Αρχική Ποιητές Ποίημα
Φύση
1867

Ι.

Οι χειμώνες ξέρουν
εύκολα να ρίχνουν το χιόνι,
κι η αδίδακτη Άνοιξη είναι σοφή
στις πρίμουλες και τις ανεμώνες.

Η Φύση, που μισεί τα τεχνάσματα και τον μόχθο,
ανατρέπει και μπερδεύει
τα μυαλά που μηχανεύονται σχέδια·
το Τυχαίο και η Έκπληξη
είναι οι κόρες των ματιών της.

Μα αγαπά βαθιά τον φτωχό
και, με τον δικό της θαυμαστό τρόπο,
γκρεμίζει τον θορυβώδη καυχησιάρη.

Γιατί η Φύση αφουγκράζεται μέσα στο ρόδο
και ακούει μέσα στην καμπανούλα του καρπού,
για να βοηθήσει τους φίλους της,
να βασανίσει τους εχθρούς της,
και σαν σοφός Θεός κρίνει σωστά.

Κι ακόμη μεγαλύτερη είναι η αγάπη της
για τις ψυχές που ποτέ δεν ξέπεσαν,
για τους χωρικούς που ζουν ευτυχισμένοι
και πράττουν καλά επειδή έτσι το θέλουν,
που βαδίζουν σε δρόμους άγνωστους
και κατορθώνουν σπουδαία έργα
προτού ακόμη γίνουν γνωστοί.

**ΙΙ.**

Είναι παιχνιδιάρα και καλή,
μα η διάθεσή της αλλάζει·
δεν επαναλαμβάνεται ποτέ μονότονα,
θα γίνει τα πάντα για όλους τους ανθρώπους.

Αυτή που είναι πανάρχαια,
μα καθόλου αδύναμη,
χύνει τη δύναμή της στους ανθρώπους,
χαρούμενα, πολύμορφα και ανεμπόδιστα·
τους δημιουργεί και τους πλάθει όπως είναι.

Κι αυτό που εκείνοι αποκαλούν
τρόπο ζωής της πόλης
δεν είναι δικός τους τρόπος, αλλά δικός της·
κι ό,τι λένε πως δημιούργησαν σήμερα,
το έμαθαν από τις βελανιδιές και τα έλατα.

Γεννά ανθρώπους σαν φρέσκες μολόχες,
ήρωες και κόρες, σάρκα από τη σάρκα της·
εμποτίζει το νερό και το σιτάρι της
με τις γεύσεις που εκείνη θεωρεί κατάλληλες
και τους δίνει ό,τι χρειάζονται
για να πιουν και να φάνε.

Κι αφού έτσι τους χαρίζει τροφή και ανάπτυξη,
εκείνοι υπακούν στο θέλημά της
χωρίς αντίσταση.

Αυτό που θεωρούν περισσότερο δικό τους
δεν τους ανήκει πραγματικά,
μα είναι δανεισμένο, άτομο προς άτομο,
από το σίδερο και την πέτρα.

Και στα περίφημα έργα Τέχνης τους
η καθοριστική πινελιά
παραμένει πάλι δική της.
← Επιστροφή στην αρχική