Έντρε Όντυ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Έντρε Όντυ

Αγάπη προσμένοντας

Χωρίς απογόνους και δίχως προγόνους,
Χωρίς την εκπλήρωση και δίχως τον πόθο,
για κανέναν δεν είμαι,
για κανέναν δεν είμαι.

Καθώς όλοι οι άνθρωποι, η ανήλιαγη θάλασσα,
το μυστήριο κι η απώτατη Θούλη,
μια φεύγουσα αχτίδα φωτός,
μια φεύγουσα αχτίδα φωτός.

Μα να κοιτάξω πρέπει γι αδέρφια και φίλους·
ότι θέλω τον εαυτό μου να δείξω και σ’ άλλους,
ότι βλέποντας μόνο θα δουν,
ότι βλέποντας μόνο θα δουν.

Γι αυτά κι ο λυρικός μου μαζοχισμός·
ότι προσμένω το χάσμα χαίνων να κλείσω
κι επιτέλους κάπου ν’ ανήκω,
κι επιτέλους κάπου ν’ ανήκω.

Ανάμνηση νύχτας θερινής

Θυμωμένος ο άγγελος από παραδείσια ύψη ουρλιάζοντας,
Συναγερμοί τύμπανα κρούοντας σε μια σκιώδη γη,
Εκατοντάδες αστέρια το φως τους που καίγοντας,
Εκατοντάδες νεανικά μυαλά ν’ ανατρέπονται,
Εκατοντάδες πέπλα βεβηλωμένα που να ξεσκίζονται·
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Πανάρχαιες οι κυψέλες μας τυλιγμένες τώρα στις φλόγες,
Και το πουλάρι το πιο λατρευτό, σπασμένο το πόδι,
τώρα στο χώμα ουρλιάζοντας,
Πίσω στο φως τους νεκρούς, ονειρεύτηκα.
Κι ο Burkus, το πιστό σκυλί μας, εξαφανισμένο,
Κι ο Meg, ο αγαθός γέρο-υπηρέτης μας, μουγκός τώρα από χρόνια,
Διαπεραστικές κραυγές χορικά μιας πρωτόγονης τελετής ξαφνικά:
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Οι ανάξιοι κομπάζανε με φτιασιδωμένη ανδρεία,
Κλέφτες πολυτελείας ξεκινούσαν για μιαν ακόμη ληστεία,
Και στους ανδρείους δεν έμενε τώρα παρά να λουφάξουνε:
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Καταλαβαίναμε καλά πως ο άνθρωπος είναι ατελής,
Σφιχτοχέρης όταν είναι να μοιραστεί την αγάπη του,
Όμως κι αυτό ακόμα δεν μπορεί να ‘ναι εντελώς ακριβές,
Ο ζωντανός κι ο νεκρός στον περιστρεφόμενο δεμένοι τροχό:
Υπήρξε, στ’ αλήθεια, ποτέ ο άνθρωπος ένα μικρότερο στίγμα,
Κι η Σελήνη σε περιπαιχτικότερη διάθεση
Απ’ όσο εκείνη τη φριχτή νύχτα;
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Κι έσκυβε ο τρόμος επάνω σ’ όλα τα πνεύματα
Με κακόβουλη, χαιρέκακη ηδονή:
Τα μυστικά του κάθε προγόνου
Κατοικούσαν βαθιά μες τις ψυχές των παιδιών.
Κι η σκέψη, θεραπαινίδα περήφανη του Ανθρώπου,
Μεθυσμένη, ξεχύνοταν τώρα να οδηγήσει
Την απειλητική, αιμοχαρή της Γαμήλια Γιορτή.
Ότι το παλικάρι ταπεινό, κουτσό, μετανιωμένο:
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Τώρα ξέρω πως, κάπου μέσα μου βαθιά, την νύχτα εκείνη πίστεψα
Κάποιος Θεός, παλιός και παραμελημένος, πως θα ξεπρόβαλλε μπροστά μου
και πως στο θάνατο θα μ’ οδηγούσε ξαναμμένος.
Κι όμως, σαν κάποιος άλλος, παραμένω ζωντανός
Μετασχηματισμένος από τ’ ολέθριο εκείνο γεγονός,
Και καθώς προσμένω τώρα έναν Θεό,
Με τρόμο αναλογίζομαι μια νύχτα στοιχειωμένη,
Κι έναν κόσμο ολόκληρο που έθαψε με βία αγριεμένη:
Ήτανε μια παράξενη,
Παράξενη νύχτα θερινή.

Που φτάνουν πάντα από μακριά

Είμαστ’ εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα,
είμαστ’ εκείνοι οι άνθρωποι που φτάνουν πάντα από μακριά.
Βαριά, κατάκοπα τα βήματα μας, λυπημένα
είμαστ’ εκείνοι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.

Καν δεν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμ’ εν ειρήνη.
Κι όταν το πρόσωπο τ’ απόμακρου θανάτου πλησιάζει
πύρινο πανδαιμόνιο ανατινάζεται η ψυχή μας.
Καν δεν γνωρίζουμε πώς να πεθάνουμ’ εν ειρήνη.

Είμαστ’ εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.
Δεν φτάνουμε στην ώρα μας ποτέ με επιτυχία,
στον παράδεισο, στην αγκαλιά, στα όνειρα μας.
Είμαστ’ εκείνοι οι άνθρωποι που αργοπορούνε πάντα.
Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής
poihshkaipoihtes.blogspot.com/