Κοσμάς Πολίτης

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Στο μυθιστόρημα στου Χατζηφράγκου, (όνομα μιας λαϊκής συνοικίας της Σμύρνης), ο συγγραφέας ζωντανεύει εμπειρίες και μνήμες της παιδικής ηλικίας από τη Σμύρνη.

Κοσμάς Πολίτης

Eroica

(1ο απόσπασμα, από την αρχή του βιβλίου)
Tο ποδοβολητό και οι σκληριές φτάσαν στο κατακόρυφο – μεσημεριάτικο, την ώρα που ο κόσμος θέλει να ησυχάσει μετά το φαγητό. Μια γυναίκα έβαλε τη φωνή απ’ το κατώφλι της καγκελόπορτας:
– Ε! δεν πάτε να παίξετε και παρακάτω! Παληόπαιδα!
– Αλτ! πρόσταξε ο αρχηγός.
Σταματήσανε αμέσως, έτσι καθώς βρισκότανε μέσα στο σύννεφο της σκόνης, τα δυο που τρέχανε μπροστά κι αυτά που σέρναν την αντλία και τ’ άλλα που συνοδεύαν με κραυγές κι αλαλητό. Ο άνεμος παράσερνε τη σκόνη μαζί με ανακατωμένα κουρελόχαρτα.
Ο αρχηγός έσπρωξε λίγο προς τα πίσω τη χρυσαφιά τενεκεδένια περικεφαλαία κι ακούμπησε τις γροθιές του στο γοφό.
– Για να σου πω, της λέει. Βρωμοδουλικό! Ο δρόμος είναι δημόσιος, κανένας δεν ορίζει.
– Πάρε τα μούτρα σου και τράβα μη φωνάξω το γιατρό! στρίγγλισε η γυναίκα.
Τα παιδιά πιάσανε τα γιουχαΐσματα: – Ου, ου, Παπακοκός – ου, ου, Παπακοκός – ου, ου... – Βζζζτντάν! σφύριξε μια πέτρα και βρήκε στην άκρη τη μικρή ταμπέλλα με την επιγραφή: «Χ. Παπακωστόπουλος, Ιατρός».
– Τώρα θα δείτε, βρωμόπαιδα! τους φοβέρισε και μπήκε μέσα με ορμή δίνοντας μια της πόρτας.
– Βρε να πάρ’ η ...Ο γιατρός ξέρει τον πατέρα μου, είπε κάποιος από την παρέα.
– Εμπρός, μαρς! διάταξε ο αρχηγός.
Ένας από τους μπροστινούς άρχισε να φυσάει στην τρουμπέττα – σαν αυτές του σκουπιδιάρη και του γαλατά – και ξεκίνησαν πάλι με τρεχάματα και βουητό. Μπροστά τους ένα κίτρινο γιατί πάσχιζε να ξεφύγει με τσαλίμια, μα σαν είδε το παρακακό σκαρφάλωσε στο βόλτο και νιαούριζε από ψηλά.
– Αλτ!... Αντρέα, είπε αυτός με τη χρυσαφιά περικεφαλαία, τρέχα ίσαμε τη γωνιά και κύτταξε μην έρχεται κανένας.
– Αν κάνει πως ξεμυτάει το Παπακοκάκι ο γυιος του, θα τον συγυρίσω μια χαρά, μουρμούρισε φεύγοντας ο άλλος.
Το ψηλό εκείνο σπίτι με τα ευρωπαϊκά κεραμίδια ήταν το τελευταίο μετά το σπίτι του γιατρού στο ερημικό ετούτο μέρος, τα Πάνω Περιβόλια. Μερικές βίλλες χωμένες μέσα στην πρασινάδα τραβούν γραμμή από τη μια μεριά του δρόμου. Η αντικρυνή κατέβαινε απότομα.
Οι μουριές είναι τραγωδία τώρα το χειμώνα, δεν υπάρχει δέντρο με πιο άχαρα γυμνά κλωνιά. Την άνοιξη όμως το φύλλωμά τους φουντώνει μια χαρά και τότε τις μαδούσαμε αλύπητα με βέργες και με πετονιές. Τρέφαμε κάμποσα μεταξοσκούληκα μέσα σ’ ένα κουτί, έτσι, από περιέργεια, φιλοσοφώντας ασυνείδητα πάνω σε τούτο το μυστήριο. Κι έπειτα, πεισμωμένοι κι ανικανοποίητοι, παιδεύαμε τις κάμπιες με μια ένστικτη, βουβή, παιδιάτικη απονιά. Κάποτε μάλιστα μας πήρε στο λαιμό του ο Σταύρος. Βεβαίωνε πως μέσα στα κουκούλια οι κάμπιες πιπιλίζουν την ουρά τους – την άκρη του τελευταίου σπόνδυλου εννοούσε – κι έτσι μας έπεισε να τ’ ανοίξομε δίχως να περιμένομε να βγούνε οι ψυχές. Φυσικά, δεν είδαμε τίποτα τέτοιο, μονάχα που ψοφήσαν για καλά τα ζούδια του Θεού – ως και η φτερωτή ψυχούλα τους ακόμα – και πήγε στράφι ο σπόρος τη χρονιά εκείνη. Αυτά όλα είχανε κάποια σχέση ανομολόγητη και με τη σχολική παράσταση που δώσαμε στις εξετάσεις. Την ώρα που ο Σωκράτης – μια και τέλειωσε ο ρόλος του – έβγαλε τη γέρικη περούκα κι έπιασε να ξεσφίγγει από τη μέση του τη σπάθα του ιππότη, ένας κύριος που όλο και στριφογύριζε κοντά στα καμαρίνια τού σκάζει δυο φιλιά στο σβέρκο και του κάνει:
– Ώχουτο, από κάμπια μεταμορφώθηκε σε όμορφο αγόρι!...
Ο Σωκράτης θύμωνε όποτε του θυμίζαμε το περιστατικό. Εκτός απ’ τις μουριές, κάτι χοντροί αθάνατοι στολίζανε το ίσιωμα, σχεδιασμένοι γκριζοπράσινοι πάνω στον ουρανό, άλλοι ολόρθοι, σπαθωτοί, κι άλλοι σακατεμένοι. Δείχνανε γκριζογάλαζοι από μακρυά. Εκεί δίπλα παρατήσαν τα παιδιά το καρροτσάκι με τη μικρή αντλία και στήσανε κουβέντα περιμένοντας, λαχανιασμένοι ακόμα. Ο ιδρώτας λάσπωνε τη σκόνη πάνω στα πρόσωπά τους κι οι περικεφαλαίες αστράφτανε στον ήλιο. Πιάσανε τη συζήτηση για το μεγάλο εκείνο φορτηγό, βαρύ κι ακούνητο πάνω στα θολά νερά του λιμανιού, δεμένο πλάι στον κυματοθραύστη. Απ’ έξω τον βαράνε οι θαλασσιές, τρεις-τρεις, η μια πάνω στην άλλη. Τι να φορτώνει άραγε, χαρούπια ή γλυκόριζα; Τα σάτια κι οι μαούνες χοροπηδάνε ασουλούπωτα.
– Μια φορά δε γίνεται νάναι γλυκόριζα, τους λέει ο Κλεόβουλος. Δεν απόμεινε ούτε μια μπάλα πια στην αποθήκη μας.


(2ο απόσπασμα)
«..Βάλαμε τα γέλια και λέγαμε ό,τι κατέβαινε του καθενός. Βέβαια, τη στιγμή εκείνη, κανένας από μας δε σκέφτηκε αν θ’ ανταμώναμε ποτέ όλοι μαζί μέσα σε όμοιες συνθήκες. Φιλίες, κοινές αναμνήσεις –από τόσο νωρίς!- τα νιάτα, οι κοινές εκπλήξεις, Κάποιες αόριστες νοσταλγίες άδειαζαν την καρδιά μας, άφηναν κιόλα ένα κενό. Προχωρούσαμε ψηλαφητά μέσα σε δισταγμούς, ερεθιζόμαστε από τις προαισθήσεις για πράγματα πολύτιμα νιώθοντας από τώρα την αξία της αφής. Μα ξανοιγόμαστε προς τη ζωή γεμάτοι ζωηράδα –βλέπαμε όλο και μπροστά. Κι αν έβρεχε! Η άνοιξη ερχότανε, το καρναβάλι μπήκε κιόλα. Τόσες ωραίες κυρίες περνούν ακίνδυνες για μας ακόμη – τίποτα δεν ζητούν. Το πολύ, μας παραξένευε κάποια συρτή τους ομιλία ή κάτι σαν φιδίσια χάρη – ίσως και να προσβλέπαμε ήσυχοι κάποιον μελλοντικό αγώνα δίχως πρακτικό σκοπό. Πότε πάλι – αλήθεια, είχε κανείς μας τότε το προαίσθημα πως πια ποτέ δε θ’ ανταμώναμε όλοι μαζί μέσα στη σπάνια εκείνη αρμονία;»