|
Χάινριχ Χάινε ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Χάινριχ ΧάινεΤΟ ΘΗΛΥΚΟΉταν οι δυο τους τόσο ερωτευμένοι,έκλεβε αυτός κι αυτή τσίλιες φυλούσε, έστηνε κόλπα αυτός και ξαπλωμένη εμπρός στα πόδια του αυτή γελούσε, όλο γελούσε. Οι μέρες πέρναγαν με γλέντι και χαρά, στην αγκαλιά του κάθε νύχτα την κρατούσε. Όταν του πέρασαν στα χέρια σίδερα, αυτή μπρος στο παράθυρο γελούσε, όλο γελούσε. Της στέλνει μήνυμα : πεθαίνει αν δεν τη δει, να της μιλήσει για στερνή φορά ποθούσε. Όταν της φέρανε το γράμμα του, αυτή κουνώντας το κεφάλι της γελούσε, όλο γελούσε. Η ώρα έξι την αυγή, του κόψαν τον λαιμό. Η ώρα επτά, βαθιά στη γη πια κατοικούσε. Αυτή όμως κιόλας στις οχτώ ρουφώντας κόκκινο κρασί γελούσε, όλο γελούσε. (μτφ K. Κουτσουρέλλησ) ΑΓΑΠΑΓΑΝ Ο ΕΝΑΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝΑγάπαγαν ο ένας τον άλλονε,μα δίχως γι’ αυτό να μιλήσουν. Με μίσος αλλάζανε βλέμματα κι’ από έρωτα θέλαν να σβήσουν Εχώρησαν έπειτα, φύγανε, μες στ’ όνειρο μόνο ειδωθήκαν Πεθάνανε πια και δεν έμαθαν: εμίσησαν ή αγαπηθήκαν; (μτφ K. Kαρυωτάκης) ΠΕΣ Η ΑΓΑΠΗ ΤΙ ΕΧΕΙ ΓΙΝΕΙ,“Πες η αγάπη τι έχει γίνει,στα τραγούδια που υμνούσες, της καρδιάς η φλόγα εκείνη, που σ’ εθέρμαινε κι εζούσες;” Eίναι η φλόγα στάχτη κρύα, είναι τάφος η καρδιά μου, κι είναι οι στίχοι σαν υδρία με την τέφρα του έρωτά μου (μτφ K. Kαρυωτάκης) ΠΟΥ;Πού θα ’ναι ο τόπος της τελικής μουαπ’ τις περιπλανήσεις της ανάπαυσης; Κάτω από φοίνικες στο Νότο; Δίπλα στο Ρήνο οι φλαμουριές; Θα ’ναι εκεί που σε μιαν έρημο ξένο θα με σκεπάσει χέρι; Ή στην ακτή μιας θάλασσας θ’ αναπαυθώ την άμμο; Όπως και να ’ναι, κι εκεί κι εδώ του Θεού θα μ’ αγκαλιάζει ο ουρανός, και, σαν καντήλια νεκρικά, θα κρέμονται ολονυχτίς επάνω μου τ’ αστέρια. |