Αρχική Ποιητές Ποίημα
Ο γέρος και η θάλασσα
1952
(Αποσπάσματα)

Ύστερα άρχισε να συμπονεί το μεγάλο ψάρι που είχε πιαστεί στο αγκίστρι του.

Είναι σπουδαίο και παράξενο πλάσμα. Ποιος ξέρει πόσων χρόνων να είναι; συλλογιζόταν. Ποτέ δεν έπιασα τόσο δυνατό ψάρι ούτε τόσο παράξενο. Ίσως να είναι πολύ έξυπνο για να πηδήξει. Με ένα μόνο πήδημα ή με μια ξαφνική βουτιά θα μπορούσε να με βουλιάξει. Ίσως όμως να έχει πιαστεί κι άλλες φορές και να ξέρει πώς να αντιστέκεται. Δεν μπορεί να φαντάζεται πως έχει απέναντί του έναν άνθρωπο — κι έναν γέρο μάλιστα. Κι όμως, τι εξαίσιο ψάρι! Αν έχει καλό κρέας, θα πιάσει μεγάλη τιμή στην αγορά. Άρπαξε το δόλωμα σαν αληθινό αρσενικό, το σέρνει σαν αρσενικό και παλεύει χωρίς τον παραμικρό φόβο. Αναρωτιέμαι αν έχει κάποιο σχέδιο ή αν είναι απελπισμένο, όπως κι εγώ.

Θυμήθηκε τότε μια φορά που είχε πιάσει ένα ζευγάρι ξιφίες. Το θηλυκό είχε αγκιστρωθεί πρώτο, γιατί το αρσενικό αφήνει πάντα το θηλυκό να φάει πριν από εκείνο. Το θηλυκό πάλεψε με μανία, πανικό και απόγνωση, ώσπου εξαντλήθηκε. Κι όλη εκείνη την ώρα το αρσενικό δεν την εγκατέλειψε. Γύριζε αδιάκοπα γύρω από την πετονιά, δίπλα της, στην επιφάνεια της θάλασσας. Πλησίαζε τόσο κοντά, ώστε ο γέρος φοβόταν μήπως κόψει την πετονιά με την ουρά του, κοφτερή σαν δρεπάνι.

Όταν κάρφωσε το θηλυκό με το καμάκι, το κράτησε από το μακρύ του ρύγχος και το χτυπούσε στο κεφάλι ώσπου το χρώμα του ξεθώριασε και έγινε ασημένιο σαν την πίσω όψη ενός καθρέφτη. Με τη βοήθεια του παιδιού το ανέβασαν στη βάρκα. Το αρσενικό όμως δεν απομακρύνθηκε ούτε στιγμή. Έμεινε δίπλα τους. Κι όταν ο γέρος τακτοποιούσε τις πετονιές και ετοίμαζε τον γάντζο, το ψάρι τινάχτηκε ψηλά έξω από το νερό, σαν να ήθελε να δει πού βρισκόταν το ταίρι του. Ύστερα χάθηκε στα βαθιά, με τα μεγάλα θωρακικά πτερύγιά του ανοιγμένα, δείχνοντας τις φαρδιές, μωβ λωρίδες στα πλευρά του.

Ήταν πανέμορφο, θυμήθηκε ο γέρος. Και τόσο πιστό. Ήταν το πιο θλιβερό πράγμα που είχα δει ποτέ στους ξιφίες. Και το παιδί το λυπήθηκε όσο κι εγώ. Του ζητήσαμε συγχώρεση και το καθαρίσαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε.

[...]

— Πώς αισθάνεσαι, ψάρι; ρώτησε δυνατά.

Εγώ νιώθω καλύτερα. Και το αριστερό μου χέρι συνήλθε. Έχω αρκετή τροφή για ένα ολόκληρο μερόνυχτο. Συνέχισε να τραβάς τη βάρκα, ψάρι.

Είχε πια νυχτώσει. Τον Σεπτέμβρη η νύχτα πέφτει γρήγορα μετά το ηλιοβασίλεμα. Ο γέρος ξάπλωσε πάνω στις φθαρμένες σανίδες της πλώρης και ξεκουράστηκε όσο μπορούσε. Τα πρώτα αστέρια άρχισαν να εμφανίζονται. Ήξερε πως σύντομα θα γέμιζε ο ουρανός και θα είχε πάλι για συντροφιά τους μακρινούς του φίλους.

— Και το ψάρι είναι φίλος μου, είπε μεγαλόφωνα. Ποτέ δεν είδα ούτε άκουσα για τέτοιο ψάρι. Κι όμως, πρέπει να το σκοτώσω. Ευτυχώς που δεν είμαστε υποχρεωμένοι να σκοτώνουμε τ' αστέρια.

Φαντάσου να έπρεπε ένας άνθρωπος να προσπαθεί κάθε μέρα να σκοτώσει το φεγγάρι, συλλογίστηκε. Το φεγγάρι πάντα θα ξέφευγε. Ή να έπρεπε κάθε μέρα να σκοτώνει τον ήλιο. Σ' αυτό, τουλάχιστον, είμαστε τυχεροί.

Λυπόταν το μεγάλο ψάρι που δεν είχε τίποτε να φάει. Κι όμως η απόφασή του να το σκοτώσει δεν λιγόστευε καθόλου τη συμπόνια που ένιωθε γι' αυτό.

Πόσοι άνθρωποι θα τραφούν από τούτο το ψάρι; σκέφτηκε. Το αξίζουν όμως; Όχι. Κανείς δεν αξίζει να φάει ένα τόσο ευγενικό πλάσμα, με τόση αξιοπρέπεια και τέτοια συμπεριφορά.

Δεν μπορώ να καταλάβω αυτά τα πράγματα, συλλογίστηκε. Όμως είναι ευλογία που δεν χρειάζεται να σκοτώνουμε τον ήλιο, το φεγγάρι ή τ' αστέρια. Αρκεί που ζούμε στη θάλασσα και σκοτώνουμε τ' αληθινά μας αδέλφια.

[...]

— Ψάρι, είπε γλυκά και καθαρά. Θα μείνω μαζί σου ώσπου να πεθάνω.

Κι ίσως κι εκείνο να μείνει μαζί μου, σκέφτηκε.

Περίμενε ώσπου να χαράξει. Ήταν η ψυχρή ώρα πριν από την αυγή και κουλουριάστηκε πάνω στα σανίδια της βάρκας για να ζεσταθεί.

Θα το τραβήξω όσο αντέξουμε κι οι δυο, συλλογίστηκε.

Με το πρώτο φως η πετονιά συνέχιζε να χάνεται βαθιά μέσα στη θάλασσα. Η βάρκα προχωρούσε σταθερά και η πρώτη αχτίδα του ήλιου έπεσε πάνω στον δεξί ώμο του γέρου.

Όταν ο ήλιος ανέβηκε ολόκληρος, κατάλαβε πως το ψάρι δεν είχε ακόμη κουραστεί. Ένα μόνο σημάδι του έδινε κουράγιο: η πετονιά είχε μικρότερη κλίση, πράγμα που σήμαινε πως το ψάρι κολυμπούσε πιο κοντά στην επιφάνεια. Αυτό δεν σήμαινε πως θα πηδούσε, αλλά άφηνε μια ελπίδα.

— Ας πηδήξει, Θεέ μου, είπε ο γέρος. Έχω αρκετό σκοινί για να τα βγάλω πέρα. Αν τεντώσω λίγο ακόμη την πετονιά, ίσως πονέσει και αναγκαστεί να πηδήξει.
← Επιστροφή στην αρχική