Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο πλούτος των εθνών
Αποσπάσματα

«Ένας εργάτης που δεν είναι εκπαιδευμένος σ’ αυτή τη δουλειά (την οποία ο καταμερισμός της εργασίας έχει καταστήσει διαφορετικό επάγγελμα), ούτε έχει εξοικειωθεί με τη χρήση του εξοπλισμού που χρησιμοποιείται σε αυτήν (την εφεύρεση του οποίου έχει πιθανώς προκαλέσει ο ίδιος αυτός ο καταμερισμός της εργασίας), θα μπορούσε να παράγει, μετά βίας ίσως, καταβάλλοντας εξαιρετική προσπάθεια, μία καρφίτσα την ημέρα, και ασφαλώς δε θα μπορούσε να παράγει είκοσι. Ωστόσο, με τον τρόπο που εκτελείται σήμερα αυτή η εργασία, όχι μόνο ως σύνολο αποτελεί ένα ιδιαίτερο επάγγελμα, αλλά υποδιαιρείται η ίδια σε επιμέρους παρακλάδια, η πλειονότητα των οποίων συνιστά ιδιαίτερα επαγγέλματα. Ένας άνθρωπος τραβάει το σύρμα, ένας άλλος το ισιώνει, ένας τρίτος το κόβει.

[…]

Ακόμη και η τοποθέτησή της σε χαρτί αποτελεί μια ξεχωριστή εργασία και, κατ’ αυτόν τον τρόπο, η σημαντική εργασία της κατασκευής μιας καρφίτσας υποδιαιρείται σε περίπου δεκαοχτώ διακριτές εργασίες, οι οποίες σε ορισμένα εργαστήρια εκτελούνται όλες από διακριτά χέρια, ενώ σε κάποια άλλα το ίδιο άτομο επιτελεί δύο ή περισσότερες διεργασίες. Έχω συναντήσει ένα μικρό εργαστήριο αυτού του είδους, όπου απασχολούνταν μόνο δέκα άνθρωποι και όπου, κατά συνέπεια, μερικοί απ’ αυτούς εκτελούσαν δύο ή τρεις διακριτές εργασίες. Παρόλο, όμως, που ήταν πολύ φτωχοί και, κατά συνέπεια, δε διέθεταν τον αναγκαίο εξοπλισμό, ήταν σε θέση, όταν κατέβαλλαν προσπάθεια, να παράγουν περί τις δώδεκα λίβρες καρφίτσες την ημέρα. Σε μία λίβρα περιέχονται περισσότερες από τέσσερις χιλιάδες καρφίτσες μεσαίου μεγέθους. Επομένως, τα δέκα αυτά άτομα μπορούσαν να παράγουν περισσότερες από σαράντα οκτώ χιλιάδες καρφίτσες την ημέρα». […]

«Είναι αδύνατον να περάσουμε από το ένα είδος εργασίας σε ένα άλλο, που εκτελείται σε διαφορετικό μέρος και με τελείως διαφορετικά εργαλεία. Ένας υφαντής της επαρχίας που καλλιεργεί μια μικρή φάρμα, πρέπει να δαπανά ένα μεγάλο χρονικό διάστημα στη μετάβαση από τον αργαλειό στον αγρό και από τον αγρό στον αργαλειό. Όταν αυτές οι δύο εργασίες μπορούν να εκτελεστούν στο ίδιο εργαστήριο, οι απώλειες χρόνου είναι σίγουρα πολύ μικρότερες. Ωστόσο, ακόμα και σε αυτή την περίπτωση, είναι πολύ σημαντικές. Όταν κάποιος περνά από μια εργασία σε μια άλλη, συνήθως χαλαρώνει κάπως. Όταν πρωτοξεκινά τη νέα του εργασία, σπανίως είναι ενθουσιώδης και προσηλωμένος σε αυτήν. Το μυαλό του, όπως λέγεται, δεν είναι σε αυτήν και για κάποιο χρονικό διάστημα μάλλον παίζει παρά εργάζεται για το συγκεκριμένο σκοπό του. Η συνήθεια να χαζεύει και να δουλεύει με νωθρότητα, που αποκτάται φυσιολογικά ή, μάλλον, αναγκαστικά από κάθε εργάτη που είναι αναγκασμένος να αλλάζει εργασία και εργαλεία κάθε μισή ώρα και να χρησιμοποιεί τα χέρια του με είκοσι διαφορετικούς τρόπους κάθε ημέρα της ζωής του, τον καθιστά σχεδόν πάντα άτονο, οκνηρό και ανίκανο για οποιαδήποτε σοβαρή εργασία, ακόμα και υπό τις πιο πιεστικές συνθήκες».

[…]

“Στις πρώτες πυροσβεστικές αντλίες έπρεπε να απασχολείται ένα παιδί συνεχώς στο εναλλασσόμενο άνοιγμα και κλείσιμο της επικοινωνίας μεταξύ λέβητα και κυλίνδρου, ανάλογα με το εάν το πιστόνι ανέβαινε ή κατέβαινε. Ένα από αυτά τα παιδιά, στο οποίο άρεσε να παίζει με την παρέα του, παρατήρησε ότι, αν συνέδεε με ένα νήμα το χερούλι της βαλβίδας που άνοιγε αυτή την επικοινωνία με ένα άλλο μέρος της μηχανής, η βαλβίδα θα άνοιγε και θα έκλεινε χωρίς τη βοήθειά του, αφήνοντάς το έτσι ελεύθερο να διασκεδάζει με τους φίλους του. Έτσι, λοιπόν, μία από τις μεγαλύτερες βελτιώσεις που επήλθαν σε αυτή τη μηχανή μετά την αρχική της εφεύρεση, ήταν η ανακάλυψη ενός αγοριού που ήθελε να εξοικονομήσει χρόνο από την εργασία του».

[…]

«Η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία – η καπιταλιστική κοινωνία εν γένει – έχει ως κεντρική φαντασιακή σημασία την απεριόριστη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων, την απεριόριστη αύξηση της κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση και πάνω στους ίδιους τους ανθρώπους. Και αυτό το εμφανίζει ως λογική επιδίωξη. Όμως αυτή η επιδίωξη, η οποία πραγματικά παίζει έναν απολύτως κεντρικό ρόλο στη ζωή της καπιταλιστικής κοινωνίας, είναι τελείως άλογη, τελείως αυθαίρετη». […]

Ο πολιτικός που θα προσπαθήσει να επιβάλει στους ιδιώτες με ποιον τρόπο πρέπει να εκμεταλλεύονται τα κεφάλαιά τους όχι μόνο αναμιγνύεται με κάτι που δεν είναι απαραίτητο, αλλά ιδιοποιείται μια εξουσία την οποία δεν θα την εμπιστευόταν κανείς ούτε σε ένα μόνο άτομο, αλλά ούτε σε ένα συμβούλιο ή μια σύγκλητο..

…Δυστυχώς όμως κάποιοι άνθρωποι που λένε ότι σκέπτονται, προωθούν το πνεύμα της οκνηρίας στο όνομα του γενικού συμφέροντος. Καλλιεργείται έτσι ένα πνεύμα γενικής υποκρισίας και εξαπάτησης των άλλων ενώ μερικές φορές δε, άνομα ατομικά συμφέροντα κρύβονται κάτω από το μανδύα του δημοσίου συμφέροντος. Γι' αυτό, ποτέ μου δεν είδα τίποτε πιο καλά καμωμένο απ' όλους αυτούς που προσποιούνται ότι εργάζονται για το δημόσιο καλό...

..Οι άνθρωποι αυτοί, μη παράγοντας τίποτα, ζουν από την παραγωγή της εργασίας άλλων ανθρώπων. Τα αντιπαραγωγικά αυτά χέρια μπορεί να ξοδέψουν τόσο μεγάλο μερίδιο από τα έσοδα και ως εκ τούτου να σφετεριστούν τα κεφάλαια των ιδιωτών, που προορίζονται για τη διατήρηση της παραγωγικότητας της εργασίας..
Άνταμ Σμιθ, «Έρευνα για τη φύση και τις αιτίες του πλούτου των εθνών», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα για λογαριασμό του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη Α.Ε. Αθήνα, 2010.

← Επιστροφή στην αρχική