Νόβαλις ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

YMNOI ΣTH NYXTA

(απόσπασμα)

1.
Ποιο πλάσμα ζωντανό, προικισμένο με αισθήσεις,
δεν αγαπάει περισσότερο απʼ όλες
τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου
που απλώνεται τριγύρω του,
εκείνο το πασίχαρο φως –
με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του
και την αβρή του παρουσία παντού,
καθώς η μέρα που ξυπνάει;
Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών,
σαν κάτι απʼ την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης
το ανασαίνει και επιπλέει χορεύοντας
μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό
˙κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα,
το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας
ό,τι χυμός στη γη και το παράφορο θηρίο
με πλήθος όψεις το ανασαίνει˙
μα, πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος:
με το στοχαστικό το βλέμμα,
το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη
απαλά κλεισμένα.
Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης,
καλεί όλες τις δυνάμεις του
σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις:
συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες
και η ουράνια εικόνα του περιστοιχίζει κάθε γήινη ουσία.
Η παρουσία του και μόνο δείχνει
το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.

Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη αγία, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα.
Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σʼ έναν τάφο βαθύ˙
ο τόπος του: άγονος και έρημος.
Βαθιά θλίψη φυσάει σʼ ένα έγχορδο στήθος.
Θα γκρεμιστώ: δροσερό φως ντυμένο στάχτη.
Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές
ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες
έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα,
όπως η βραδινή ομίχλη μετά τη δύση του ηλίου.
Το φως αλλού, σε άλλους τόπους ρίχνει χαρούμενο σκοινιά
και τους πασσάλους του.
Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του,
που προσμένουν με αθώα πίστη την επιστροφή;