Ερρίκος Ίψεν

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


ΥΠΟΘΕΣΗ: Όσο μακριά κι αν έστειλε η Κυρία Άλβιν τον γιο της για να τον κρατήσει αμόλυντο, όσο κι αν πάσχισε να σκεπάσει τις ακολασίες του συζύγου της, όσο κι αν θυσιάστηκε ζώντας μια ζωή χωρίς αγάπη, επειδή αυτό της επιβλήθηκε από την οικογένεια, τη θρησκεία, τις κοινωνικές επιταγές και αντιλήψεις, δεν καταφέρνει να αποτρέψει το σκοτεινο πεπρωμένο και την τραγωδία.

Ερρίκος Ίψεν

ΒΡΙΚΟΛΑΚΕΣ

(Απομαγνητοφωνημένο απόσπασμα)
ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ

[…]
Κυρία Άλβιν: Δεν έπρεπε να κρατήσω τίποτε κρυφό από την ζωή του άνδρα μου, αλλά ήμουν πάντοτε τόσο δειλή, με πίεζαν πάντα, η αξιοπρέπεια και η κοινωνική μου θέση. Έλεγα ψέματα στο παιδί μου τόσα χρόνια, έπρεπε να του μιλήσω ανοιχτά όπως μίλησα και σε σας. Αλλά ήμουν πάντοτε τόσο δειλή.

Πάστορας Μάντερς: Λέτε πως είστε δειλή επειδή κάνατε το καθήκον σας;

Ξεχνάτε πως ένα παιδί πρέπει να σέβεται και να αγαπά τον πατέρα του και την μητέρα του.

Κυρία Άλβιν: Μην γενικεύεται το ζήτημα αγαπητέ μου πάστορα. Ο Όσβαλντ οφείλει να σέβεται και να αγαπάει τον Άλβιν κατά τη γνώμη σας;

Πάστορας Μάντερς: Είστε μητέρα κυρία Άλβιν, καμιά φωνή μέσα σας δεν σας λέει πως δεν πρέπει να πνίξετε τα ιδανικά του παιδιού σας;

Κυρία Άλβιν: Τα ιδανικά, τα ιδανικά.. και η αλήθεια;

[….]
Κυρία Άλβιν: Ακούστε τι εννοώ. Είμαι άτολμη και δειλή, επειδή ποτέ μου δεν έχω νιώσει ελεύθερη, εξαιτίας των βρικολάκων.

Πάστορας Μάντερς: Τι θέλετε να πείτε;

Κυρία Άλβιν: Είμαι κυνηγημένη απ’ τους βρικόλακες. ‘Όταν άκουσα τη Ρεγγίνα και τον Όσβαλντ εκεί μέσα, μού φάνηκε σαν να έβλεπα μπροστά στα μάτια μου βρικόλακες. Αλήθεια πάω να πιστέψω πως όλοι είμαστε βρικόλακες, πάστορα Μάντερς. Δε βρικολιάζει μέσα μας μόνο ό,τι έχουμε κληρονομήσει από τους γονείς μας, αλλά και ένα σωρό παλιές νεκρές ιδέες, ένα σωρό παλιές νεκρές θεωρίες και πολλά άλλα τέτοια. Ουσιαστικά, τα έχουμε μέσα το αίμα μας και δεν μπορούμε να τα πετάξουμε από πάνω μας. Μόλις πάω να διαβάσω καμία εφημερίδα, μου φαίνεται σαν να ξεπετιούνται βρικόλακες μέσα απ’ τις γραμμές. Θα είναι όλοι η περιοχή γεμάτη βρικόλακες. Θα είναι αμέτρητοι, σαν την άμμο της θάλασσας. Κι από την άλλη μεριά, όλοι εμείς, έχουμε τέτοιο ελεεινό φόβο για το φως.

Πάστορας Μάντερς: Αυτοί είναι οι καρποί των βιβλίων που διαβάζετε, λαμπροί καρποί, μα την αλήθεια! Ω, Αυτά τα απαίσια, τα σιχαμένα, τα επαναστατικά, αθεϊστικά βιβλία!

Κυρία Άλβιν: Γελιέστε αγαπητέ μου πάστορα. Εσείς ο ίδιος με παρακινήσατε πρώτος να σκέφτομαι και σας χρωστάω μεγάλη χάρη.

Πάστορας Μάντερς: Εγώ;

Κυρία Άλβιν: Ναι, όταν μ’ αναγκάσατε να γυρίσω σ’ εκείνο που λέγατε καθήκον και χρέος, όταν μου παρουσιάζατε για σωστό και δίκιο εκείνο που μου αναστάτωνε ολόκληρο το είναι μου, σαν να ήταν το πιο φριχτό πράγμα. Τότε άρχισα να κοιτάζω από πιο κοντά τις θεωρίες σας και τα θεμέλια τους. Ήθελα μονάχα να σκάψω λίγο, μα όλες γκρεμίζονταν. Και τότε συνειδητοποίησα πως ήταν χτισμένες στην άμμο.

Πάστορας Μάντερς: Αυτό λοιπόν ήταν το κέρδος του πιο σκληρού αγώνα της ζωής μου;

Κυρία Άλβιν: Πες τε καλύτερα της πιο ελεεινής σας ήττας.

Πάστορας Μάντερς: Ήτανε η μεγαλύτερη νίκη της ζωής μου, νίκησα τον ίδιο μου τον εαυτό.

Κυρία Άλβιν: Ήτανε ένα έγκλημα που έκανες εναντίον και των δύο μας..

Πάστορας Μάντερς: Έγκλημα! Έγκλημα επειδή σου είπα γυναίκα γύρισε πίσω, στο σπίτι σου, στον νόμιμο άνδρα σου; όταν ήρθες σαν παραλογισμένη σε μένα; Και το λέτε αυτό έγκλημα;

Κυρία Άλβιν: Ναι.. ακριβώς.. έγκλημα..