,
ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΣΑΜΟΥΕΛ ΜΠΕΚΕΤ

Ποιήματα συνοδευόμενα από σαχλοκουβέντες

Αποσπάσματα

Συνδεδεμένος
Είναι τέτοια η απελπισία στο να κρύβεις
τις λέξεις που θες να πεις
Που δεν είναι καλύτερο
να αποτυγχάνεται η προσπάθεια
Απ’ το να μη γίνεται καθόλου;
Οι ώρες μετά τη φυγή σου
πέφτουν πάνω μου βαριές
σύντομα θ’ αρχίσουν
σιγά-σιγά να σέρνονται
πάνω σ’ ένα κρεβάτι
απ’ τη δική σου έλλειψη
όπου οι μάχες αρπάζονται τυφλά
αναζωπυρώνοντας αναμνήσεις
από αγάπες παλιές
αντικρίζοντας ματιές
εκεί όπου κάποτε έβλεπα
τα δικά σου μάτια αλλά όλα είναι προτιμότερο
να συμβαίνουν σύντομα παρά ποτέ
η ανάγκη μου, μαύρη και σκοτεινή
πιτσιλάει τα πρόσωπά τους
και σου λέω ξανά πως
εννέα μέρες δεν είναι ποτέ αρκετές
γι’ αυτούς που αγαπάμε
ούτε εννέα μήνες
ούτε εννέα ζωές
Και σου λέω πάλι
εάν εσύ δεν με διδάξεις δεν θα μάθω
σου λέω πάλι υπάρχει πάντα κάτι το τελευταίο
ακόμα και τις τελευταίες φορές
τις τελευταίες φορές που ικετεύεις
τις τελευταίες φορές που αγαπάς
ξέροντας πως να μη ξέρεις
να προσποιείσαι
κάτι το τελευταίο ακόμη
και την τελευταία φορά που σου λέω
εάν εσύ δεν μ’ αγαπήσεις
δε θ’ αγαπηθώ ποτέ
εάν εγώ δεν σ’ αγαπήσω
δε θ’ αγαπήσω ποτέ
η ανατάραξη των περασμένων λέξεων
κατευθείαν στην καρδιά και πάλι
Αγάπη αγάπη αγάπη
σαν γδούπος βαρύς
ενός παλιού εμβόλου
χτυπώντας τους αναλλοίωτους
σωρούς των λέξεων
κι εγώ τρομοκρατημένος και πάλι
πως ίσως δεν αγαπηθώ
πως ίσως αγαπήσω αλλά όχι εσένα
πως ίσως αγαπηθώ αλλά όχι από εσένα
ξέροντας πως να μη ξέρω να προσποιούμαι
εγώ και όλοι οι άλλοι που θα σε αγαπήσουν
αν σε αγαπήσουν
εκτός κι αν δεν σ’ αγαπήσουν

[…]

Τι θα ‘κανα δίχως αυτό τον κόσμο
δίχως πρόσωπο και δίχως απορίες
Όπου το Είναι διαρκεί μόνο για μια στιγμή
κι όπου η κάθε μια στιγμή
Χύνει στη λήθη στο κενό το γεγονός
ότι υπήρξα
Δίχως αυτό το κύμα όπου στο τέλος
Σώμα και σκιά μαζί καταποντίζονται
Τι θα ’κανα δίχως εκείνη τη σιωπή
που ψιθυρίζοντας βγαίνει από τα έγκατα
Ασθμαίνοντας και οργισμένη
ζητά αγάπη και βοήθεια
Δίχως τον ουρανό εκείνο που υψώνεται
Πάνω από τη σκόνη
των ίδιων του των ναυαγίων
τι θα ’κανα
θα έκανα ό,τι και χθες ό,τι και σήμερα
κοιτώντας από τον φεγγίτη μου
μήπως δεν είμαι μόνος
να περιπλανιέμαι ν’ αποστρέφομαι
ετούτη τη ζωή
μέσα σε ένα σύμπαν που σπαράζει
μέσα σε όλες τις φωνές
δίχως φωνή δική μου
φωνές που εγκλωβίστηκαν μαζί μου

[….]

Ακολουθώ τη ροή της άμμου που γλιστρά
Ανάμεσα αμμόλοφο και βότσαλο
Η θερινή βροχή βρέχει τη ζωή μου
Εμένα τη ζωή μου που μου διαφεύγει με καταδιώκει
Απ’ όταν άρχισε μέχρι που να τελειώσει

Σε βλέπω αγαπημένη στιγμή
Μέσα σ’ αυτό το παραπέτασμα ομίχλης που διαλύεται
Όπου θα σταματήσω να πατώ
αυτά τα μακριά κινούμενα κατώφλια
Θα ζήσω τόσο όσο διαρκεί
το ανοιγοκλείσιμο μιας πόρτας

Θα’ θελα να πεθάνει η αγάπη μου
Και η βροχή να πέφτει στο νεκροταφείο
Και στα δρομάκια όπου βαδίζω
Χύνοντας δάκρυα βροχή για κείνη
που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε

θα’ θελα η αγάπη μου να πέθαινε
θα’ θελα να ‘βρεχε στο κοιμητήρι
και στα δρομάκια που διαβαίνω
κλαίγοντας αυτήν
που πίστεψε ότι μ’ αγάπησε
κρανίο μονάχο έξω και μέσα
κάπου ενίοτε
σαν κάτι
κρανίου καταφύγιο τελευταίο
δοσμένος απ’ έξω
φτυστός Bocca μες στον καθρέφτη
το μάτι στον έσχατο φόβο
ανοίγει διάπλατα ξανακλείνει
μην έχοντας πια τίποτα
έτσι ενίοτε
σαν κάτι
απ’ τη ζωή όχι αναγκαστικά
κάθε μέρα επιθυμείς
να’ σαι μια μέρα ζωντανός
όχι βέβαια χωρίς να λυπάσαι
μια μέρα που γεννήθηκες
τίποτα μηδαμινό
δεν θα’ χε υπάρξει
για το τίποτα
τόσο υπαρκτό
τίποτα
μηδαμινό
βήμα το βήμα
πουθενά
κανένας μόνος
δεν ξέρει πώς
μικρά βήματα
πουθενά
επίμονα.