ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μοχάμεντ Χαΐρ-Εντίν

ΚΟΥΝΙΑ ΑΡΟΤΡΟ


Όταν το θαλασσινό αλάτι φαίνεται και αναθεωρείται
με σύνεση από την καταστροφή της γλώσσας σου-
καρδιές ανοιχτές σε απόντα χιλιόποδα —
όταν η κοπριά που τρέφει τη ζωή σου
όταν η γυναίκα και η ακολουθία σαρανταποδαρούσας
από αυτούς τους δρόμους όπου ρέει παραλήρημα
— κρανία σπασμένα στον τοίχο, μαχαίρια ξεσκεπασμένα
από τη σιωπή πλημμυρισμένη στα γέλια
από το κεφάλι σου που δεν κρατάει τίποτα από μένα παρά τη λάμψη μου!...

Όταν η πόλη εμποδίζει τον ουρανό με τα κότσια
και ο εμετός των παιδιών που σκοτώθηκαν
στον ίκτερο του χαμόγελου μου-
μεγαλείο!
όταν καταπιέζω τον φόβο σου
με μια παύση από την οποίο τρέχει το ξινό σου αίμα!...


Όταν η χώρα παράγει τον θάνατό της, όρθια
πάνω του σαν σφήκες ροδιού…
όταν η καταιγίδα βάζει το νόμο της στην τσαγιέρα…
όταν τα πηγάδια βρωμάνε, όταν νερονύμφες
πίνουν το μάτι της μάνας…

Ο Νότος ξεσπά σε χίλια σπαθιά
ανακατεύοντας τα νεύρα σου…
και το αλέτρι αιωρείται στην επίπεδη πέτρα όπου λανθασμένα
ένας λαός κρέμεται από επιβλαβή αστέρια.

Αυτό τον κόσμο τον ξέρεις; Όχι! Έχετε μόνο
Πάρει μια αναποδογυρισμένη ματιά μέσα από αυτοκίνητο.
Μια γυναίκα, αδύνατη και όμορφη, παρακολουθούσε τον εργάτη
Να πεθαίνει… Οι γάμπες του καφέ να προεξέχουν
κόντρα στο φως με το αίμα
που κυλούσε στο πεζοδρόμιο. Το αυτοκίνητο έλαμψε
κάτω από τον ήλιο του μεσημεριού.

Το παιδί των πλουσίων έπαιζε με τη λάσπη του ποταμού.
Ήταν χαρούμενος. Όλο το καλοκαίρι κακοποίησε το μικρό του
χρυσό σώμα.

Το παιδί των φτωχών, που δεν έχει περάσει ποτέ το
βουνό,
τραγούδησε και σκάλισε καλάμια. Κωπηλατούσε και ψάρευε
ήσυχα. Τιμωρήθηκε.

Αυτός που αγαπάς είναι φορέας από γαρίφαλα
και νύχια και δαχτυλίδια και νυχτερινό γέλιο.
ένας χείμαρρος από βότσαλα κυλάει στα καθαρά της μάτια:
είναι το απαραίτητο φόρεμα της ημέρας.

Ξέρω η ελευθερία σου γλίστρησε, γυμνή γυναίκα, από πάνω σου..
στην άκρη των κυμάτων φτερούγιζε σαν παχύσαρκες μέδουσες.
Ξέρω ότι ο Χρόνος υπάρχει,
φορώντας σπαθιά, καθισμένοι στο δέρμα πικραμένων λαών.
και αυτό το παλικάρι που λάμπει στην έξαψη σου,
ω μάνα!

Τα φίδια, οι σκορπιοί, οι ίδιοι οι αρουραίοι,
όλα τσακισμένα, χάιδεψαν τις υγρές μου πληγές.
Το πεπρωμένο μου συζητήθηκε κάτω από το μύλο, ένα τριμμένο
κριθάρι θρυμματίστηκε.

Και οι γυναίκες τραγουδούσαν. Είπε ένας γέρος λεπρός
Ότι θυμόταν από το δρόμο, «Δεν υπάρχει τίποτα πιο πέρα
από εκείνο το βουνό»

Αργότερα, ανακάλυψα τον κόσμο όπως είναι.

μετάφραση από τα Αγγλικά, για την ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Sagho

το ματωμένο πρωινό ράντισε τους θρύλους
τους γεννημένους από κατακάθια αστεριών
που ξεφύτρωσαν με μεγάλη ταχύτητα
και τρυπάει το αίμα μου σαν άλογο που κυκλώνεται από αετούς

από το ψηλό πλάτωμα όπου τα δάχτυλά σου αναδεύουν τη φωτιά των σουμάκ
μέχρι τη στέπα που ράγισαν τα ράμφη θαλασσοπουλιών
Χτυπάω τον ουρανό με τις ερωτήσεις των γροθιών μου

γαλακτώδες πρωινό αλάτι από κρίνα και σκόρο
η άβυσσος μας ανταμείβει με την κοιλιά μιας αντιλόπης σφαγμένης
στο μάτι του κεραυνού

αλλά ούτε λέξη
ούτε λέξη αν όχι το αλεύρι των σκαθαριών από αυτόν τον αντρικό καιρό
και από στάχυα έντομα του ανέμου κάτω από τα μαγιοβότανα

κρίμα τόσο μόνος πολύ κρίμα που σφυρηλατώ τη δημόσια σημαία
της αυγής σκουπίζω τα μάτια μου με αυτήν προτού εισέλθω
στην άρρηκτα δίκαιη παράδοση του χρόνου