Άκρη
Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί.
Το νεκρό της Σώμα φοράει το χαμόγελο της εκπλήρωσης,
Η αυταπάτη κάποιας αρχαίας ανάγκης
Κυλά στις έλικες της τηβέννου,
Τα γυμνά της Πόδια μοιάζουν να λένε: Φτάσαμε μέχρι εδώ,
τελείωσε.
Το κάθε νεκρό παιδί κουλουριασμένο, ένα φίδι λευκό,
Ένα σε κάθε μικρό Κανάτι γάλα, άδειο πια.
Τα δίπλωσε πάλι
Στο σώμα της πάνω σαν φύλλα Ενός ρόδου που
κλείνει όταν ο κήπος
Μουδιάζει και αιμορραγεί αρώματα
Από τους γλυκείς, βαθιούς λαιμούς του νυχτολούλουδου.
Η σελήνη δεν έχει λόγο να λυπάται για όλα αυτά,
Καθώς κοιτάζει απ’ το κοκάλινο κοίλωμά της.
Είναι κάτι που το ’χει συνηθίσει.
Τα μαύρα της τρίζουν και βαραίνουν.
EDGE
The woman is perfected.
Her dead Body wears the smile of accomplishment,
The illusion of a Greek necessity
Flows in the scrolls of her toga,
Her bare Feet seem to be saying:
We have come so far, it is over.
Each dead child coiled, a white serpent,
One at each little Pitcher of milk, now empty.
She has folded Them back into her body as petals
Of a rose close when the garden Stiffens and odors bleed
From the sweet, deep throats of the night flower.
The moon has nothing to be sad about,
Staring from her hood of bone.
She is used to this sort of thing.
Her blacks crackle and drag.