Χάινριχ Μπελ
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
|
Χάινριχ Μπελ
«Απόψεις ενός Κλόουν
Απόσπασμα
Το μεγαλύτερο όπλο του κλόουν είναι το ανέκφραστο πρόσωπό του, αλλά για να το πετύχει, πρέπει να το γυμνάζει για να’ναι πάντα εκφραστικό. Παλιότερα,πρίν αρχίσω την προπόνηση,έβγαζα πρώτα τη γλώσσα μου,για να πλησιάσω πολύ τον εαυτό μου πριν τον νιώσω εντελώς ξένο. Αργότερα το’κοψα, κοιτούσα κατάματα το πρόσωπό μου χωρίς να κάνω κόλπα, μισή ώρα την ημέρα, ώσπου στο τέλος χανόμουν και δεν ήμουν πιά εκεί…
Κι επειδή ο ναρκισσισμός μου είναι υπό το μηδέν, κόντεψε πολλές φορές να μου στρίψει: δηλαδή, ξεχνούσα πως το πρόσωπο που έβλεπα ήταν το δικό μου, τελείωνα την προπόνηση, γύριζα τον καθρέφτη ανάποδα, κι όσες φορές τύχαινε να περάσω από καθρέφτη την υπόλοιπη μέρα, κατατρόμαζα, ένας ξένος στο μπάνιο μου, καθισμένος στη λεκάνη, ένας άγνωστος, δεν ήξερα αν ήταν σοβαρός ή αστείος, ένα φάντασμα χλωμό, με μακριά μύτη-κι έτρεχα αμέσως στη Μαρί, όσο πιο γρήγορα μπορούσα, για να κοιταχτώ στο πρόσωπό της...
Τώρα που έφυγε, δεν κάνω πια ασκήσεις στον καθρεφτη. Φοβάμαι μη μου στρίψει. Κάθε φορά τελειώνοντας, πήγαινα στη Μαρί, κοντά κοντά, πολύ κοντά, ώσπου να καθρεφτιστώ στα μάτια της, τόσος δα μικρός, λιγάκι παραμορφωμένος, κι όμως αναγνωρίσιμος: ήμουν εγώ, και ήμουν το ίδιο πρόσωπο που το φοβόμουν στον καθρέφτη….
Άνοιξα απότομα την πόρτα της ντουλάπας για ν’αποφύγω τον καθρέφτη. Ουτ’εκεί είχε μείνει τίποτε απ’τη Μαρί, τίποτε πια, ούτε καλαπόδι, ή έστω μια ζώνη που οι γυναίκες την ξεχνούν καμιά φορά στην κρεμάστρα. Ούτε καν το άρωμά της. Έπρεπε να με λυπηθεί, έπρεπε να μαζέψει και τα δικά μου ρούχα, να τα χαρίσει ή να τα κάψει, κι όμως όλα τα πραγματά μου ήταν ακόμη εκεί…
Έπρεπε να το περιμένω: οι χριστιανοί είναι ανελέητα δίκαιοι στο θέμα της ιδιοκτησίας. Δε χρειαζόταν ν’ανοίξω τα συρτάρια. Όλα όσα μου ανήκαν ήταν εκεί. Το πιο σπλαχνικό θα ήταν να πάρει μαζί της και τα δικά μου πράγματα όμως εδώ στη ντουλάπα μας, όλα είχαν μοιραστεί σωστά, με μια θανάσιμη δικαιοσύνη. Σίγουρα θα με λυπόταν μαζεύοντας όσα μου τη θύμιζαν και σίγουρα θα έκλαιγε, θα έχυνε δάκρυα σαν τις γυναίκες στις ταινίες με τα διαζύγια, που λένε: “Ποτέ δε θα ξεχάσω όσα ζήσαμε μαζί”…
Ήταν το χειρότερο που θα μπορούσε να μου αφήσει φεύγοντας: μια συγυρισμένη, καθαρή ντουλάπα (κάποιο χέρι την είχε περάσει και με το ξεσκονόπανο), όλα ταχτοποιημένα, χωρισμένα, αλλού τα δικά της πράγματα, αλλού τα δικά μου. Η ντουλάπα θύμιζε πετυχημένη εγχείρηση. Τίποτα δικό της, ούτε ένα κουμπάκι που ξηλώθηκε απ’την μπλούζα της. Αφησα την πόρτα ανοιχτή για ν’αποφύγω τον καθρέφτη, γύρισα κούτσα κούτσα στην κουζίνα, έβαλα το μπουκάλι κονιάκ στην τσέπη του σακακιού μου, πήγα στο σαλόνι, ξάπλωσα στον καναπέ…ούτε καν ένα σημείωμα κάπου: “Ποτέ δεν θα ξεχάσω πόσα ζήσαμε μαζί”…
Ίσως έτσι να’ταν καλύτερα…
Απόσπασμα από το
Οι νεκροί δεν υπακούνε πια»
Ο ανθυπολοχαγός είπε πως έπρεπε να ξαπλώσουμε, κι εμείς ξαπλώσαμε.
Ήταν στην άκρη ενός δάσους, κι ο ήλιος έλαμπε, ήταν άνοιξη, όλα ήταν
σιωπηλά, και ξέραμε ότι ο πόλεμος τελείωνε. Όσοι είχαν ακόμα καπνό,
άρχισαν να καπνίζουν, κι εμείς οι άλλοι προσπαθούσαμε να κοιμηθούμε,
γιατί ήμασταν κουρασμένοι, εδώ και τρεις μέρες είχαμε φάει ελάχιστα κι
είχαμε κάνει πολλούς αντιπερισπασμούς. Ήταν υπέροχα ήσυχα, και κάπου
κελαηδούσαν και πουλιά, και ο αέρας ανέδινε μια απαλή, υγρή τρυφερότητα
[...]
Ξαφνικά ο ανθυπολοχαγός άρχισε να ουρλιάζει.
Ξεφώνιζε: «Ει!» Μετά μάνιασε και φώναξε: «Ει, εσύ εκεί!» Και μετά τον
έπιασε μια λύσσα, και η φωνή του αναποδογύρισε: «Ει, εσύ, έϊ, εσύ-εσύ!»
Και τότε είδαμε ποιον εννοούσε, Απέναντι, στην άλλη μεριά του
μονοπατιού, καθόταν κάποιος και κοιμόταν. Ήταν ένας απλός γκρίζος
φαντάρος, που είχε ακουμπήσει σ' ένα δέντρο και κοιμόταν' κι αυτός ο
φαντάρος χαμογελούσε πολύ γλυκά με το φακιδιασμένο πρόσωπό του, κι
εμείς σκεφτήκαμε πως ο ανθυπολοχαγός θα τρελαινόταν. Σκεφτήκαμε
επίσης ότι κι ο κοιμισμένος θα τρελαινόταν, γιατί ο ανθυπολοχαγός τσίριζε
όλο και πιο πολύ, κι ο κοιμισμένος χαμογελούσε όλο και πιο πολύ ...
Αυτοί που είχαν αρχίσει να καπνίζουν, έπαψαν τώρα να καπνίζουν, κι αυτοί
που ήθελαν να κοιμηθούν, είχαν ξυπνήσει, και μερικοί από μας
χαμογελούσαν επίσης. 'Ήταν άνοιξη, μαλακιά και γλυκιά, και ξέραμε πως ο
πόλεμος τελείωνε.
Ξαφνικά ο ανθυπολοχαγός έπαψε να τσιρίζει, τινάχτηκε πάνω, διέσχισε με
δυο βήματα το μονοπάτι, και χτύπησε τον κοιμισμένο στο πρόσωπο.
Τότε όμως είδαμε πως ο κοιμισμένος ήταν νεκρός.
Χωρίς να πει κουβέντα έπεσε κάτω, και δε χαμογελούσε πια: Στο
πρόσωπό του σχηματίστηκε μια απαίσια γκριμάτσα, και τον ανθυπολοχαγό,
που γύρισε πίσω άσπρος σαν το πανί, δεν τον λυπηθήκαμε καθόλου, γιατί
δε νιώθαμε πια καμιά χαρά για τον ήλιο, ούτε και για τον απαλό, υγρό,
τρυφερό ανοιξιάτικο αέρα, και μας φαινόταν αδιάφορο πια αν ο πόλεμος
τελείωνε η όχι. Ξαφνικά νιώσαμε πως είμαστε όλοι νεκροί, ακόμα κι ο
ανθυπολοχαγός, γιατί τώρα ψευτογελούσε και δε φορούσε πια στολή
|