Walden ή "Η ζωή στο δάσος"
αποσπάσματα
Πήγα στο δάσος γιατί ήθελα να ζήσω συνειδητά, να αντιμετωπίσω μόνο τα ουσιώδη της ζωής και να δω αν μπορούσα να μάθω όσα είχε να μου διδάξει· ώστε, όταν θα ερχόταν η ώρα να πεθάνω, να μη διαπιστώσω πως τελικά δεν είχα ζήσει ποτέ. Δεν ήθελα να ζήσω κάτι που δεν ήταν πραγματικά ζωή – γιατί η ζωή είναι πολύτιμη πέρα από κάθε μέτρο – ούτε να συμβιβαστώ, εκτός κι αν αυτό ήταν απολύτως αναπόφευκτο. Ήθελα να ζήσω βαθιά και ολοκληρωμένα, να ρουφήξω όλο το μεδούλι της ζωής, να ζήσω τόσο αυστηρά και λιτά ώστε να εκδιώξω καθετί που δεν ήταν ζωή, να τη στριμώξω σε μια γωνιά και να τη φέρω στα έσχατά της· κι αν τότε αποδεικνυόταν ευτελής, να γνωρίσω όλη την αλήθεια της ευτέλειάς της και να τη φανερώσω στον κόσμο. Αν όμως ήταν εξαίσια, να τη γνωρίσω από πρώτο χέρι και να μπορώ, στο επόμενο ταξίδι μου, να δώσω γι' αυτήν μια αληθινή μαρτυρία.
[…]
Έχουμε ανάγκη από το τονωτικό της άγριας φύσης· να τσαλαβουτάμε πότε-πότε σε βάλτους όπου παραμονεύουν ο νυχτοκόρακας και η αγριόκοτα, να ακούμε το βροντερό κάλεσμα της βαλτομπεκάτσας, να ανασαίνουμε το άρωμα του σπαθόχορτου που θροΐζει στον άνεμο, σε μέρη όπου μονάχα τα πιο άγρια και μοναχικά πουλιά χτίζουν τις φωλιές τους και το κουνάβι σέρνεται με την κοιλιά στο χώμα. Κι ενώ με όλη μας την ψυχή λαχταρούμε να εξερευνήσουμε και να γνωρίσουμε τα πάντα, ταυτόχρονα θέλουμε όλα να παραμένουν μυστηριώδη και ανεξερεύνητα· θέλουμε η στεριά και η θάλασσα να διατηρούν την άγρια, απέραντη φύση τους, αχαρτογράφητες και ανεξιχνίαστες, γιατί ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τις κατανοήσουμε ολοκληρωτικά. Τη φύση δεν τη χορταίνουμε ποτέ."
Εγκαταστάθηκα στο σπίτι μου στις 4 Ιουλίου, μόλις ολοκληρώθηκε η τοποθέτηση των σανιδιών και της στέγης. Τα είχα εφαρμόσει τόσο προσεκτικά μεταξύ τους, ώστε το σπίτι να μην αφήνει ούτε σταγόνα βροχής να περάσει. Προτού όμως τα τοποθετήσω, είχα αρχίσει να χτίζω την καμινάδα, την οποία ολοκλήρωσα ύστερα από το φθινοπωρινό τσάπισμα, πριν ο καιρός κρυώσει αρκετά ώστε να γίνει αναγκαία η φωτιά. Ως τότε μαγείρευα έξω, καταγής, νωρίς το πρωί. Αυτός ο τρόπος μαγειρέματος εξακολουθεί να μου φαίνεται πιο ευχάριστος και πιο φυσικός από τον συνηθισμένο. Αν τύχαινε να πιάσει βροχή πριν προλάβω να ψήσω το ψωμί μου, έστηνα ένα πρόχειρο σκέπαστρο από σανίδια πάνω από τη φωτιά και καθόμουν από κάτω, παρακολουθώντας το καρβέλι μου να ψήνεται.
[…]
Ο άνθρωπος που χτίζει το δικό του σπίτι έχει πολλά κοινά με το πουλί που φτιάχνει τη φωλιά του. Ποιος ξέρει; Αν οι άνθρωποι έχτιζαν τις κατοικίες τους με τα ίδια τους τα χέρια και εξασφάλιζαν με απλούς και τίμιους τρόπους την τροφή για τους ίδιους και τις οικογένειές τους, ίσως η ποιητική τους φύση να άνθιζε παντού, όπως συμβαίνει με τα πουλιά, που όλα τραγουδούν καθώς χτίζουν τις φωλιές τους και αναζητούν την τροφή τους.
[…]
Κάποιες φορές, τα καλοκαιρινά πρωινά, ύστερα από το συνηθισμένο μου μπάνιο, καθόμουν στο ηλιόλουστο κατώφλι του σπιτιού μου από την αυγή ως το μεσημέρι, βυθισμένος στην έκσταση της ονειροπόλησης, ανάμεσα στα πεύκα, τις καρυδιές και τα σουμάκια, μέσα σε μια μοναξιά και μια γαλήνη που τίποτε δεν τάραζε, ενώ γύρω μου τα πουλιά τραγουδούσαν ή περνούσαν αθόρυβα μέσα από το σπίτι φτερουγίζοντας. Ώσπου ο ήλιος, που άρχιζε να γέρνει και να φωτίζει από το δυτικό παράθυρο, ή ο θόρυβος από το κάρο κάποιου ταξιδιώτη στον μακρινό δρόμο μού θύμιζαν το πέρασμα του χρόνου.
Τις ώρες εκείνες ένιωθα να μεγαλώνω, όπως μεγαλώνει το καλαμπόκι μέσα στη νύχτα· κι αυτό μου ήταν πολύ πιο ωφέλιμο από οποιαδήποτε χειρωνακτική εργασία. Δεν ήταν χρόνος χαμένος από τη ζωή μου· ήταν χρόνος που προστεθείτο σε εκείνον που μου είχε ορίσει η μοίρα. Τότε κατάλαβα τι εννοούν οι Ανατολίτες όταν μιλούν για τον διαλογισμό και την εγκατάλειψη των εργασιών.
Τον περισσότερο καιρό δεν με απασχολούσε το πώς περνούσαν οι ώρες. Η ημέρα κυλούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να φωτίσει το έργο μου. Τη μια στιγμή ήταν πρωί και, πριν το καταλάβω, είχε κιόλας βραδιάσει, χωρίς να έχω κάνει τίποτε το αξιοσημείωτο. Αντί να τραγουδώ σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά για την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργιτιού που καθόταν στην καρυδιά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνο ίσως άκουγε να βγαίνουν από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το χαμηλό μου τραγούδι.
Τον περισσότερο καιρό δεν με απασχολούσε το πώς περνούσαν οι ώρες. Η ημέρα κυλούσε σαν να είχε μοναδικό σκοπό να φωτίσει το έργο μου. Τη μια στιγμή ήταν πρωί και, πριν το καταλάβω, είχε κιόλας βραδιάσει, χωρίς να έχω κάνει τίποτε το αξιοσημείωτο. Αντί να τραγουδώ σαν τα πουλιά, χαμογελούσα σιωπηλά για την αδιάκοπη καλή μου τύχη. Όπως εγώ άκουγα το τιτίβισμα του σπουργιτιού που καθόταν στην καρυδιά μπροστά στην πόρτα μου, έτσι κι εκείνο ίσως άκουγε να βγαίνουν από τη φωλιά μου το πνιχτό μου γελάκι και το χαμηλό μου τραγούδι.
Για τους συγχωριανούς μου δεν ήμουν παρά ένας αργόσχολος. Αν όμως με έκριναν τα πουλιά και τα λουλούδια με τα δικά τους μέτρα και σταθμά, δεν θα με έβρισκαν κατώτερό τους. Οι μέρες μου δεν ήταν οι μέρες της εβδομάδας· δεν έπαιρναν το όνομά τους από παγανιστικές θεότητες, δεν τεμαχίζονταν σε ώρες ούτε τις καταβρόχθιζαν οι χτύποι του ρολογιού. Ζούσα όπως οι Ινδιάνοι Πούρι, για τους οποίους λένε πως «για το χθες, το σήμερα και το αύριο έχουν μία μόνο λέξη και τη διαφορά την εκφράζουν δείχνοντας πίσω για το χθες, μπροστά για το αύριο και προς τα πάνω για το σήμερα». Για τους συγχωριανούς μου ίσως να ήμουν ένας αργόσχολος· όμως, αν με έκριναν τα πουλιά και τα λουλούδια, δεν θα με έβρισκαν κατώτερό τους.
Είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος πρέπει να αναζητά τα ενδιαφέροντά του μέσα του. Η ημέρα από τη φύση της είναι πολύ ήρεμη και δεν πρόκειται να τον κακολογήσει για την οκνηρία του. Αυτός ο τρόπος ζωής είχε τουλάχιστον ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ζωές όσων ήταν υποχρεωμένοι να ψάχνουν αλλού για ψυχαγωγία, στις παρέες και στα θέατρα: η ίδια η ζωή μου είχε γίνει η ψυχαγωγία μου και ποτέ δεν έπαυε να μου χαρίζει κι από κάτι καινούργιο. Ήταν ένα θεατρικό έργο με πολλές πράξεις και χωρίς τέλος. Αν ζούσαμε πάντοτε πραγματικά και αν ρυθμίζαμε τις ζωές μας σύμφωνα με τον καλύτερο τρόπο που είχαμε μάθει, ποτέ δε θα υποφέραμε από ανία. Αν ακολουθείς το πνεύμα σου προσεκτικά, δε θα πάψει να σου δείχνει κι από μια νέα προοπτική κάθε ώρα που περνά.
Όταν βγήκα για πρώτη φορά με τη βάρκα μου στη λίμνη Ουόλντεν, ήταν ολόγυρα περικυκλωμένη από πυκνά και πανύψηλα πεύκα και δρυς. Σε μερικούς από τους όρμους της, άγριες κληματσίδες είχαν τυλίξει τα δέντρα που φύτρωναν στην όχθη, σχηματίζοντας φυσικές κρεβατίνες κάτω από τις οποίες μπορούσε να περάσει η βάρκα. Οι λόφοι που υψώνονται στις όχθες της ήταν τότε τόσο απόκρημνοι και τόσο πυκνοδασωμένοι, ώστε, κοιτάζοντας από τη δυτική της άκρη, είχες μπροστά σου την εικόνα ενός αμφιθεάτρου, όπου θαρρείς πως επρόκειτο να δοθεί μια παράσταση με σκηνικό το ίδιο το δάσος.
Πέρασα πολλά καλοκαιρινά πρωινά των νεανικών μου χρόνων ξαπλωμένος ανάσκελα στα καθίσματα της βάρκας μου, αφού πρώτα είχα κωπηλατήσει ως τη μέση της λίμνης, αφήνοντάς την έπειτα να παρασύρεται όπου την οδηγούσε ο Ζέφυρος, βυθισμένος στην ονειροπόληση, ώσπου το ελαφρό τράνταγμα καθώς άγγιζε την άμμο με ξυπνούσε και σηκωνόμουν για να δω σε ποια όχθη με είχε οδηγήσει η μοίρα.
Οι ζωές μας σπαταλιούνται στις λεπτομέρειες. Ένας τίμιος άνθρωπος δεν χρειάζεται να μετράει πέρα από τα δέκα δάχτυλα των χεριών του. Το πολύ, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ας προσθέσει και τα δέκα των ποδιών του· κι αυτά του αρκούν. Απλότητα, απλότητα, απλότητα! Οι υποθέσεις σας ας είναι δύο ή τρεις, όχι εκατό ούτε χίλιες. Αντί για ένα εκατομμύριο, μετρήστε μισή ντουζίνα και κρατήστε τους λογαριασμούς σας λιτούς.
Μέσα σ' αυτό το φουρτουνιασμένο πέλαγος της πολιτισμένης ζωής, τόσα είναι τα σύννεφα, οι καταιγίδες, οι ξέρες και οι αμέτρητες έγνοιες, ώστε, αν θέλει κανείς να μη βουλιάξει και να φτάσει στο λιμάνι, είναι αναγκασμένος να υπολογίζει διαρκώς· κι εκείνος που τελικά τα καταφέρνει δεν μπορεί παρά να είναι επιδέξιος λογιστής.
Απλουστεύετε, απλουστεύετε. Αντί για τρία γεύματα τη μέρα, αν μπορείτε, αρκεστείτε σ' ένα· αντί για εκατό πιάτα, πέντε· και περιορίστε ανάλογα όλα τα υπόλοιπα. Γιατί να ζούμε τόσο βιαστικά και τόσο σπάταλα; Είναι σαν να είμαστε αποφασισμένοι να λιμοκτονήσουμε πριν ακόμη πεινάσουμε. Η παροιμία λέει πως μια βελονιά στην ώρα της γλιτώνει εννιά· όμως εμείς κάνουμε χίλιες βελονιές σήμερα για να γλιτώσουμε εννιά αύριο.