Αρχική Άνθρωποι Βιβλία
Το Άξιον Εστί
1959
(η αρχή του ποιήματος- ο πρώτος ύμνος)
Η ΓΕΝΕΣΙΣ
I

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ τὸ φῶς Καὶ ἡ ὥρα ἡ πρώτη
ποὺ τὰ χείλη ἀκόμη στὸν πηλό
δοκιμάζουν τὰ πράγματα τοῦ κόσμου
Αἷμα πράσινο καὶ βολβοὶ στὴ γῆ χρυσοί
Πανωραία στὸν ὕπνο της ἁπλώσε καὶ ἡ θάλασσα
γάζες αἰθέρος τὶς ἀλεύκαντες
κάτω ἀπ’ τὶς χαρουπιὲς καὶ τοὺς μεγάλους ὄρθιους φοίνικες

Ἐκεῖ μόνος ἀντίκρισα
τὸν κόσμο
κλαίγοντας γερά

Ἡ ψυχή μου ζητοῦσε Σηματορὸ καὶ Κήρυκα

Εἶδα τότε θυμάμαι
τὶς τρεῖς Μαῦρες Γυναῖκες
νὰ σηκώνουν τὰ χέρια κατὰ τὴν Ἀνατολή
Χρυσωμένη τὴ ράχη τους καὶ τὸ νέφος ποὺ ἄφηναν
λίγο λίγο σβήνοντας

δεξιὰ Καὶ φυτὰ σχημάτων ἄλλων
Ἦταν ὁ ἥλιος μὲ τὸν ἄξονά του μέσα μου
πολυάχτιδος ὅλος ποὺ καλοῦσε Καὶ
αὐτὸς ἀλήθεια ποὺ ἤμουνα Ὁ πολλοὺς αἰῶνες πρίν
Ὁ ἀκόμη χλωρὸς μὲς στὴ φωτιὰ Ὁ ἄκοπος ἀπ’ τὸν οὐρανό

Ἔνιωσα ἦρθε κι ἔσκυψε
πάνω ἀπ’ τὸ λίκνο μου
ἴδια ἡ μνήμη γινάμενη παρόν
τὴ φωνὴ πήρε τῶν δέντρων, τῶν κυμάτων:

«Ἐντολή σου» εἶπε «αὐτὸς ὁ κόσμος
καὶ γραμμένος μὲς στὰ σπλάχνα σου εἶναι
Διάβασε καὶ προσπάθησε
καὶ πολέμησε» εἶπε

«Ὁ καθὲς καὶ τὰ ὅπλα του» εἶπε

Καὶ τὰ χέρια του ἅπλωσε ὅπως κάνει
νέος δόκιμος Θεὸς γιὰ νὰ πλάσει μαζί ὀληγόνη καὶ εὐφροσύνη,

Πρῶτα σύρθηκαν μὲ δύναμη
καὶ ψηλὰ πάνω ἀπὸ τὰ μπεντένια ξεκαρφώθηκαν πέφτοντας
οἱ Ἑπτὰ Μπαλτάδες

καταπὼς ἡ Καταιγίδα
στὸ σημεῖο μηδὲν ὅπου εὐωδιάζει
ἄπαρχής πάλι ἕνα πουλί

καθαρὸ παλιννοστοῦσε τὸ αἷμα
καὶ τὰ τέρατα ἔπαιρναν τὴν ὄψη ἀνθρώπου

Τόσο εὔλογο τὸ Ἀκατανόητο

Ὕστερα καὶ οἱ ἄνεμοι ὅλοι τῆς φαμίλιας μου ἔφτασαν
τ’ ἀγόρια μὲ τὰ φουσκωμένα μάγουλα
καὶ τὶς πράσινες πλατιὲς οὐρὲς ὅμοια Γοργόνες

καὶ ἄλλοι γέροντες γνώριμοι παλαιοί
ὀστρακόδερμοι γενειοφόροι

Καὶ τὸ νέφος ἐχώρισαν στὰ δύο Καὶ αὐτὸ πάλι στὰ τέσσερα
καὶ τὸ λίγο ποὺ ἀπόμεινε φύσηξαν καὶ ξαπόστειλαν στὸ Βορρᾶ
Μὲ πλατὺ πάτησε πόδι στὰ νερὰ καὶ ἀγέρωχος ὁ μέγας Κούλης

Ἡ γραμμὴ τοῦ ὁρίζοντα ἔλαμψε
ὁρατὴ καὶ πυκνὴ καὶ ἀδιαπέραστη

ΑΥΤΟΣ ὁ πρῶτος ὕμνος.
← Επιστροφή στην αρχική