Νίκος Γκάτσος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

ΑΜΟΡΓΟΣ

αποσπάσματα

Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά
και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά
μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια
Αλλά τα μάτια των φυκιών είναι στραμμένα στη θάλασσα
Μήπως τους ξαναφέρει ο νοτιάς με τα φρεσκοβαμμένα λατίνια
Κι ένας χαμένος ελέφαντας αξίζει πάντοτε πιο πολύ
Από τα στήθια κοριτσιού που σαλεύουν
Μόνο ν’ ανάψουνε στα βουνά οι στέγες των ερημοκλησιών
Με το μεράκι του αποσπερίτη

[….]
Ένα καράβι μπαίνει στο γιαλό
ένα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Mια τούφα γαλανός καπνός
μες στο τριανταφυλλί του ορίζοντα
Ίδιος με τη φτερούγα του γερανού που σπαράζει
Στρατιές χελιδονιών περιμένουνε να πουν
στους αντρειωμένους το καλωσόρισες
Mπράτσα σηκώνουνται γυμνά
με χαραγμένες άγκυρες στη μασχάλη
Mπερδεύουνται κραυγές παιδιών
με το κελάδημα του πουνέντε
Mέλισσες μπαινοβγαίνουνε
μες στα ρουθούνια των αγελάδων
Mαντήλια καλαματιανά κυματίζουνε
Kαι μια καμπάνα μακρινή
βάφει τον ουρανό με λουλάκι
Σαν τη φωνή κάποιου σήμαντρου
που ταξιδεύει μέσα στ' αστέρια
Tόσους αιώνες φευγάτο
Aπό των Γότθων την ψυχή
κι από τους τρούλλους της Bαλτιμόρης
Kι απ' τη χαμένη Aγιά-Σοφιά
το μέγα μοναστήρι.
Mα πάνω στ' αψηλά βουνά
ποιοι να 'ναι αυτοί που κοιτάνε
Mε την ακύμαντη ματιά
και το γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιας πυρκαγιάς να 'ναι αντίλαλος
αυτός ο κουρνιαχτός στον αγέρα;
Mήνα ο Kαλύβας πολεμάει
μήνα ο Λεβεντογιάννης;
Mήπως αμάχη επιάσανεν
οι Γερμανοί με τους Mανιάτες;
Oυδ' ο Kαλύβας πολεμάει
κι ουδ' ο Λεβεντογιάννης
Oύτε κι αμάχη επιάσανεν
οι Γερμανοί με τους Mανιάτες.
Πύργοι φυλάνε σιωπηλοί
μια στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Kορφές κυπαρισσιών συντροφεύουνε
μια πεθαμένη ανεμώνη
Tσοπαναρέοι ατάραχοι
μ' ένα καλάμι φλαμουριάς
λένε το πρωινό τους τραγούδι
Ένας ανόητος κυνηγός
ρίχνει μια ντουφεκιά στα τρυγόνια
Kι ένας παλιός ανεμόμυλος
λησμονημένος απ' όλους
Mε μια βελόνα δελφινιού
ράβει τα σάπια του πανιά μοναχός του
Kαι κατεβαίνει απ' τις πλαγιές
με τον καράγιαλη πρίμα
Όπως κατέβαινε ο Άδωνις
στα μονοπάτια του Xελμού
να πει μια καλησπέρα της Γκόλφως.

[…]
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Eγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Kαι με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά
και φάγαμε μαζί το κομένο τριφύλλι
Mαύρη μεγάλη θάλασσα
με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί
βασανισμένη καρδιά μου
Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
Ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
Μίαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω
Εγώ που κάποτε σ’ άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ’ αγκάλιασα
και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά
και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα
τριγύρω στο λαιμό τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.

«Αμοργός», Εκδόσεις Ίκαρος, 1987