| ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΓΚΥΣΤΑΒ ΦΛΩΜΠΕΡΤο πρώτο Κεφάλαιο(Από Έκδοση ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ 2006 Σε μετάφραση: Κωνσταντίνου Θεοτόκη) Ήταν η ώρα της μελέτης, όταν ο επιμελητής μπήκε στην τάξη. Τονακολουθούσε ένας καινούριος, ντυμένος πολιτικά, κι ένας υπηρέτηςφορτωμένος μ' ένα μεγάλο αναλόγιο. Εκείνοι που κοιμούνταν ξύπνησαν καιόλοι σηκώθηκαν, σαν να τους είχε κάποιος αιφνιδιάσει στην εργασία.Ο επιμελητής μάς έγνεψε να ξανακαθίσουμε κι έπειτα, γυρίζοντας προς τονεπιτηρητή μελέτης, του είπε χαμηλόφωνα: «Κύριε Ροζέ, ιδού ένας μαθητήςπου σας τον συστήνω. Μπαίνει στην πέμπτη τάξη. Εάν η εργασία του και ηδιαγωγή του το αξίζουν, θα περάσει με τους μεγάλους, καθώς αρμόζει στηνηλικία του». Ο καινούριος, που 'χε μείνει στη γωνία, πίσω από την πόρτα, σε τρόπο πουμετά βίας τον βλέπαμε, ήταν ένα αγόρι από την εξοχή, δεκαπέντε χρόνωνπερίπου και μεγαλύτερος στο ανάστημα από όλους εμάς. Τα μαλλιά τουήταν κομμένα ίσια, πάνω από το μέτωπο, όπως τα 'χαν οι ψάλτες τουχωριού, το ύφος του ήταν φρόνιμο και φαινόταν πολύ ζαλισμένος. Μόλοπου οι πλάτες του δεν ήταν πλατιές, η τσόχινη πράσινη ζακέτα του, μεμαύρα κουμπιά, πρέπει να τον ενοχλούσε σίγουρα στις μασχάλες, κι άφηνενα φαίνονται, μέσα από τα σχιστά αναδιπλώματά της, κόκκινα χέριασυνηθισμένα να είναι γυμνά στον ήλιο. Τα πόδια του, φορούσε γαλάζιεςκάλτσες, έβγαιναν μέσα από ένα κιτρινωπό παντελόνι που τοπαρατραβούσαν οι τιράντες. Είχε δυνατά παπούτσια κακοβερνικωμένα κιαρματωμένα με καρφιά στις σόλες. Αρχίσαμε την επανάληψη των μαθημάτων. Άνοιγε τα αυτιά για να μαςακούει προσεχτικά, όπως στην εκκλησία, μην τολμώντας μήτε να διπλώσειτα πόδια του μήτε ν' ακουμπήσει στους αγκώνες του, και κατά τις δύο,όταν η καμπάνα σήμανε, ο επιτηρητής μελέτης υποχρεώθηκε να τονειδοποιήσει για να μπει κι αυτός στη γραμμή μαζί μας. Μπαίνοντας στην τάξη, είχαμε τη συνήθεια να ρίχνουμε καταγής τα πηλίκιάμας, για να 'χουμε έτσι τα χέρια ελεύθερα. Από το κατώφλι της πόρταςέπρεπε να τα πετάξει κανείς κάτω από τους πάγκους, ενάντια στον τοίχο,για να σηκωθεί πολλή σκόνη. Αυτός ήταν ο τρόπος. Αλλά είτε γιατί δεν παρατήρησε αυτά τα τεχνάσματα είτε γιατί δεν τόλμησενα τα μιμηθεί, είχε τελειώσει κιόλας η προσευχή, κι ο καινούργιοςβαστούσε ακόμα στα γόνατά του το πηλήκιό του. Αυτό το πηλήκιο ήταν έναείδος πολυσύνθετου καπέλου, που είχε τα στοιχεία του σκούφου απόγούνα, του μαλακού καπέλου, του πηλήκιου από σβύδρα και της σκούφιαςαπό βαμβάκι, ήταν, τέλος, ένα από κείνα τα φτωχά τα πράγματα, που ηβουβή τους ασκήμια είχε βάθος έκφρασης όπως το πρόσωπο του βλάκα.Αυγουλωτό και φουσκωτό, άρχιζε από τρία κυκλικά λουκάνικα κι έπειταεναλλάσσονταν, χωρισμένα από μία κόκκινη λουρίδα, κάτι τετραγωνάκιακατιφένια κι από τομάρι λαγού, ερχόταν έπειτα ένα είδος σάκου πουτελείωνε σ' ένα πολύγωνο με χαρτόνι από κάτω, ολοκέντητο μ' έναπολύπλοκο χρυσοκέντημα, κι από το τετράγωνο εκείνο κρεμόταν στην άκρηενός μικρού και πολύ λεπτού σιριτιού σαν ένας κόμπος από νήματα χρυσά,που ήταν στο σχήμα σαν βαλάνι. Το πηλήκιο ήταν καινούργιο• το γείσο τουγυάλιζε. «Σήκω επάνω» του είπε ο καθηγητής. Σηκώθηκε• το πηλήκιο του 'πεσε χάμω, όλη η τάξη βάλθηκε να γελάει.Έσκυψε για να το σηκώσει• ένας μαθητής που καθόταν σιμά του το 'κανενα ξαναπέσει• το σήκωσε για δεύτερη φορά.«Βάλε κάπου αυτό το κράνος!» του 'πε ο καθηγητής, που ήταν έναςάνθρωπος με πνεύμα. Ένα γέλιο γενικό ξέσπασε• ο δύστυχος έχασε το νου του τόσο, που δενήξερε αν έπρεπε να κρατήσει το πηλήκιό του στο χέρι, να το αφήσει ναπέσει χάμω ή να το φορέσει στο κεφάλι. Ξανακάθισε και το ακούμπησεπάνω στα γόνατά του. «Σήκω επάνω» του ξανάπε ο καθηγητής, «και πες μου το όνομά σου». Οκαινούριος ψιθύρισε ψελλίζοντας κάτι που κανείς δεν το κατάλαβε. «Ξαναπές το!» Ακούστηκε το ίδιο ψέλλισμα, όλη η τάξη γιουχάιζε.«Δυνατότερα, δυνατότερα!» φώναξε ο δάσκαλος. Ο καινούριος τότε, παίρνοντας μία τελευταία απόφαση, άνοιξε όσομπορούσε το στόμα του, και με όση δύναμη είχαν τα πλεμόνια του έριξε, μ'ένα ξεφωνητό, σαν να 'κραζε κάποιον, τούτη τη λέξη: Σαρμποβαρή.Ένας πάταγος ξέσπασε ολομεμιάς... δυνάμωσε με τους αλαλαγμούς, με ταξεφωνητά, με τα γαβγίσματα, με τα ποδοχτυπήματα (καθένας ξανάλεγε:«Σαρμποβαρή! Σαρμποβαρή!») Έπειτα μεταμορφώθηκε σε ήχουςαπομονωμένους, ησυχάζοντας μετά βίας, κι άξαφνα, μεγαλώνοντας πάλι σεκάποια σειρά θρανίων, όπου, σαν τρακατρούκα κακοσβησμένη, ξέσπασεπάλι κάποιο γέλιο που δεν είχε ακόμα πνιγεί. Ωστόσο, με μια βροχή τιμωρίες η ησυχία αποκαταστάθηκε πάλι στην τάξη•και ο καθηγητής, που είχε καταλάβει το όνομα του «Κάρολου Μποβαρύ»,αφού τον έκανε να του το υπαγορεύσει, να το κατανοήσει και να τοξαναδιαβάσει, πρόσταξε αμέσως στο κακότυχο αγόρι να πάει να καθίσειστον πάγκο των αμελών, σιμά σιμά στην έδρα. Θέλησε να ξεκινήσει• αλλάδίστασε.«Τι ζητάς;» τον ρώτησε ο καθηγητής. «Το πηλ...» αποκρίθηκε με συστολή ο καινούριος, περιφέροντας γύρω τουτα ανήσυχα βλέμματά του. «Πεντακόσιους στίχους αποστήθιση όλη η τάξη!» ήταν το ξεφωνητό τουκαθηγητή, που σταμάτησε μία καινούρια τρικυμία. «Μα δεν ησυχάζετε;»εξακολούθησε ο καθηγητής συγχυσμένος, και σφουγγίζοντας το μέτωπότου με το μαντίλι του, που το πήρε μέσα από το σκουφί του. «Όσο για σένα,καινούριε, θα μου γράψεις είκοσι φορές το ρήμα γελοίος ειμί». Κι έπειτα μεγλυκύτερη φωνή: «Ε!... Θα το βρεις το πηλήκιό σου!... Δε σου το 'κλεψαν!...»Όλα ησύχασαν. Τα κεφάλια έσκυψαν πάνω στα χαρτόνια, και ο καινούριοςέμεινε σε παραδειγματική στάση δυο ολόκληρες ώρες, αν και δεν έπαψαν νατον βρίσκουν, πιτσιλίζοντάς του το πρόσωπο, μικρά τόπια μασημένουχαρτιού, που του τα 'ριχναν μέσα από τη μύτη κάποιας πένας. Αλλάεκείνος σφούγγιζε με το χέρι το πρόσωπο κι έμενε ακίνητος μεκατεβασμένα τα μάτια. Το βράδυ, στο σπουδαστήριο, άνοιξε μεθοδικά το γραφείο του, έβαλε σετάξη τα πράγματά του, έσιαξε με επιμέλεια το χαρτί του. Τον είδαμε ναδουλεύει ευσυνείδητα, γυρεύοντας στο λεξικό όλες τις λέξεις καικοιτάζοντας με προσοχή. Χάρη, βέβαια, σ' αυτή την καλή του θέληση, πουτην απέδειξε, κατάφερε να μην υποβιβαστεί σε κατώτερη τάξη• γιατί, ανκαι γνώριζε αρκετά τους κανόνες του, δεν είχε στη φράση του καμίακομψότητα. Ο παπάς του χωριού είχε αρχίσει να του διδάσκει τα λατινικά,γιατί, για οικονομία, οι γονείς του δε θέλησαν να τον στείλουν στο σχολείοπαρά όσο μπορούσαν αργότερα. Ο πατέρας του, ο κύριος Κάρολος-Διονύσιος-Βαρθολομαίος Μποβαρύ,πρώην επίατρος, που κατά το 1812 βρέθηκε εκτεθειμένος στην υπόθεσητων στρατιωτικών εξαιρέσεων και που αυτή την εποχή αναγκάστηκε ναπαραιτηθεί από την υπηρεσία, έκρινε καλό να ωφεληθεί από τα προσωπικάτου πλεονεκτήματα για να αδράξει στο διάβα μια προίκα εξήντα χιλιάδωνφράγκων, που θα του 'φερνε η θυγατέρα ενός καπελά, γιατί την είχετραβήξει το καλοκαμωμένο κορμί του. Ήταν ωραίος άνθρωπος, πολυλογάς,έκανε να σημαίνουν τα σπιρούνια του. Οι φαβορίτες του ήτανκολλημένες με τα μουστάκια του• στα δάχτυλα είχε πάντα δαχτυλίδια,φορούσε ρούχα ανοιχτόχρωμα, είχε όψη ανθρώπου γενναίου και μαζί τηνεύκολη ευθυμία ενός ταξιδιώτη παραγγελιοδόχου. Αφού στεφανώθηκε,έζησε δυο τρία χρόνια με την προίκα της γυναίκας του, τρώγοντας καλά,αφήνοντας αργά το κρεβάτι, καπνίζοντας μία μεγάλη φαρφουρένια πίπα,γυρίζοντας στο σπίτι έπειτα από το θέατρο, πηγαίνοντας στα καφενεία. Οπεθερός του πέθανε έπειτα και δεν άφησε παρά πολύ λίγα χρήματα•αγανάκτησε εναντίον του, επιδόθηκε στη βιομηχανία, έχασε κάμποσαχρήματα κι έπειτα αποσύρθηκε στην εξοχή για να καλλιεργήσει τη γητου. Αλλά επειδή ήταν το ίδιο άσχετος από γεωργία, όπως και με τοεμπόριο, αντί να στέλνει τα άλογά του στη δουλειά της γης, τα καβαλίκευε οίδιος, έπινε τις μπουκάλες του μηλόκρασού του αντί να τις πουλάει, έτρωγετα καλύτερα πουλερικά του κι άλειφε τα στιβάλια του με το ξίγκι τωνγουρουνιών του, δεν άργησε και πολύ να καταλάβει πως έπρεπε ναπαρατήσει όλη αυτή την επιχείρηση. Βρήκε, λοιπόν, να νοικιάσει για διακόσια φράγκα το χρόνο, σ' ένα χωριόστα σύνορα του Ko και της Πικαρδίας, μία κατοικία που έμοιαζε και σεχωριάτικο σπίτι και σε αρχοντικό, και, γκρινιάρης, κατασπαραγμένος απότην τύψη του, κατηγορώντας τον ουρανό, ζηλεύοντας όλο τον κόσμο,κλείστηκε εκεί μέσα, στην ηλικία των σαράντα πέντε χρόνων μονάχα, καιαπογοητευμένος, έλεγε, από τους ανθρώπους, πήρε την απόφαση να ζήσειήσυχα. Η γυναίκα του άλλοτε είχε ξετρελαθεί μαζί του. Τον είχε αγαπήσει μεχίλιες δουλικότητες που του την είχαν απομακρύνει περισσότερο. Φαιδρήάλλοτε από φυσικού της, διαχυτική, τρυφερή, με την ηλικία είχεκαταντήσει, όπως το κρασί που παίρνει αέρα και γίνεται ξίδι, δύσκολη,νευρική, παράξενη. Είχε υποφέρει τόσο πολύ χωρίς να παραπονιέται, στηναρχή, όταν τον έβλεπε να ξετρέχει όλες τις πόρνες του χωριού και να τηςξαναγυρίζει το βράδυ βγαλμένος από είκοσι καπηλειά, χορτασμένος απ'όλα και μυρίζοντας κρασί. Τότε είχε σωπάσει καταπίνοντας τη λύσσα της μ'ένα βουβό στωικισμό, που τον βάσταξε ως την ημέρα που πέθανε. Είχεαδιάκοπες δουλειές, έτρεχε όλη μέρα. Πήγαινε στα δικηγορικά γραφεία,στον πρόεδρο των δικαστηρίων, θυμόταν τη λήξη κάθε προθεσμίας,κατάφερνε να κερδίζει χρόνο, και στο σπίτι σιδέρωνε, έραβε, έπλενε ταρούχα, επιτηρούσε τους εργάτες, τους πλήρωνε τους λογαριασμούς τους,ενώ ο κύριος, που δε συλλογιζόταν πια τίποτα, αδιάκοπα αποκαρωμένος σεμία υπναλέα σκυθρωπότητα, που από αυτήν δεν ξυπνούσε παρά για να τηςπει λόγια πικρά, έμενε στην άκρη του σιμά στη φωτιά, καπνίζοντας τηνπίπα του και φτύνοντας στη στάχτη. Όταν απόκτησε παιδί, χρειάστηκε να το στείλει στης παραμάνας. Αλλά τομωρό, άμα γύρισε στο σπίτι, άρχισαν να το χαϊδεύουν σαν πριγκιπόπουλο. Ημητέρα το 'τρεφε με κομπόστες. Ο πατέρας το άφηνε να τρέχει ξυπόλυτο,και για να καμώνεται το φιλόσοφο, έλεγε πως το παιδί μπορούσε κιόλας ναπερπατάει ολόγυμνο, σαν τα παιδιά των ζώων. Αντίθετα από κείνο που άρεσε στη μητέρα, αυτός είχε στο κεφάλι ένακάποιο αντρίκειο ιδανικό της παιδικής ηλικίας, και σύμφωνα με αυτόπροσπαθούσε να αναθρέψει το παιδί του, θέλοντας να λάβει εκείνο μιασκληρή ανατροφή, σπαρτιάτικη, για να αποκτήσει γερή κράση. Το έστελνενα κοιμηθεί χωρίς φωτιά, το μάθαινε να πίνει ρούμι γενναία και ναπεριγελά τις λιτανείες. Αλλά από φυσικού του ήμερος ο γιος του,ανταποκρινόταν κακά στις προσπάθειές του. Η μητέρα τον έσερνε πάντασιμά της• του έκοβε φιγουρίνια από χαρτόνι, του έλεγε ιστορίες,κουβέντιαζε μαζί του μονολογώντας αδιάκοπα, με κουβέντες γεμάτεςπρόσχαρη μελαγχολία και με φλύαρα γλυκανάλατα χάδια. Στη μονοτονία τηςζωής συγκέντρωσε στο κεφάλι εκείνου του παιδιού όλες τιςσκορπισμένες και σπασμένες ματαιοδοξίες της. Ονειρευόταν για κείνομεγάλα αξιώματα, το έβλεπε από τώρα άντρα, μεγάλο, ωραίο, έξυπνο,αποκαταστημένο μηχανικό ή δικαστή, τον έμαθε η ίδια να διαβάζει και τουέδειξε μάλιστα σ' ένα παλιό πιάνο που είχε, να τραγουδάει δυο τρίατραγουδάκια. Αλλά για όλα αυτά ο κύριος Μποβαρύ, που δεν είχε πολλήυπόληψη στα γράμματα, έλεγε «πως δεν άξιζε ο κόπος. Θα 'χαν ποτέ ταμέσα να το συντηρήσουν στα σχολειά του κράτους, να του αγοράσουν μίαθέση ή ένα εμπορικό κατάστημα;» Από το άλλο μέρος, με λίγη προπέτεια,μπορεί κάποιος να γίνει άνθρωπος στον κόσμο. Η κυρία Μποβαρύ δάγκωνετότε τα χείλια της, και το παιδί τριγύριζε τους δρόμους στο χωριό. Πήγαινε ξοπίσω από τους δουλευτάδες και κυνηγούσε με σβόλους απόχώμα τα κοράκια που πετούσαν. Έτρωγε τα βατόμουρα στην άκρη από τιςσούδες, φύλαγε τους ινδιάνους με μια βέργα στο χέρι, γύριζε στον ήλιο ταθερισμένα γεννήματα, έτρεχε στο λόγγο, έπαιζε πηδώντας στο ένα πόδι στονάρθηκα της εκκλησίας όταν έβρεχε, και τις ημέρες των μεγάλων εορτώνπαρακαλούσε τον καντηλανάφτη να τον αφήνει να σημαίνει τις καμπάνες,για να κρεμά όλο του το σώμα στο μεγάλο σκοινί και για να τον σηκώνειστον αέρα το πέταμά του. Έτσι αύξαινε το παιδί σαν μία δρυς στο λόγγο, ταχέρια του γίνηκαν δυνατά και το χρώμα του ωραίο.Όταν ήταν δώδεκα χρόνων, η μητέρα του κατάφερε ν' αρχίσει τις σπουδέςτου. Ο παπάς του χωριού το ανάλαβε. Αυτά τα μαθήματα ήταν τόσοσύντομα και τα παρακολουθούσε τόσο άταχτα, που του χρησίμεψαν πολύλίγο. Ο παπάς τού έκανε το μάθημα στην εκκλησία, στο ιεροφυλάκιο, τιςστιγμές που δεν είχε δουλειά, ορθός, βιαστικά, πριν από μια βάφτιση κιέπειτα από ένα ξόδι: ή μηνούσε του μαθητή του να έρθει έπειτα από τονεσπερινό, αν δεν είχε να βγει το βράδυ από το κελί του. Ανέβαινανστην κάμαρά του, κάθιζαν, τα μαμούνια και οι πεταλούδες της νύχταςγύριζαν γύρω στο αναμμένο κερί, έκανε ζέστη, το παιδί αποκοιμιόταν, και οκαλός ο παπάς αποκαρωνόταν κι εκείνος με τα χέρια πάνω στο στομάχι καισε λίγο ροχάλιζε με ανοιχτό το στόμα. Άλλες φορές πάλι που ο παπάςξαναρχόταν στο χωριό, γυρίζοντας από κάποιο γειτονικό μέρος όπουπήγαινε να μεταλάβει κάποιον ετοιμοθάνατο, και έβρισκε τον Κάρολο νακατεργαρεύει στον κάμπο, τον έκραζε, τον μάλωνε για ένα τέταρτο τηςώρας, κι άδραχνε την ευκαιρία για να τον κάνει να κλίνει ένα ρήμα κάτωαπό ένα δέντρο. Ερχόταν η βροχή και το μάθημα σταματούσε• ή περνούσεκάποιος γνώριμος και τους έκοφτε. Αλλά ο παπάς ήταν πάνταευχαριστημένος από το μαθητή και έλεγε μάλιστα πως ο νέος είχε πολύθυμητικό. Ο Κάρολος δεν μπορούσε να περιοριστεί σ' αυτό. Η μητέρα του έδειξεδραστηριότητα. Ο κύριος Μποβαρύ, ντροπιασμένος, ή καλύτερακουρασμένος, δεν έφερε αντίσταση• περίμεναν ακόμα ένα χρόνο, ώσπου τοπαιδί κοινώνησε πρώτη φορά.Πέρασαν ακόμα έξι μήνες, και το χρόνο κατόπιν έστειλαν οριστικά τονΚάρολο σ' ένα Λύκειο της Ρουέν, όπου ο πατέρας του τον οδήγησε ο ίδιος,τον Οκτώβρη, την εποχή του πανηγυριού του Αγίου Ρωμανού.Αδύνατο τώρα για καθένα από μας να θυμηθούμε κάτι για κείνον. Ήτανπαιδί με χαρακτήρα μετρημένο, που έπαιζε στις ώρες του παιχνιδιού,εργαζόταν στο σπουδαστήριο, πρόσεχε στο μάθημα, κοιμόταν καλά στονκοιτώνα, έτρωγε καλά στην τραπεζαρία. Είχε επίτροπό του ένα μεγάλοσιδεροπώλη που είχε μαγαζί στην οδό Γκαντερί, ο οποίος τον έβγαζε έξωμια φορά το μήνα, ημέρα Κυριακή, όταν έκλεινε το κατάστημά του, τονέστελνε περίπατο στο λιμάνι για να βλέπει τα πλοία κι έπειτα τον συνόδευεο ίδιος στο σχολειό από τις εφτά η ώρα, πριν το δείπνο. Κάθε Πέμπτηβράδυ έγραφε με κόκκινο μελάνι ένα μεγάλο γράμμα στη μητέρα του και τοσφράγιζε με τρία μπολίνια• έπειτα έριχνε μια ματιά στα τετράδια τηςιστορίας ή διάβαζε έναν παλιό τόμο του ταξιδιού του Ανάχαρση, πουσερνόταν στο σπουδαστήριο. Βάζοντας τόση επιμέλεια, μπόρεσε πάντα να κρατηθεί στη μέση της τάξης•κάποτε κιόλας κατάφερνε να λάβει κάποιο έπαινο για το μάθημα τηςφυσικής ιστορίας. Αλλά στο τέλος του τρίτου χρόνου οι γονείς του τονέβγαλαν από το σχολείο για να σπουδάσει την ιατρική, με την ιδέα πως θαμπορούσε να καταφέρει μόνος του να τα βγάλει πέρα με τιςπανεπιστημιακές εξετάσεις. Η μητέρα του τού νοίκιασε μια κάμαρη σ' ένα τέταρτο πάτωμα, στο σπίτιενός βαφέα, που τον γνώριζε. Έκλεισε η ίδια τη συμφωνία για το φαγητότου, του αγόρασε παλιό κρεβάτι από ξύλο κερασιάς, κι απόχτησε μια σόμπαμικρή από χυτοσίδηρο, μαζί και τα ξύλα που θα χρειάζονταν για ναθερμαίνουν το άτυχο παιδί της• έπειτα από μια βδομάδα έφυγε,συστήνοντάς του να φέρεται καλά τώρα που θα βρισκόταν παραιτημένοςστον εαυτό του. Το πρόγραμμα των μαθημάτων, του 'φερε ζάλη. Μάθημα ανατομίας, μάθημαπαθολογίας, μάθημα φυσιολογίας, μάθημα φαρμακευτικής, μάθημα χημείας,βοτανικής και θεραπευτικής, χωρίς να λογαριαστεί ούτε η υγιεινή ούτε ηιατρική ύλη, όλο ονόματα που την ετυμολογία τους δε γνώριζε και που ήτανγι' αυτόν σαν άλλες τόσες πόρτες από ιερά γεμάτα σεβάσμιο σκότος.Δεν κατάλαβε τίποτα. Όσα κι αν άκουγε, δεν τα 'νιωθε. Κι όμωςεργαζόταν. Είχε τετράδια δεμένα, ακολουθούσε με επιμέλεια τα μαθήματα,δεν έχανε ούτε μία επίσκεψη των καθηγητών. Έκανε με συνείδησηκαθημερινά το μικρό του χρέος, σαν το άλογο στο αλώνι που όλο τριγυρίζειστον ίδιο τόπο με τα μάτια δεμένα μην ξέροντας τη δουλειά πουκαταφέρνει. Για να του οικονομήσει τα έξοδα η μητέρα του τού έστελνε κάθε βδομάδαμε τον ταχυδρόμο ένα κομμάτι κρέας μοσχαρίσιο ψητό στο φούρνο, και μ'αυτό προγευμάτιζε το πρωί, όταν ξαναρχόταν από το νοσοκομείο,χτυπώντας αδιάκοπα το πόδι του στον τοίχο• έπειτα έπρεπε να τρέξει σταμαθήματα, στο αμφιθέατρο, στο νοσοκομείο, και να γυρίσει πάντα στηνκάμαρά του, περνώντας απ' όλους τους δρόμους. Το βράδυ, έπειτα από τοφτωχικό γεύμα που του 'δινε ο σπιτονοικοκύρης, ανέβαινε ξανά στηνκάμαρά του και ξανάκανε την εργασία του χωρίς να αλλάξει τα υγρά τουρούχα, που κάπνιζαν πάνω του μπροστά στην πυρωμένη σόμπα.Τις ωραίες καλοκαιρινές βραδιές, την ώρα που οι χλιαροί δρόμοι είναιέρημοι, όταν οι υπηρέτριες στα κατώφλια παίζουν το άρπαστο, άνοιγε τοπαραθύρι του κι ακουμπούσε και κοίταζε. Το ποτάμι, που κάνει να μοιάζειαυτή η γειτονιά της Ρουέν σε μια Βενετία μικρή και πρόστυχη, έτρεχε κάτω,από κάτω του, κίτρινο, μαβί ή γαλάζιο, ανάμεσα στα γεφύρια του και στακιγκλιδώματά του. Εργάτες κουρνιασμένοι στην ακροποταμιά έπλεναν στονερό τα χέρια τους. Πάνω σε σταλίκια που έβγαιναν από τις σοφίτεςστέγνωναν στον αέρα κουβάρια από βαμβάκι. Απέναντι, πέρα από τουςτοίχους, απλωνόταν ο μεγάλος καθάριος ουρανός με τον ήλιο που έδυεκόκκινος. Πόσο καλά που θα 'ταν εκεί κάτω!... Τι δροσιά κάτω από τιςοξιές!... Και άνοιγε τα ρουθούνια του για να αναπνέει τις μυρωδιές τηςεξοχής, που τώρα δεν έρχονταν ως εκεί. Λίγνεψε, το ανάστημά του ψήλωσε και η όψη του πήρε μια έκφρασηπονεμένη, που την έκανε, ας πούμε, συμπαθητική. Όπως ήταν φυσικό, απόνωθρότητα, σιγά σιγά λησμόνησε τις πρώτες του αποφάσεις. Μια φοράέλειψε από τη βίζιτα του γιατρού, την άλλη μέρα από το μάθημα, καιβρίσκοντας την ευχαρίστησή του στα χασομέρια, δεν ξαναγύρισε πια. Πήρετο συνήθειο να συχνάζει στο καφενείο και αγάπησε με πάθος το ντόμινο.Να κλείνεται κάθε βράδυ σ' ένα μικρό δημόσιο μέρος, για να χτυπά πάνωστα μαρμαρένια τραπέζια τα μικρά προβατοκόκαλα, τα σημαδεμένα με ταμαύρα στρογγυλάδια, αυτό του φαινόταν μια πολύτιμη ενέργεια τηςλευτεριάς του, που τον ύψωνε σε υπόληψη απέναντι στον εαυτό του. Αυτόήταν για κείνον σαν μύηση στον κόσμο, σαν το έμπασμα προς τιςεμποδισμένες χαρές• κι έτσι, όταν έμπαινε στο καφενείο, έβαζε το χέρι τουστο πόμολο της πόρτας με μια ηδονή σαρκική σχεδόν. Τότε πολλάπράγματα, που μέσα του ήταν περιορισμένα, έβρισκαν τρόπο ν' ανοίξουν•έμαθε απ' έξω δίστιχα που τα τραγουδούσε σ' όποιον έμπαινε μέσα• έδειξεενθουσιασμό για τα ποιήματα του Βερανζέρου, έμαθε να ετοιμάζει το ποντςκαι γνώρισε τέλος τον έρωτα. Χάρη σ' αυτή την προγυμναστική εργασία του απέτυχε ολοκληρωτικά στιςεξετάσεις του, ενώ το ίδιο βράδυ τον περίμεναν στο σπίτι για ναγιορτάσουν την επιτυχία του. Έφυγε με τα πόδια και σταμάτησε στην αρχήτου χωριού• εκεί φώναξε τη μητέρα του και της τα διηγήθηκε όλα. Τονδικαιολόγησε εκείνη ρίχνοντας την αποτυχία στους άδικους εξεταστές καιτου έδωσε λίγο θάρρος, αναλαμβάνοντας αυτή να διορθώσει τα πράγματα.Πέντε χρόνια μόνο στερνότερα ο κύριος Μποβαρύ έμαθε την αλήθεια• μααυτή η αλήθεια ήταν πια παλιωμένη, τη δέχτηκε μην μπορώντας από τ'άλλο μέρος να παραδεχτεί πως ένας άνθρωπος που 'χε βγει από τον εαυτότου μπορούσε να είναι κουτός. Ο Κάρολος, λοιπόν, ξαναβάλθηκε στο έργο και ετοίμασε χωρίς διακοπή τηνύλη για τις εξετάσεις του. Έμαθε από τα πριν απέξω κάθε ερώτηση.Πέτυχε με αρκετό καλό βαθμό. Τι ωραία μέρα για τη μητέρα του! Έδωσανστο σπίτι του ένα μεγάλο γεύμα.Πού θα πήγαινε να εξασκήσει το επάγγελμά του; Στην Τοστ. Εκεί δεν ήτανπαρά ένας μόνο γέροντας γιατρός. Από καιρό η κυρία Μποβαρύπαραμόνευε πότε θα πεθάνει... κι ο δυστυχισμένος δεν είχε ακόμηαποχαιρετήσει τον κόσμο, και ο Κάρολος είχε εγκατασταθεί απέναντί τουσαν διάδοχός του. Αλλά δεν ήταν αυτό όλο• δεν έφτανε που είχε αναθρέψει το γιο της, πουτον είχε κάνει να σπουδάσει ιατρική και που του 'χε ανακαλύψει την Τοστ,για να την εξασκήσει• του χρειαζόταν και μια γυναίκα. Του τη βρήκε. Ήτανη χήρα ενός δικαστικού κλητήρα από τη Διέπη, που ήταν σαράντα πέντεχρόνων κι είχε ένα ετήσιο εισόδημα από χίλια διακόσια φράγκα. Αν καιήταν άσχημη, λιγνή σαν ξύλο, κι όλο το πρόσωπό της ήτανμπουμπουκιασμένο σαν την άνοιξη, ήταν θετικό το ότι η κυρία Ντιμπίκ είχεεμπρός της πολλούς γαμπρούς να διαλέξει. Για να φτάσει στους σκοπούςτης, η κυρία Μποβαρύ μητέρα ήταν υποχρεωμένη να τους βγάλει όλους απότη μέση, και χρειάστηκε κιόλας να αναμετρηθεί με πολλή τέχνη με τιςραδιουργίες ενός κρεοπώλη, που τον υποστήριζαν οι παπάδες.Στα μάτια του Κάρολου ο γάμος ήταν μια ανύψωση σε καλύτερη θέση•σκεφτόταν πως θα είχε περισσότερη ελευθερία και πως θα μπορούσε ναδιαθέτει τον εαυτό του και το χρήμα του. Αλλά η γυναίκα του κατάφερε νατον ορίζει. Μπροστά στον κόσμο έπρεπε να λέει αυτό και να μη λέει εκείνο,έπρεπε να νηστεύει την Παρασκευή, έπρεπε να ντύνεται όπως ήθελεεκείνη, έπρεπε να μην αφήνει ήσυχους τους πελάτες που δεν πλήρωναν.Του άνοιγε τα γράμματα, παραμόνευε τα διαβήματά του, και έβαζε το αυτίτης στο μεσότοιχο για ν' ακούει τις συμβουλές που έδινε στο γραφείο τουόταν δεχόταν γυναίκες. Ήθελε να 'χει κάθε πρωί τη σοκολάτα της, έκανε νάζια ατελείωτα.Παραπονιόταν ακατάπαυτα για τα νεύρα της, για το στήθος της, για τηνκακοδιαθεσία της... Ο θόρυβος των βημάτων τής έκανε κακό• αν έφευγεκανείς από σιμά της, η μοναξιά της ήταν ανυπόφερτη, αν ξαναγύριζε, το'κανε γιατί χωρίς άλλο ήθελε να τη δει να πεθαίνει. Το βράδυ, όταν οΚάρολος ξαναγύριζε σπίτι, έβγαζε μέσα από τα σεντόνια τα μακριά τηςλιγνά μπράτσα, τον αγκάλιαζε, τον κάθιζε στην άκρη του κρεβατιού καιάρχιζε να του μιλά για τις λύπες της: τη λησμονούσε, αγαπούσε κάποιανάλλη• καλά της το 'χαν πει πως θα 'ταν δυστυχισμένη. Και τελείωνε,ζητώντας του ένα σιρόπι για την υγεία της και λίγη περισσότερη αγάπη. |