Αντρέ Γκορζ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Το έργο Ecologica, με κείμενα και αποσπάσματα συνεντεύξεων του Γκορτζ, δημοσιεύθηκε μετά το θάνατο του, το 2007.

Αντρέ Γκορζ

Ecologica

απόσπασμα

Ποιες ήταν οι μεγάλες συναντήσεις και επιρροές στη ζωή μου; Ήταν σίγουρα ο Σαρτρ, του οποίου το έργο με διαμόρφωσε από το 1943 και για είκοσι χρόνια. Υπάρχει επίσης και ο Ίλλιτς που ξεκινώντας από το 1971 μου έδωσε πολλά πράγματα να σκεφτώ. Αλλά οι πιο σημαντικές επιρροές δεν είναι αυτές των σημαντικών προσώπων. Ο Ζαν-Μαρί Βινσάν, του οποίου σχετικά πολύ λίγα έργα έχουν εκδοθεί, με εισήγαγε στον Μαρξ των Grundisse από το 1959. Με έφερε σε επαφή με Ιταλούς θεωρητικούς οι οποίοι με τη σειρά τους με έμαθαν άλλους. Από τη δεκαετία του '90, με την επιθεώρηση του Futur Anterieur με έπεισε πως έπρεπε να αναθεωρήσω κάποιες από τις ιδέες μου. Πριν δυο χρόνια μετά από μια συζήτηση για το Άυλο, συνάντησα έναν χάκερ, τον Στέφαν Μερετί, συνιδρυτή του Dekonux. το οποίο εξετάζει με μια αξιοθαύμαστη εντιμότητα τη δυσκολία εξόδου από τον καπιταλισμό με την πρακτική, τον τρόπο ζωής, επιθυμίας, σκέψης, το 1947 ως σήμερα, η πιο ισχυρή και η πιο σταθερη επιρροή ήταν εκείνη της «Ντορίν χωρίς την οποία δεν θα υπήρχε τίποτα», της συντρόφου μου που μου αποκάλυψε πως δεν είναι αδύνατο να αγαπάς, να αγαπιέσαι, να αισθάνεσαι, να ζεις, να πιστεύεις στον εαυτό σου. Χωρίς εκείνη, πιθανότατα δε θα είχα καταφέρει να αποδεχθώ τον εαυτό μου. Χωρίς τον Σαρτρ, πιθανότατα δεν θα είχα βρει τα όργανα για να σκεφτώ και να ξεπεράσω όσα η οικογένειά μου και η ιστορία με είχαν κάνει. Από τότε που ανακάλυψα το Είναι και το Μηδέν, είχα το αίσθημα πως αυτό που έλεγε ο Σαρτρ για την οντολογική συνθήκη του ανθρώπου ανταποκρινόταν στην εμπειρία μου.

Είχα από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια την εμπειρία όλων των «υπαρξιακών δομών» - του άγχους, της στενοχώριας, της βεβαιότητας πως ζω για το τίποτα πως δεν ανταποκρινόμουν σε ό,τι περίμεναν άλλοι από μένα, πως δε μπορούσα να κατανοήσω τους άλλους. Η εμπειρία εν τέλει της ενδεχομενικότητας, του αδικαιολόγητου, της μοναξιάς κάθε υποκειμένου,

[….]

Το ζήτημα του υποκειμένου ήταν πάντοτε κεντρικό για μένα όπως και για τον Σαρτρ, με τον εξής τρόπο: γεννιόμαστε σαν υποκείμενα, δηλαδή σαν όντα μη αναγόμενα σε αυτό που η κοινωνία και οι άλλοι απαιτούν και μας επιτρέπουν να είμαστε. Η εκπαίδευση, ο εκκοινωνισμός, η μόρφωση, η ενσωμάτωση μας μαθαίνουν να είμαστε Άλλοι μεταξύ Άλλων, να αρνούμαστε αυτό το μη εκκοινωνίσιμο μέρος, την εμπειρία να είμαστε υποκείμενα, να κατευθύνουμε τις ζωές και τις επιθυμίες μας σε αγχωμένες διαδρομές, να ανακατευόμαστε με ρόλους και λειτουργίες που μας διατάζει να ακολουθήσουμε η κοινωνική μεγαμηχανή. Πρόκειται για τους ρόλους και τις λειτουργίες που καθορίζουν την ταυτότητά μας ως Άλλου. Ξεπερνούν αυτό που μπορεί να είναι ο καθένας μας από μόνος του. Μας απαλλάσσουν ή και μας απαγορεύουν να υπάρχουμε από μόνοι μας, να θέτουμε στον υπό μας τα ερωτήματα για το νόημα των πράξεών μας και τις αποδεχόμαστε. Δεν είναι το «εγώ» που δρα, είναι η αυτονομημένη λογική των κοινωνικών ρυθμίσεων που δρα διαμέσου εμού ως Άλλου, με κάνει να συγκλίνω στην παραγωγή και στην αναπαραγωγή της κοινωνικής μεγαμηχανής. Αυτή είναι το πραγματικό υποκείμενο. Η κυριαρχία της ασκείται τόσο στα μέλη των κυρίαρχων όσο και στα μέλη των κυριαρχούμενων στρωμάτων. Οι κυρίαρχοι δεν κυριαρχούν παρά καθόσον την υπηρετούν ως έντιμοι υπάλληλοι. Και μέσα σε αυτές τις χαραμάδες, αυτές τις αποτυχίες, αυτά τα περιθώρια και μόνο δημιουργούνται αυτόνομα υποκείμενα τα οποία μπορούν να θέσουν το ηθικό ζήτημα.

Στις ρίζες του υπάρχει πάντοτε αυτή η θεμελιωτική πράξη του υποκειμένου, η ανταρσία ενάντια σ' αυτό που η κοινωνία με αναγκάζει να κάνω ή να υποστώ. Ο Τουραίν που μελέτησε τον Σαρτρ όταν ήταν νέος, το διατύπωσε πολύ καλά: «Το υποκείμενο είναι πάντοτε ένα κακό υποκείμενο, απείθαρχο στην εξουσία και στον κανόνα, στην κοινωνία ως συνολικό μηχανισμό». Το ζήτημα του υποκειμένου είναι, λοιπόν, το ίδιο με το ηθικό ζήτημα. Είναι στη βάση του ταυτόχρονα ηθικό και πολιτικό. Γιατί αναγκαστικά αγγίζει όλες τις μορφές και όλα τα μέσα κυριαρχίας, δηλαδή όλα όσα εμποδίζουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν υποκείμενα και να ακολουθούν την ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικότητάς τους ως κοινό τους σκοπό. Το ότι υφιστάμεθα κυριαρχία στη δουλειά μας είναι γνωστό εδώ και 170 χρόνια. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι πως υφιστάμεθα κυριαρχία που αφορά στις ανάγκες και στις επιθυμίες μας, στις σκέψεις μας και στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Αυτό το θέμα εμφανίζεται ήδη στον Προδότη και αναπτύσσεται ξανά σχεδόν σε όλα τα

Το ζήτημα του υποκειμένου είναι, λοιπόν, το ίδιο με το ηθικό ζήτημα. Είναι στη βάση του ταυτόχρονα ηθικό και πολιτικό. Γιατί αναγκαστικά αγγίζει όλες τις μορφές και όλα τα μέ κυριαρχίας, δηλαδή όλα όσα εμποδίζουν τους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν υποκείμενα και να ακολουθούν την ελεύθερη ανάπτυξη της ατομικότητάς τους ως κοινό τους σκοπό. Το ότι υφιστάμεθα κυριαρχία στη δουλειά μας είναι γνωστό εδώ και 170 χρόνια. Αυτό που δεν είναι γνωστό είναι πως υφιστάμεθα κυριαρχία που αφορά στις ανάγκες και στις επιθυμίες μας, στις σκέψεις μας και στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας.

Αυτό το θέμα εμφανίζεται ήδη στον Προδότη και αναπτύσσεται ξανά σχεδόν σε όλα τα μετέπειτα κείμενά μου. Με αυτό, με την κριτική στο μοντέλο της αθρόας κατανάλωσης, έγινα οικολόγος πριν να υπάρξει το αντίστοιχο κίνημα. Το σημείο αφετηρίας μου ήταν ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε σε ένα εβδομαδιαίο αμερικάνικο περιοδικό το 1954. Εξηγούσε πως η αξιοποίηση των δυνατοτήτων της αμερικανικής παραγωγής απαιτούσε την κατά τουλάχιστον 50% αύξηση της κατανάλωσης στα επόμενα οκτώ χρόνια, ενώ οι άνθρωποι δε μπορούσαν να προσδιορίσουν τι θα έκαναν το 50% της επιπλέον κατανάλωσης. Ήταν στη δικαιοδοσία των ειδικών της διαφήμισης και του μάρκετινγκ να δημιουργήσουν τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τις νέες φαντασιώσεις στους καταναλωτές, να αποδώσουν ακόμα και στα πιο χυδαία εμπορεύματα σύμβολα που θα αύξαναν τη ζήτηση. Ο καπιταλισμός είχε ανάγκη να αποκτήσουν οι άνθρωποι πιο μεγάλες ανάγκες. Η καλύτερα: έπρεπε να μπορέσε να σφυρηλατήσει και να αναπτύξει αυτές τις ανάγκες με τον πιο αποδοτικό τρόπο για τον ίδιο ενσωματώνοντας ένα μάξιμουμ περιττότητας στο αναγκαίο, επιταχύνοντας την αχρήστευση των προϊόντων, μειώνοντας την ανθεκτικότητά τους, υποχρεώνοντας τις πιο μικρές ανάγκες να ικανοποιούνται με τη μέγιστη δυνατή κατανάλωση, περιορίζοντας τη συλλογική κατανάλωση και τις υπηρεσίες (τραμ και τρένα για παράδειγμα) για να τις υποκαταστήσει με ατομική κατανάλωση. Η κατανάλωση έπρεπε να εξατομικευθεί και να ιδιωτικοποιηθεί για αν μπορέσει να υποταχθεί στα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Ξεκινώντας από την κριτική του καπιταλισμού, φτάνουμε λοιπόν αναπόφευκτα στην πολιτική οικολογία που, μαζί με την απαραίτητη κριτική θεωρία των αναγκών, οδηγεί επίσης στην εμβάθυνση και στην περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση της κριτικής του καπιταλισμού. Δεν θα έλεγα λοιπόν πως υπάρχει μια ηθική της οικολογίας, αλλά περισσότερο πως η ηθική απαίτηση της χειραφέτησης του υποκειμένου προϋποθέτει τη θεωρητική και πρακτική κριτική του καπιταλισμού της οποίας η πολιτική οικολογία αποτελεί μια βασική διάσταση. Αν, αντίθετα, ξεκινήσουμε από την οικολογική προσταγή, μπορούμε επίσης να φτάσουμε σε έναν ριζοσπαστικό αντικαπιταλισμό, σε έναν πράσινο πεταινισμό, σε έναν οικοφασισμό ή σε έναν νατουραλιστικό κοινοτισμό. Η οικολογία αποκτά την πλήρη της σημασία μόνο αν η διάλυση του πλανήτη, η καταστροφή των φυσικών βάσεων της ζωής εκληφθούν ως συνέπειες ενός τρόπου παραγωγής και αυτός ο τρόπος παραγωγής απαιτεί τη μεγιστοποίηση των αποδόσεων και καταφεύγει σε τεχνικές που παραβιάζουν τη βιολογική ισορροπία. Θεωρώ λοιπόν πως η κριτική των τεχνικών στις οποίες ενσωματώνεται η κυριαρχία στους ανθρώπους και στη φύση είναι μια από τις βασικές διαστάσεις της ηθικής της ελευθερίας.

Το ενδιαφέρον μου για την τεχνοκριτική οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάγνωση, το 1960, της Κριτικής του διαλεκτικού λόγου του Σαρτρ, στις 10 μέρες που πέρασα στην ανατολική Γερμανία την ίδια περίοδο, στην επίσκεψη σε εργοστάσια όπου αναζητούσα ανώφελα σπέρματα της εργατικής εξουσίας έπειτα από το 1971 ή από το 1972, στην ανακάλυψη του Ίλλιτς που είχε ονομάσει Retooling Society ένα πρώτο σκαρίφημα της Συμβιωτικότητας. Ο Ίλλιτς διέκρινε δύο είδη τεχνικής: αυτή που ονόμαζε συμβιωτική η οποία επέκτεινε το πεδίο της αυτονομίας και την ετερόνομη, που το περιόριζε ή το καταπίεζε. Εγώ τις ονόμασα «ανοιχτή τεχνολογία» και «κλειδαμπαρωμένη τεχνολογία». Ανοιχτή είναι εκείνη που ευνοεί την επικοινωνία, τη συνεργασία, τη διάδραση, όπως το τηλέφωνο ή στις μέρες μας τα ελεύθερα δίκτυα και το λογισμικό. Η «κλειδαμπαρωμένη τεχνολογία» είναι εκείνη που υποδουλώνει το χρήστη, προγραμματίζει τις λειτουργίες. μονοπωλεί την προσφορά ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας. Η χειρότερη «κλειδαμπαρωμένη τεχνολογία» είναι η μεγατεχνολογία που αποτελεί μνημείο κυριαρχίας πάνω στη φύση, που αποστερεί από τους ανθρώπους το περιβάλλον της ζωής τους και τους υποτάσσει κι αυτούς στην κυριαρχία της. Πέρα από όλα τα άλλα ελαττώματα της πυρηνικής ενέργειας, έχω διεξαγάγει καμπάνιες εναντίον της εδώ και δέκα χρόνια εξαιτίας και της ολοκληρωτικής ακτινοβολίας-μυστικά, ψέματα, βία που διασπείρει στην κοινωνία συνεχίζεται...