Το Ερωτικό Τραγούδι του Τζ. Άλφρεντ Προύφροκ
1915
"Αν πίστευα πως η απάντησή μου
θα έφτανε ποτέ σ' έναν που θα γύριζε στον κόσμο,
τούτη η φλόγα δε θα σάλευε άλλο.
Μα αφού ποτέ απ' αυτά τα βάθη
κανείς δεν γύρισε ζωντανός, αν είναι αλήθεια όσα άκουσα,
σου απαντώ δίχως φόβο για την ατίμωση".
Ας πάμε λοιπόν, εσύ κι εγώ,
όταν το δειλινό απλώνεται στον ουρανό
σαν ασθενής ναρκωμένος πάνω σ' ένα χειρουργικό τραπέζι.
Ας διασχίσουμε κάποιους μισοέρημους δρόμους,
τα μουρμουριστά καταφύγια
ανήσυχων νυχτών σε φτηνά ξενοδοχεία μιας βραδιάς
και εστιατόρια με πριονίδι στο πάτωμα και όστρακα στρειδιών.
Δρόμοι που ξετυλίγονται σαν μια κουραστική αντιπαράθεση
με ύπουλο σκοπό,
για να σε οδηγήσουν σε μια συντριπτική ερώτηση...
Μα μη ρωτήσεις: «Ποια είναι;»
Ας πάμε να κάνουμε την επίσκεψή μας.
Μέσα στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και φεύγουν,
μιλώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο.
Η κίτρινη ομίχλη που τρίβει την πλάτη της στα τζάμια,
ο κίτρινος καπνός που τρίβει το ρύγχος του στα τζάμια,
γλείφει με τη γλώσσα του τις γωνιές του βραδιού,
στέκει πάνω στα νερά που λιμνάζουν στις υδρορροές,
αφήνει στην πλάτη του να πέσει η αιθάλη των καμινάδων,
γλιστρά δίπλα από τη βεράντα, κάνει ένα ξαφνικό άλμα
και, βλέποντας πως είναι μια γλυκιά νύχτα του Οκτωβρίου,
κουλουριάζεται μια φορά γύρω από το σπίτι και αποκοιμιέται.
Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
για τον κίτρινο καπνό που γλιστρά κατά μήκος του δρόμου,
τρίβοντας την πλάτη του στα τζάμια.
Θα υπάρχει χρόνος, θα υπάρχει χρόνος
να ετοιμάσεις ένα πρόσωπο για τα πρόσωπα που θα συναντήσεις.
Θα υπάρχει χρόνος να σκοτώσεις και να δημιουργήσεις,
και χρόνος για όλα τα έργα και τις μέρες των χεριών
που σηκώνουν και αφήνουν μια ερώτηση πάνω στο πιάτο σου.
Χρόνος για σένα και χρόνος για μένα,
και ακόμη χρόνος για εκατό δισταγμούς,
και για εκατό οράματα και αναθεωρήσεις,
πριν από το τοστ και το τσάι.
Μέσα στο δωμάτιο οι γυναίκες έρχονται και φεύγουν,
μιλώντας για τον Μιχαήλ Άγγελο.
Και πράγματι θα υπάρχει χρόνος
να αναρωτηθώ: «Τολμώ;» και «Τολμώ;»
Χρόνος να γυρίσω πίσω και να κατέβω τη σκάλα,
με μια φαλάκρα να ανοίγει στην κορυφή του κεφαλιού μου —
(Θα πουν: «Πόσο έχουν αραιώσει τα μαλλιά του!»)
Με το πρωινό μου σακάκι, τον γιακά σφιχτά κουμπωμένο ως το πηγούνι,
τη γραβάτα μου κομψή και διακριτική, στερεωμένη μ' ένα απλό καρφί —
(Θα πουν: «Μα πόσο λεπτά είναι τα χέρια και τα πόδια του!»)
Τολμώ
να ταράξω το σύμπαν;
Μέσα σ' ένα λεπτό υπάρχει χρόνος
για αποφάσεις και αναθεωρήσεις
που το επόμενο λεπτό θα ανατρέψει.
Γιατί τις γνώρισα ήδη όλες, τις γνώρισα όλες.
Γνώρισα τα βράδια, τα πρωινά και τα απογεύματα.
Μέτρησα τη ζωή μου με κουταλάκια του καφέ.
Γνωρίζω τις φωνές που σβήνουν αργά,
κάτω από τη μουσική ενός πιο μακρινού δωματίου.
Πώς λοιπόν να τολμήσω;
Και γνώρισα ήδη τα μάτια, τα γνώρισα όλα —
τα μάτια που σε καθηλώνουν μέσα σε μια έτοιμη κρίση.
Κι όταν κι εγώ έχω οριστεί,
καρφωμένος σαν έντομο σε μια καρφίτσα,
καρφιτσωμένος και σπαρταρώντας στον τοίχο,
πώς να αρχίσω
να ξετυλίγω όλα τα απομεινάρια των ημερών και της ζωής μου;
Και πώς να τολμήσω;
Και γνώρισα ήδη τα χέρια, τα γνώρισα όλα —
χέρια λευκά και γυμνά, στολισμένα με βραχιόλια,
(μα κάτω από το φως της λάμπας, σκεπασμένα με απαλό καστανό χνούδι!)
Είναι το άρωμα ενός φορέματος
που με κάνει να χάνω τον ειρμό μου;
Χέρια ακουμπισμένα πάνω στο τραπέζι
ή τυλιγμένα γύρω από ένα σάλι.
Να τολμήσω λοιπόν;
Και πώς να αρχίσω;
Να πω πως περπάτησα στο σούρουπο
μέσα από στενά δρομάκια
και παρακολούθησα τον καπνό να υψώνεται από τις πίπες
μοναχικών αντρών με ανασηκωμένα μανίκια,
σκυμμένων στα παράθυρα;...
Θα έπρεπε να ήμουν
ένα ζευγάρι τραχιές δαγκάνες,
που σέρνονται στον βυθό
σιωπηλών θαλασσών.
Κι όμως το απόγευμα, το δειλινό,
κοιμάται τόσο γαλήνια,
χαϊδεμένο από μακριά δάχτυλα,
κοιμισμένο... κουρασμένο... ή μήπως προσποιείται;
Απλωμένο στο πάτωμα,
εδώ, δίπλα σ' εσένα και σ' εμένα.
Θα έχω, άραγε, ύστερα από το τσάι,
τα γλυκά και τα παγωτά,
τη δύναμη να οδηγήσω τη στιγμή στην κορύφωσή της;
Κι όμως, παρόλο που έκλαψα και νήστεψα,
παρόλο που προσευχήθηκα,
παρόλο που είδα το κεφάλι μου
(λιγάκι πιο φαλακρό πια)
να προσφέρεται πάνω σε μια πιατέλα,
δεν είμαι προφήτης —
κι αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία.
Είδα τη στιγμή της δόξας μου να τρεμοσβήνει,
είδα τον Αιώνιο Υπηρέτη
να κρατά το παλτό μου
και να χαμογελά ειρωνικά.
Και, με δυο λόγια,
φοβήθηκα.
Και θα άξιζε άραγε τον κόπο, στο τέλος,
μετά τα φλιτζάνια, τη μαρμελάδα και το τσάι,
ανάμεσα στις πορσελάνες, ανάμεσα στις κουβέντες για σένα και για μένα,
θα άξιζε άραγε τον κόπο
να δαγκώσω το ζήτημα μ' ένα χαμόγελο,
να συμπιέσω το σύμπαν σε μια σφαίρα
και να το κυλήσω προς μια συντριπτική ερώτηση,
να πω:
«Είμαι ο Λάζαρος· γύρισα από τους νεκρούς.
Ήρθα να σας τα πω όλα. Θα σας τα πω όλα.»
αν εκείνη, καθώς τακτοποιούσε το μαξιλάρι στο κεφάλι της,
έλεγε:
«Δεν εννοούσα καθόλου αυτό.
Δεν ήταν αυτό.»
Και θα άξιζε άραγε τον κόπο, στο τέλος,
θα άξιζε άραγε τον κόπο,
μετά τα ηλιοβασιλέματα, τις αυλές και τους δρόμους πασπαλισμένους με σκόνη,
μετά τα μυθιστορήματα, τα φλιτζάνια του τσαγιού,
τις φούστες που σέρνονται στο πάτωμα—
κι όλα τ' άλλα μαζί—
είναι αδύνατο να πω ακριβώς τι εννοώ.
Σαν να πρόβαλλε όμως ένας μαγικός φανός
τα νεύρα μου ζωγραφισμένα πάνω σε μια οθόνη...
θα άξιζε άραγε τον κόπο,
αν εκείνη, τακτοποιώντας ένα μαξιλάρι
ή ρίχνοντας το σάλι της στους ώμους,
στρεφόταν προς το παράθυρο και έλεγε:
«Δεν ήταν αυτό.
Δεν εννοούσα αυτό.»
Όχι! Δεν είμαι ο πρίγκιπας Άμλετ,
ούτε ήταν γραφτό να είμαι.
Είμαι ένας αυλικός,
που χρησιμεύει για να συμπληρώνει την πομπή,
να ανοίγει μια-δυο σκηνές,
να συμβουλεύει τον πρίγκιπα·
αναμφίβολα ένα χρήσιμο όργανο,
ευγενικός, πρόθυμος να φανεί χρήσιμος,
διπλωματικός, προσεκτικός και σχολαστικός,
γεμάτος σοφές ρήσεις,
μα κάπως αδέξιος.
Και πότε πότε,
σχεδόν γελοίος—
σχεδόν, καμιά φορά,
ο Γελωτοποιός.
Γερνάω...
Γερνάω...
Θα γυρίζω τα ρεβέρ του παντελονιού μου.
Να χωρίσω τα μαλλιά μου προς τα πίσω;
Τολμώ να φάω ένα ροδάκινο;
Θα φορέσω λευκό φανελένιο παντελόνι
και θα περπατώ στην ακρογιαλιά.
Άκουσα τις γοργόνες να τραγουδούν,
η μία στην άλλη.
Δεν πιστεύω πως θα τραγουδήσουν ποτέ για μένα.
Τις είδα να ταξιδεύουν πάνω στα κύματα,
χτενίζοντας τα λευκά μαλλιά της θάλασσας,
εκεί όπου ο άνεμος κάνει το νερό
άλλοτε λευκό κι άλλοτε μαύρο.
Μείναμε στις θαλάσσιες κάμαρες,
ανάμεσα σε κορίτσια της θάλασσας
στεφανωμένα με κόκκινα και καφετιά φύκια,
ώσπου ανθρώπινες φωνές μάς ξύπνησαν—
και πνιγήκαμε.