Αντρέ Μαλρώ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Tο µυθιστόρηµα διαδραµατίζεται στη Σανγκάη, το 1927, την περίοδο της συντριβής των Κοµµουνιστών από τον, µέχρι πρότινος σύµµαχό τους, Τσανγκ Κάι-σεκ και τους εθνικιστές

Αντρέ Μαλρώ

Η ανθρώπινη μοίρα

Η πρώτη σελίδα και ένα απόσπασμα σε μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη, από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1927

Μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα

Άραγε ο Τσεν θα σήκωνε την κουνουπιέρα. Ή θα χτυπούσε μέσα απ' αυτήν: Η αγωνία τού έσφιγγε το στομάχι ήταν σίγουρος για τον εαυτό του, όμως, τούτη τη στιγμή, μες στη χαύνωση, δεν σκεφτόταν το παραμικρό, σαγηνεμένος από κείνη την πλούσια λευκή μεταξένια γάζα που έπεφτε απ' το ταβάνι πάνω σ΄ ένα σώμα λιγότερο ορατό κι από σκιά, απ΄ το οποίο ξεπρόβαλλε μόνο ένα πόδι μισογερμένο από τον ύπνο, ζωντανό παρ όλα αυτά – σάρκα ανθρώπινη. Το μοναδικό φως ερχόταν από το διπλανό κτίριο: ένα μεγάλο ορθογώνιο από ωχρό ηλεκτρικό φως, που το έκοβαν τα κάγκελα του παραθύρου, ένα μά λιστα χάραζε το κρεβάτι ακριβώς κάτω απ' το πόδι, θαρρείς και ήθελε να τονίσει τον όγκο και τη ζωντάνια του Τέσσερις πέντε κόρνες τσίριξαν όλες μαζί. Τον τσάκωσαν. Να πολεμάει, να πολεμάει εχθρούς που υπερασπίζονται τον εαυτό τους, εχθρούς που δεν κοιμούνται ποτέ, αυτό ήθελε.

Το κύμα του πανδαιμόνιου κόπασε κάποιο μποτιλιάρισμα (υπήρχαν ακόμα τέτοια και κάτω, στον κόσμο των ανθρώπων...). Ξαναβρήκε τον εαυτό του αντίκρυ στη μεγάλη μαλακή κηλίδα από μεταξένια γάζα και στο φωτεινό ορθογώνιο. και τα δυο ασάλευτα μέσα σε τούτη τη νύχτα όπου ο χρόνος είχε πάψει να υπάρχει.

Έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του πως τούτος ο άντρας έπρεπε να πεθάνει. Και ήταν ανόητο βέβαια: γιατί το ήξερε πως θα τον σκότωνε. Λίγο μετρούσε αν θα τον έπιαναν ή όχι, αν θα τον εκτελούσαν ή όχι. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα απ΄ αυτό το πόδι, απ΄ αυτόν τον άντρα που έπρεπε να τον χτυπήσει δίχως να του επιτρέψει να υπερασπιστεί τον εαυτό του – γιατί, αν τον άφηνε, εκείνος θα φώναζε.

Καθώς τα βλέφαρά του τρεμόπαιζαν, ο Τσεν ανακάλυπτε μέσα του, σε βαθμό που του έφερνε ναυτία, όχι τον μαχητή που καραδοκούσε μα έναν ιεροθύτη. Και ο οποίος δεν υπηρετούσε απλώς τους θεούς που είχε επιλέξει: κάτω από τη θυσία του στην Επανάσταση υπήρχε ένας ολόκληρος κόσμος από αβύσσους που πλάι του τούτη η νύχτα της μεγάλης αγωνίας έμοιαζε με το φως. Δολοφονώ δεν σημαίνει απλώς σκοτώνω... Μέσα στις τσέπες του, τα διστακτικά του χέρια κρατούσαν το δεξί ένα κλειστό ξυράφι, το αριστερό ένα μικρό στιλέτο. Τα έχωνε όσο πιο βαθιά μπορούσε, λες και το σκο τάδι δεν έφτανε για να κρύψει τις πράξεις του. Το ξυράφι ήταν πιο σίγουρο, όμως ο Τσεν ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να το χρησιμοποιήσει το στιλέτο του προκαλούσε λιγό τερη απέχθεια. Άφησε το ξυράφι, που η λαβή του είχε γίνει ένα με τα σφιγμένα του δάχτυλα το στιλέτο ήταν γυμνό στην πρέπτη του, χωρίς θήκη. Το πέρασε στο δεξί χέρι, ενώ το αριστερό ξανάπεσε πάνω στο μάλλινο σαντάιγ του κι έμεινε κει κολλημένο. Σήκωσε ελαφρά το δεξί μπράτσο, αποσβολωμέ νος απ' τη σιωπή που συνέχιζε να τον περιβάλλει. θαρρείς και μια κίνησή του θα προκαλούσε κάποια πτώση. Μα όχι, τίποτα δεν συνέβη: αυτός έπρεπε να δράσει.

Τούτο το πόδι ζούσε σαν ένα κοιμισμένο ζώο. Ήταν απόληξη σ΄ ένα σώμα; Μήπως χάνω τα λογικά μου; Έπρεπε να δει τούτο το σώμα. Να το δει να δει τούτο το κεφάλι και γι΄ αυτό, έπρεπε να μπει μες στην περιοχή του φωτός, ν' αφήσει την κοντόχοντρη σκιά του να πέσει πάνω στο κρεβάτι. Τι ήταν η αντίσταση της σάρκας; Σπασμωδικά, ο Τσεν πίεσε την άκρη του στιλέτου στο αριστερό του μπράτσο. Ο πόνος (δεν ήταν πια σε θέση να σκεφτεί πως ήταν το δικό του μπράτσο), η ιδέα του βασανιστηρίου, αν ο αποκοιμισμένος ξυπνούσε, τον ανακούφισαν προς στιγμήν: το βασανιστήριο ήταν καλύτερο από τούτη δω την ατμόσφαιρα της τρέλας. Πλησίασε: ήταν όντως ο άντρας που, δυο ώρες πριν. τον είχε δει μες στο άπλετο φως. Το πόδι, που άγγιζε σχεδόν το παντελόνι του Τσεν, ξάφνου έστριψε σαν κλειδί κι έπειτα επανήλθε στη θέση του, μες στη γαλήνια νύχτα Ίσως ο αποκοιμισμένος να αισθάνθηκε μια παρουσία, μα όχι αρκετά για να ξυπνήσει... Ο Τσεν ανατρίχιασε ένα έντομο έτρεχε πάνω στο δέρμα του! Όχι ήταν το αίμα του μπράτσου του που κυλούσε σταγόνα σταγόνα. Και διαρκώς, κείνο το αίσθημα της ναυτίας...

Μία και μόνη κίνηση, και ο άντρας θα ήταν νεκρός. Το να τον σκοτώσει δεν ήταν τίποτα να τον ακουμπήσει όμως, αδύνατον. Και το χτύπημα έπρεπε να δοθεί με ακρίβεια. Ο αποκοιμισμένος, ξαπλωμένος ανάσκελα, στη μέση ενός κρεβατιού ευρωπαϊκού στιλ, φορούσε μονάχα ένα κοντό σώβρακο, με τα πλευρά δεν διακρίνονταν κάτω απ' το τροφαντό του δέρμα.

[…]

Ξαπλωµένος για να µετριάσει κάπως την κούρασή του, ο Κίο περίµενε. ∆εν είχε ανάψει το φως• δεν κουνιόταν καν. ∆εν ήταν αυτός που συλλογιόταν την εξέγερση, ήταν η εξέγερση αυτή καθαυτήν, ζωντανή µέσα σε τόσα µυαλά όπως ο ύπνος σε τόσα άλλα, που βάραινε πάνω του, σε βαθµό που ήταν πια ολόκληρος µονάχα ανησυχία κι αναµονή. Λιγότερα από τετρακόσια τουφέκια, όλα κι όλα. Νίκη – ή τουφεκίδι, ό,τι καλύτερο µπορούσαν. Αύριο. Όχι: σε λίγο. Ήταν ζήτηµα σβελτάδας: έπρεπε ν’ αφοπλίσουν παντού την αστυνοµία και, µε τα πεντακόσια Μάουζερ, να οπλίσουν τις µάχιµες οµάδες προτού αναλάβουν δράση οι στρατιώτες του κυβερνητικού θωρακισµένου τρένου. Η εξέγερση έπρεπε ν’ αρχίσει στη µία –η γενική απεργία, εποµένως, στις δώδεκα– κι έπρεπε οι περισσότερες µάχιµες οµάδες να έχουν εξοπλιστεί πριν από τις πέντε. Η µισή αστυνοµία, που ψοφούσε απ’ την ανέχεια, θα περνούσε ασφαλώς στο στρατόπεδο των εξεγερµένων. Έµενε η υπόλοιπη. Η Σοβιετική Κίνα, συλλογίστηκε. Για να κατακτηθεί εδώ η αξιοπρέπεια των δικών τους. Και η Σοβιετική Ένωση θα έφτανε τα 600 εκατοµµύρια. Είτε νίκη είτε ήττα, το πεπρωµένο του κόσµου, πλανιόταν, απόψε, κάπου εδώ γύρω. Εκτός αν το Κουοµιντάνγκ, µόλις έπεφτε η Σανγκάη, προσπαθούσε να συντρίψει τους κοµµουνιστές συµµάχους του… Αναπήδησε: η πόρτα του κήπου άνοιγε. Η ανάµνηση σκέπασε την ανησυχία: η γυναίκα του; Αφουγκράστηκε: η πόρτα του σπιτιού ξανάκλεισε. Η Μέι µπήκε µέσα. Το µπλε δερµάτινο παλτό της, µε το σχεδόν στρατιωτικό κόψιµο, τόνιζε το αρρενωπό στοιχείο που είχε η περπατησιά και το πρόσωπό της – σαρκώδη χείλη, µικρή µύτη, έντονα ζυγωµατικά σαν τις Γερµανίδες του Βορρά.

«Θα γίνει σύντοµα, Κίο;»

«Ναι».

Ήταν γιατρίνα σε ένα από τα κινέζικα νοσοκοµεία, αλλά τώρα ερχόταν απ’ τον τοµέα των επαναστατριών γυναικών, του οποίου το παράνοµο νοσοκοµείο διηύθυνε:

«Πάντα η ίδια ιστορία, ξέρεις: µόλις άφησα µια δεκαοχτάχρονη κοπέλα, που αποπειράθηκε ν’ αυτοκτονήσει µε ξυράφι µες στο γαµήλιο παλανκίνο. Την εξανάγκασαν να παντρευτεί ένα µεγαλόσχηµο κτήνος… Την έφεραν µε το κόκκινο νυφικό της, όλο αίµατα. Πίσω ερχόταν η µάνα, µια µικρή ζαρωµένη σκιά, που έκλαιγε µε λυγµούς, φυσικά… Όταν της είπα πως το κορίτσι της δεν θα πέθαινε, µου απάντησε: “Το κακόµοιρο! Κι όµως, της δόθηκε η ευκαιρία να πεθάνει…” Ευκαιρία… Αυτό λέει πολύ περισσότερα απ’ όσα οι λόγοι που βγάζουµε για την κατάσταση των γυναικών εδώ…»

[…]

Η Μέι άφησε το σκυλί, σηκώθηκε. Με το παλτό ατηµέλητα µισάνοιχτο, φαίνονταν τώρα καθαρά τα στητά στήθη, που θύµιζαν τα πεταχτά ζυγωµατικά. Ο Κίο της διηγήθηκε τη νύχτα του.

«Στο νοσοκοµείο» του απάντησε «είχαµε απόψε καµιά τρια­νταριά κοπέλες της προπαγάνδας, που ξέφυγαν από τα λευκά στρατεύµατα… Όλες τραυµατισµένες. Έφταναν ολοένα και πιο πολλές. Λένε πως ο στρατός είναι πολύ κοντά. Και πως υπάρχουν πολλοί σκοτωµένοι…»

«Και οι µισοί τραυµατίες θα πεθάνουν… Ο πόνος έχει νόηµα µονάχα όταν δεν οδηγεί στον θάνατο και, σχεδόν πάντα, εκεί οδηγεί».

Η Μέι το συλλογίστηκε:

«Ναι» είπε στο τέλος. «Κι όµως, είναι ίσως αντρική ιδέα. Για µένα, για µια γυναίκα, ο πόνος –τι παράξενο– σε κάνει να σκέφτεσαι πιότερο τη ζωή παρά τον θάνατο… Ίσως επειδή εµείς γεννάµε…»

Συνέχισε:

«Όσο αυξάνουν οι τραυµατίες, όσο πλησιάζει η εξέγερση, τόσο περισσότερο οι άνθρωποι πλαγιάζουν µεταξύ τους».

«Φυσικό είναι».

«Πρέπει να σου πω κάτι που µπορεί να σε στενοχωρήσει λιγάκι…»

Ακουµπισµένος στον αγκώνα του, της έριξε ένα ερωτηµατικό βλέµµα. Ήταν έξυπνη και γενναία, αλλά συχνά αδέξια.

«Τελικά, πλάγιασα µε τον Λενγκλέν, σήµερα τ’ απόγεµα».

Ο Κίο σήκωσε τους ώµους, θαρρείς και ήθελε να πει: «∆ικό σου θέµα». Όµως η κίνησή του, η σφιγµένη έκφραση του προσώπου δεν ταίριαζαν µε τούτη την αδιαφορία. Τον κοίταζε εξουθενωµένη, µε τα ζυγωµατικά τονισµένα απ’ το κάθετο φως. Κι εκείνος κοιτούσε τα σκοτεινιασµένα, δίχως βλέµµα µάτια της και δεν έλεγε τίποτα. Αναρωτιόταν µήπως η αισθησιακή έκφραση του προσώπου της προερχόταν απ’ το ότι τούτα τα φευγάτα µάτια και τα ελαφρώς φουσκωτά χείλη, σε αντίθεση µε τα χαρακτηριστικά της, τόνιζαν βίαια τη θηλυκότητά της… Κάθισε στο κρεβάτι, του έπιασε το χέρι. Θέλησε να το τραβήξει, µα το άφησε. Εκείνη όµως το αισθάνθηκε:

«Σε πληγώνει;»

«Σου είπα πως είσαι ελεύθερη… Μη ζητάς πολλά» πρόσθεσε µε πικρία.

Το σκυλάκι πήδησε στο κρεβάτι. Τράβηξε το χέρι του, ίσως για να το χαϊδέψει.

«Είσαι ελεύθερη» επανέλαβε. «Λίγο µετράνε τ’ άλλα».

«Έπρεπε να σ’ το πω. Για µένα, έστω».

«Ναι».

Μήτε ο ένας µήτε ο άλλος αµφέβαλλαν πως έπρεπε να του το πει. Ο Κίο θέλησε ξάφνου να σηκωθεί: έτσι ξαπλωµένος, µε κείνη καθισµένη στο κρεβάτι του, ένιωθε σαν άρρωστος που τον φροντίζει… Μα για να κάνει τι; Όλα ήταν τόσο µάταια… συνέχιζε να την κοιτάζει, ν’ ανακαλύπτει ότι αυτή η γυναίκα µπορούσε να τον κάνει να υποφέρει, αλλά ότι πάνε µήνες που είτε την κοιτούσε είτε όχι, δεν την έβλεπε πια• κάποιες εκφράσεις, πότε πότε… Τούτη η αγάπη, συχνά σπασµωδική, που τους ένωνε σαν ένα άρρωστο παιδί, τούτο το κοινό αίσθηµα για τη ζωή και τον θάνατο, τούτη η σαρκική αρµονία ανάµεσά τους, τίποτε απ’ όλα αυτά δεν υπήρχε µπροστά στο µοιραίο που ξεθωριάζει τις µορφές µε τις οποίες έχουν κορεστεί τα βλέµµατά τους. Μήπως την αγαπώ λιγότερο απ’ όσο πίστευα; συλλογίστηκε. Όχι. Ακόµα κι αυτή τη στιγµή, ήταν σίγουρος πως, αν εκείνη πέθαινε, δεν θα υπηρετούσε πια τον σκοπό του µε ελπίδα, αλλά µε απελπισία, λες και ήταν νεκρός ο ίδιος. Κι όµως, τίποτα δεν µπορούσε ν’ αποτρέψει το ξεθώριασµα αυτού του προσώπου το οποίο είχε ταφεί βαθιά µες στην κοινή τους ζωή όπως µες στο πούσι, όπως µες στη γη. Θυµήθηκε έναν φίλο που είχε δει να σβήνει το πνεύµα της γυναίκας που αγαπούσε, παράλυτη επί µήνες• του φάνηκε πως έβλεπε τη Μέι να πεθαίνει έτσι, να εξαφανίζεται παράλογα, σαν ένα σύννεφο που χάνεται µες στον γκρίζο ουρανό, παίρνοντας τη µορφή της ευτυχίας του. Ήταν σαν να ’χε πεθάνει δυο φορές, απ’ το διάβα του χρόνου και απ’ όσα του έλεγε τώρα.