν πάνω στις τουρκικές φρεγάτες, τυλίγοντάς τες σε μια καταστροφική πύρινη λαίλαπα.»


← Επιστροφή στην αρχική