|
Τόμας Μορ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Μωρ, αρχίζει τη συγγραφή της Ουτοπίας το 1515 στο Βέλγιο, από το δεύτερο μέρος του βιβλίου όπου παρουσιάζεται μία μη χριστιανική χώρα-κοινότητα όπου επικρατούν η κοινοκτημοσύνη, η ανιδιοτέλεια, η ισότητα μεταξύ των κατοίκων, η αδελφοσύνη, η συνεργασία, η ελεύθερη εκπαίδευση για όλους, η ανεξιθρησκία. Δεν υπάρχουν χρήματα και ιδιοκτησία (η οποία αναφέρεται ως η ρίζα όλων των κακών) και άρα δεν υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Το 1516, στο Λονδίνο, ολοκληρώνει το πρώτο μέρος όπου καυτηριάζεται και επικρίνεται η κατάσταση που επικρατεί στην παπική Ευρώπη στις αρχές του 16ου αιώνα. |
|---|
Τόμας Μορ
Ουτοπία
[..] «Για να είμαι ειλικρινής, πάντως, πιστεύω ότι καμία κοινωνία δεν θα είναι δίκαιη κι ευτυχισμένη όσο υπάρχει ιδιοκτησία και όλα κρίνονται από το χρήμα. Δεν θα είναι δίκαιη, γιατί τα καλύτερα θα ανήκουν στους χειρότερους. Δεν θα είναι ευτυχισμένη, επειδή τα πολλά θα ανήκουν στους λίγους (που ούτε αυτοί θα είναι πραγματικά ευτυχισμένοι) και όλοι οι υπόλοιποι θα είναι βυθισμένοι στη φτώχεια. Για αυτό, όσο συλλογίζονται το όμορφο και λογικό σύστημα της Ουτοπίας –όπου οι νόμοι είναι ελάχιστοι και τα πάντα σοφά οργανωμένα, όπου η προσωπική εργασία αναγνωρίζεται, εντούτοις επικρατεί ισότητα και όλοι ζουν με αφθονία [..] ο Πλάτωνας σαν άνθρωπος με ανεπτυγμένη διάνοια, αντιλαμβανόταν πως ο μόνος τρόπος να εγκαθιδρύσεις μια ευτυχισμένη κοινωνία είναι με την απόλυτη ισότητα, πράγμα ανέφικτο όσο υπάρχει ιδιοκτησία. Όταν, καθένας, εκμεταλλευόμενος το αξίωμα ή τον τίτλο του, αγωνίζεται να αποθησαυρίσει όσο περισσότερα μπορεί, επόμενο είναι ο πλούτος να περάσει στα χέρια μιας μικρής μειοψηφίας και οι υπόλοιποι να ζουν στην ανέχεια. [..] Όλη η ύπαιθρος είναι διάσπαρτη με αγροικίες, καλοφτιαγμένες και με όλο τον απαραίτητο γεωργικό εξοπλισμό, όπου πηγαίνουν και ζουν με τη σειρά οι κάτοικοι της πόλης. […] Κάθε χρόνο είκοσι άτομα από κάθε οικογένεια επιστρέφουν στην πόλη, έχοντας συμπληρώσει δύο χρόνια στην ύπαιθρο. Στη θέση τους έρχονται άλλοι είκοσι που θα μάθουν τη δουλειά από όσους έχουν εκεί ένα χρόνο κι αυτοί με τη σειρά τους θα διδάξουν τους επόμενους. Με αυτό το σύστημα, όσοι μένουν στις αγροικίες ξέρουν να δουλεύουν τη γη, οπότε δεν υπάρχει κίνδυνος για λάθη που ίσως γίνονταν αιτία να πεινάσουν, ενώ αλλάζουν κάθε χρόνο ώστε κανένας να μην υποχρεώνεται να υπομένει με το ζόρι τη σκληρή ζωή της υπαίθρου για μεγάλο χρονικό διάστημα. […] Παρότι γνωρίζουν με ακρίβεια τις ανάγκες κάθε περιοχής, καλλιεργούν κι εκτρέφουν πάντα πολύ περισσότερα και ό,τι περισσεύει το δίνουν στους γείτονές τους. Όταν χρειάζονται κάτι που δεν παράγεται στην περιοχή, απευθύνονται στις πόλεις τους, όπου συγκεντρώνονται μια φορά το μήνα […] κι εκείνες φροντίζουν να τους δοθεί δωρεάν. [..] Τα κτήρια τους είναι γερά αλλά απόλυτα ομοιόμορφα […] Οι δρόμοι έχουν έξι μέτρα πλάτος και όλα τα σπίτια βλέπουν στο δρόμο. Κάθε σπίτι στην πίσω μεριά έχει τον κήπο του. […] Οι πόρτες τους είναι δίφυλλες, ανοίγουν εύκολα με ένα σπρώξιμο και κλείνουν μόνες τους. Και αφού δεν γνωρίζουν την έννοια της ιδιοκτησίας, καθένας μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να μπαίνει ελεύθερα σε όποιο σπίτι θέλει. Κάθε δέκα χρόνια αλλάζουν μεταξύ τους σπίτια με κλήρο. [..] Εκτός από την γεωργία, που την ξέρουν όλοι, καθένας τους ειδικεύεται και σε κάποια τέχνη, όπως στην κατεργασία μαλλιού ή λιναριού, στην τέχνη του χτίστη, του σιδηρουργού ή του μαραγκού […] Όλοι φορούν τα ίδια ρούχα, που διαφέρουν μόνο σε ό,τι αφορά το φύλο ή για να ξεχωρίζουν οι παντρεμένοι από τους ανύπαντρους. Η μόδα δεν αλλάζει ποτέ ενώ τα ρούχα είναι κομψά, άνετα, προσαρμοσμένα στο κλίμα. [..] Στο κέντρο της κάθε πόλης υπάρχει η αγορά όπου οι οικογένειες της περιοχής φέρνουν ό,τι φτιάχνουν και τα συγκεντρώνουν σε αποθήκες κατά είδος. […] Κοντά στις αγορές που ανέφερα υπάρχουν κι άλλες, όπου μπορεί να προμηθευτεί κανείς τα πάντα, από λαχανικά, φρούτα και δημητριακά μέχρι ψάρια, πουλερικά και κτηνοτροφικά προϊόντα […] παίρνει ό,τι χρειάζεται ο ίδιος ή η οικογένειά του χωρίς να το πληρώνει ή να το ανταλλάσσει με κάτι άλλο. […] Δεν έχει νόημα να πληρώσεις κάτι σε κάποιον, όταν τα πάντα είναι άφθονα και ελεύθερα για όλους και κανένας ποτέ δεν πρόκειται να ζητήσει περισσότερα από όσα χρειάζεται. Για ποιο λόγο άλλωστε, όταν όλοι γνωρίζουν πως δεν θα τους λείψει τίποτε; Εκείνο που κάνει τα πλάσματα του θεού λαίμαργα ή άπληστα είναι ο φόβος της έλλειψης. Στην περίπτωση όμως του ανθρώπου, πέρα από το φόβο υπάρχει και η ματαιοδοξία, που τον κάνει να φαντάζεται ότι είναι τάχα σπουδαίο να επιδεικνύεται στους άλλους. [..] Αξιολογούν το χρυσό και το ασήμι σε διαφορετικά κριτήρια από εμάς. Τα πολύτιμα μέταλλα δεν τους χρησιμεύουν παρά μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες και κρίσιμες περιπτώσεις. Αξιολογώντας τα, λοιπόν, με βάση τη χρησιμότητά τους, είναι λογικό να προτιμούν τα σίδερο από τα πολύτιμα μέταλλα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει χωρίς το σίδερο, όπως δεν μπορεί χωρίς τη φωτιά και το νερό. Είναι το πιο χρήσιμο, το πιο σημαντικό μέταλλο στη φύση. Το χρυσό και το ασήμι έχουν υπερτιμηθεί από ανοησία του ανθρώπου, λόγω της σπανιότητάς τους. Στην Ουτοπία, όμως, ισχύει το αντίθετο. Πιστεύουν ότι η φύση, σαν σπλαχνικός γονιός, παρέχει στον άνθρωπο τις μεγαλύτερες ευλογίες της ελεύθερα κι απλόχερα, όπως τον αέρα και το νερό και κρύβει ό,τι του είναι ανώφελο και άχρηστο. [..] Αν μάζευαν τα μέταλλα αυτά σε κάποιο πύργο, ο κόσμος θα άρχιζε να φθονεί τον Άρχοντα και τη Γερουσία με την καχυποψία ότι ξεπουλούν το κοινό συμφέρον για προσωπικό όφελος. Αν, πάλι, τα έκαναν σκεύη και αντικείμενα τέχνης, υπήρχε φόβος να τα αγαπήσουν για την ομορφιά τους και να μην δέχονται εύκολα να τα αποχωριστούν… Για να τα αποφύγουν όλα αυτά, σκαρφίστηκαν μία λύση που, παρότι εναρμονίζεται απόλυτα με τις υπόλοιπες πρακτικές τους, είναι τόσο έξω από ό,τι συνηθίζουμε εμείς, με την αδυναμία μας στο χρυσάφι και τη μανία που το μαζεύουμε, που μας φαντάζει απίστευτη. Ενώ, λοιπόν, τα πιάτα και τα ποτήρια τους είναι πήλινα ή γυάλινα, όμορφα σχεδιασμένα αλλά από φτηνά υλικά, τα ουροδοχεία στα σπίτια και στους δημόσιους χώρους είναι από χρυσό και ασήμι. [..] Όταν αποφασίζουν ότι ήρθε η ώρα να διαλέξουν σύντροφο, κάνουν κάτι που σε εμάς φαντάζει εξωφρενικά γελοίο, εκείνοι όμως το αντιμετωπίζουν πολύ σοβαρά. Πριν το γάμο […] μια παντρεμένη παρουσιάζει τη νύφη ολόγυμνη στο γαμπρό και έπειτα ένα ηλικιωμένος παρουσιάζει γυμνό τον γαμπρό στη νύφη. Γελάσαμε μόλις τα μάθαμε, λέγοντας ότι δεν είχαμε ξανακούσει πιο άσεμνη συνήθεια. Μας απάντησαν ότι εκείνοι πάλι απορούν με την ανοησία των άλλων λαών που, ενώ, όταν πρόκειται να αγοράσουν κάτι ασήμαντο, όπως ένα άλογο, το εξετάζουν σχολαστικά κάτι που δεν κάνουν όταν διαλέγουν σύντροφο. […] Ποτέ δεν φτιάχνουν συνθήκες και συμφωνίες σαν αυτές που σκαρώνουν και παραβαίνουν αδιάκοπα όλα τα κράτη. Τις βρίσκουν ολότελα άχρηστες και πιστεύουν ότι όταν οι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τους κοινούς δεσμούς ανάμεσά τους, δεν έχουν αξία οι υποσχέσεις και οι υπογραφές. […] Αντίθετα, όσο περισσότερες οι φανφάρες, τόσο συντομότερα ξετρυπώνουν κάποιο ασήμαντο παραθυράκι και τις παραβιάζουν. […] Για αυτό οι κάτοικοι της Ουτοπίας πιστεύουν ότι η ανθρώπινη φύση είναι συνθήκη από μόνη της και οι άνθρωποι ενώνονται πολύ αποτελεσματικότερα με την καλοσύνη παρά με τα συμφωνητικά, αφού ενισχύει τους συναισθηματικούς τους δεσμούς πολύ πιο έντονα από τις λέξεις. |