|
Μιγκιένι ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΜιγκιένιΔυστυχισμένος Σωκράτης ή ευτυχισμένο γουρούνι;Ένα δίλημμα με δυο όψεις, όπως είναι πάντα τα διλήμματα. Ξύνοντας το μέτωπο, στέκει σκεπτικός ο άνθρωπος μπροστά στο δίλημμα. Δυο πρόσωπα. Πίσω απ' το ένα ο δυστυχισμένος Σωκράτης με τις σκοτούρες του παρέα. Πίσω απ' το άλλο ένα γουρούνι ευτυχισμένο, με στρουμπουλό κορμί και δέρμα τεντωμένο. Στον Σωκράτη τι να δει; Δυο μάτια χλωμά, κάτι δυσανάγνωστες μουτζούρες επάνω στις ζάρες και κάτι άκρα ισχνά, δυσαρμονικά, να κρέμονται απ' το κορμό. Τι βλέπει στο γουρούνι; Αυτό το μέτωπο το σκαλιστό, με αρμονική, αισθητική ακρίβεια (που σου ευχαριστεί το μάτι), κι αυτό το σώμα, το λιπώδες, το στρογγυλό που τρίβεται και κυλιέται μες σε ικανοποιήσεις, και στο τέλος αυτή η ζωηρή ουρά, τσουρουφλισμένη μέσα στη φλόγα της Θείας ομορφιάς. Στέκει ο άνθρωπος μπροστά σ' αυτόν τον διχασμό, ξύνοντας το μέτωπο (εκεί που τον τρώει το δίλημμα δηλαδή).Μα επιτέλους, δόξα τώ Θεώ, πρακτικός όπως είναι από την φύση, ήξερε να επιλέξει. Και φάνηκε τόσο ικανός που και τα όντα των άλλων πλανητών, πιο προηγμένα απ αυτόν, έμειναν άφωνα και σκάσανε από ζήλια. Ο ίδιος ο Θεός βαρώντας το κεφάλι με τις παλάμες Του, είπε πως ο μαθητής ξεπέρασε τον δάσκαλο και πολύ το μετάνιωσε που τέτοια οξύνοια του είχε χαρίσει. Και στον άνθρωπο μεγάλωσε η βουλιμία να ασκήσει πιο πολύ το χάρισμα του. Κάποιος βγήκε κι είπε: Δεν γίνεται.. υπηρέτης πάνω από τον κύριο του, ούτε πάνω απ' τον δάσκαλο να είναι ο μαθητής. Αλήθεια; Τι αλλόκοτη ειρωνεία! Μα ξέρετε ποιο ήταν το Εύρηκα του ανθρώπου; Τι έκανε αυτός με το δίλημμα; (Έλα ντε, διαόλου κάλτσα ο άνθρωπος). Σίγουρα δεν του άρεσε ο Σωκράτης, μα ούτε γουρουνόφατσα ήθελε να είναι. Γουρούνι! Μια χαρά περνάει το ζώο, να το ζηλεύεις είναι... Αλλά χρειάζεται να διαφυλαχτεί και λίγο η ανθρώπινη αξιοπρέπεια μπροστά στον κόσμο, έστω ελάχιστα, από ηθικής απόψεως. Τότε, σ' αυτή την αμηχανία, ξύπνησε στον άνθρωπο εκείνο κομμάτι που δεν είναι αυτού του κόσμου, που το λεν' ουράνιο, θεϊκό ή κάπως έτσι... και έγινε ο άνθρωπος πανούργος, πονηρός. Με μιας αλλάζει τα πρόσωπα μεταξύ τους. Του γουρουνιού τη μούρη κολλάει στον Σωκράτη και του Σωκράτη το πρόσωπο δίνει στο γουρούνι. Μετά, στου θηρίου το σώμα χώνεται και ζει... ο άνθρωπος. Με την θλιμμένη όψη μπροστά (την Σωκρατική) μα πίσω ως τα οπίσθια, γουρουνίσια όλα. Πρακτικά χοίρος, φαινομενικά Σωκράτης. Τα άλλα όντα βλέπουν το ζώο και το σέβονται, το τιμούν ως άνθρωπο. Μόνο που κάποιες φόρες αδυνατεί να κρύψει την γουρουνίσια φύση και ωμά φανερώνεται όπως στ' αλήθεια είναι. Έτσι, ο άνθρωπος περνάει στους αιώνες. Αντί να εξυψώνεται σε καθαρούς ουρανούς και απ' το ένα άστρο στο άλλο να κυλάει, κυλιέται κάτω, απαίσιο γουρούνι που τον Σωκράτη διώχνει, χτυπώντας τον στη μούρη. Του την έφερε λοιπόν... Μα ποιου; Σε ποιον; Στον εαυτό του. Στον εαυτό σου καημένε, φωνάζει η ηθική απ' την εξορία. Ο μικρός ΛούληςΚάνεις δεν ξέρει τον μικρό Λούλη. Ούτε καν οι συμμαθητές του σχολείου που παίζουν μπροστά του δεν τον ξέρουν. Καλύτερα να πούμε ότι τον ξέρουν άλλα εκείνοι (στο δικό τους κόσμο) τρέχουν και παίζουν, ενώ ο Λούλης (στον δικό του) κάθεται και τους κοιτάει. Τη σήμερον ήμερα ο καθένας έχει τους μπελάδες του, ασχολείται με τα δικά του. Έτσι και τα παιδιά. - Βρε Λουλάκο νωρίς έχεις αρχίσει να κοιτάς τη δουλειά σου! Όταν ο Λούλης μπαίνει στη αυλή του σχολείου, τα χείλη του γελάνε λιγάκι, μα μια κουβέντα σε κάποιον δε λέει. Προχωρά αργά βλέποντας δεξιά-αριστερά, όλο περπατώντας, ώσπου να φτάσει στη γωνιά του. Εκεί, στη πόρτα του σχολείου, του αρέσει πολύ να κάθεται. Είναι η γωνιά του, ο ζεσταμένος τοίχος απ' τον ήλιο των ημερών του φθινοπώρου. Ακουμπάει στον τοίχο ο Λούλης. Τις μικρές γροθιές χώνει στις τσέπες και την κόκκινη μυτούλα του, την παγωμένη απ' το πρωινό κρύο, στρέφει προς τον ήλιο... κι αγναντεύει. Εκείνο που πιο πολύ τράβα την προσοχή του είναι κάτι μπότες που φορούν μερικά παιδιά. Τι όμορφα που 'ναι! Πως γυαλίζουν!- συλλογιέται ο μικρός και, άθελά του, το μάτι του πάει στις σκισμένες γαλότσες του, όπου φαίνονται απ' έξω τα δαχτυλάκια των ποδιών.Από περιέργεια πλησιάζει έναν φίλο που 'χει πιο καινούργιες μπότες. Σκύβει και, στη γυαλάδα του δέρματός τους, βλέπει να καθρεφτίζονται τα γυμνά δάχτυλά του τόσο γυάλιζαν του αλλουνού τα υποδήματα. Μα σαν με ιπτάμενες μπότες ο φίλος εξαφανίστηκε τρέχοντας και παίζοντας. Και ο Λούλης επιστρέφει ξανά αργά στη γωνιά να του ζεστάνει ο ήλιος τα ποδαράκια. Όταν όμως δεν έχει λιακάδα τι κάνει το κακόμοιρο παιδί; Ίσως κάτι να κάνουν για αυτόν οι απόστολοι του ελέους και της αγάπης. Ίσως, ίσως... Καμιά φορά πλησιάζει τον δάσκαλο ο Λούλης κι, όταν έχει το πρόσωπο καθαρό χωρίς σπυριά, ο δάσκαλος του χαϊδεύει τα μάγουλα, το λαιμό. Ο μικρός τον κοιτά με βλέμμα πουλιού, παίρνει το χέρι του δασκάλου και κάτι θέλει να του χαρίσει. Μα τι μπορεί να χαρίσει το παιδί; Κάνα λουλούδι... αλλά κι αυτά δεν υπάρχουν τώρα. Εκτός αν του χαρίσει τις σκισμένες γαλότσες του, που 'χουν ανοίξει τα σαγόνια λες και θέλουν να φάνε τον δάσκαλο. Ναι, ναι, οι γαλότσες του μικρού θα τον φαν' τον δάσκαλο. Ευχές για το έτος 1937Αγαπητέ φίλε, εγώ δεν συνηθίζω να γράφω ευχές ούτε για Χριστούγεννα ούτε για Μπαϊράμι, ούτε για γενέθλια ή γι άλλες γιορτές. Δεν το κάνω διότι οι ευχές που τέτοιες μέρες όλος ο κόσμος κάνει, ουδέποτε εκπληρώνονται μιας και πηγάζουν κυρίως απ' την υποκρισία. Ο κόσμος το ξέρει αυτό, παρόλα αυτά συνεχίζει και γράφει τα ίδια. Και για τη Πρωτοχρονιά δεν έγραψα κάτι. Τίποτε, σε κανέναν. Μα αυτή τη φορά λέω μπω στο πλαίσιο των καθωσπρέπει ανθρώπων και θα ευχηθώ στους φίλους μου για το νέο έτος Πρωτίστως, αγαπητέ μου φίλε, σου εύχομαι: Καλό σου ύπνο... για να μην ακούσεις πως βροντοκοπούν τα φορτία των ανθρώπων που παν στο Γολγοθά. Να μην ακούσεις τον λυγμό τον νικημένων κι ούτε τις κραυγές των νικητών σ' αυτή τη ζωή. Την βροντή της Ισπανίας μην ακούσεις. Καλό σου ύπνο. Να μην ακούσεις πως δίπλα σου τρίζουν τα δόντια απ' το κρύο, διότι τότε θ' αρχίσεις να ρωτάς: Μα τι πάθατε βρε δόντια και τ' άλλα δόντια με μένος τα βαράτε; Κι αντί αυτών, η γλωσσά θα απαντήσει: Γιατί ειν' κρύο κύριε, κι όταν ειν' κρύο σού μπαίνει ο διάολος στο κορμί κύριε, στα νεύρα, στους μυς, και κάνει τα δόντια να τρίζουν κύριε. Πολύ κοινό να αναφέρω πως λείπουν τα ρούχα κι η φωτιά. Γι' αυτό... καλό σου ύπνο και γλυκό, αγαπητέ μου φίλε. Δευτερευόντως, μετά τον γλυκό ύπνο, σου εύχομαι.-τι πιο φυσικό;- να 'σαι χαρούμενος, πάντα χαρούμενος. Απ' τη μεγάλη χαρά, με συναίσθημα να φιλάς τα ξύλα του πατώματος και τις κολόνες, όπως κι η Γκρέτα Γκάρμπο στη Βασίλισσα Χριστίνα όταν αισθάνθηκε την αγρία αγάπη (την Αγία, ήθελα να πω αλλά το ίδιο κάνει). Τόσο χαρούμενος, που ο κόσμος να απορεί και να πει: Μα, τι ευτυχισμένος που 'ναι! Να 'σαι χαρούμενος κι αν απ' την άλλη η καρδιά σου ραγίζει σαν του κλόουν. Να 'σαι χαρούμενος γιατί η χαρά σου δίνει ελπίδες στους άλλους. Αν το ερείπιο τραπέζι σου κουτσαίνει, εσύ γέλα. Αν η μόνη καρέκλα που 'χεις είναι τρύπια και δεν έχεις να καθίσεις, γέλα. Φωτιά αν δεν έχεις και κρυώνεις, εσύ πάλι γέλα. Αν καμιά μέρα, έτσι για πλάκα, δεν θα 'χεις καν ψωμί να φας, παρ' το γι' αστείο, για φάρσα, και γέλα. Στη συμβολή των οδών βγες και γέλα, γέλα, γέλα... κι ο κόσμος θα ζηλεύει και θα λέει: Τι ευτυχισμένος που 'ναι! Κι όταν έρθει σπίτι σου να δει τα αίτια της ευτυχίας, θα θυμηθεί ο κόσμος τον εαυτό του κι θα αρχίσει ξεκαρδίζεται χιχιχι, χουχουχου, χαχαχα. Η αρρώστια του γέλιου θα κολλήσει τους πάντες, θα εξαπλωθεί παντού κι οι άνθρωποι σαν πίθηκοι θα χοροπηδάνε απ' τη χαρά τους. Γι' αυτό λοιπόν, εύχομαι που το έτος 1937 να το περάσουμε με χαρά... και ψυχικά άρρωστοι. |