| Ρένος Αποστολίδης ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Τον Οκτώβριο του 1950, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις της Εστίας το βιβλίο με τον παράξενο τίτλο « Πυραμίδα 67». Ο συγγραφέας του Ρένος Αποστολίδης έχει προ δεκαμήνου απολυθεί από τις τάξεις του Εθνικού Στρατού και υπάγεται, ακόμα, στη δικαιοδοσία των Στρατοδικείων. Το βιβλίο είναι η πρώτη μαρτυρία, από την πλευρά ενός απλού στρατιώτη, για τον Εμφύλιο. |
|---|
Ρένος Αποστολίδης(απόσπασμα)Σ’ ένα κουρείο, ένα θέαμα κτηνώδες: Κάποιος «κύριος ανθυπολοχαγός»είχε σε μια φάκα ένα δύστυχο μικρό ποντίκι και το τυραννούσε,χύνοντας στάλα – στάλα, καφτό νερό πάνω του, και ρίχνοντάς τουέπειτα χιόνι! Το δόλιο κείνο σπάραζε… Μ’ έπιασε μια τρεμούλα αλλόκοτη κ’ ένα ρίγος, σαν από πυρετό – απόμίσος! Δεν άντεξα: ̶Ποιανού είν’ η φάκα; ̶Δικιά μου! απάντησε ο κουρέας. ̶Το πουλάς το ποντίκι; ̶Τι το θές; ̶Το θέλω! Πόσο; ̶Δίχως τη φάκα; ̶Δίχως. ̶Δώσ’ ένα χιλιάρικο!.. (Με την άκρη του ματιού μου κοιτούσα πάντα τον ανθυπολοχαγό, πουσυνέχιζε εμπαθέστερα τα βασανιστήριά του. Είχε πια υποψιαστεί!) ̶Πάρε το χιλιάρικό σου!.. Δόσμου εμένα τη φάκα!.. Είχε σκυλιάσει! Τι θα το κάνεις; - ρώτησε θυμωμένα. Μα εγώ είχα πάρει πια τη φάκα και την είχα ανοίξει!.. Το ζωάκι,κατάπληχτο και ζαλισμένο, δεν έβγαινε!.. ̶Τι κάνεις, κτήνος, εκεί! ̶Δικό μου είναι – ό,τι θέλω!.. Τότε όρμησε κι άδραξε βίαια το χέρι μου ν’ αρπάξει τη φάκα! Το ζωάκισάλταρε μια – και χάθηκε!.. Βρεθήκαμε σώμα με σώμα! ̶Κύριε ανθυπολοχαγέ, σου συνιστώ να ηρεμίσεις!.. ̶Γιατί άνοιξες τη φάκα, παλιόσκυλο; Δεν είχες δικαίωμα να τοναμολήσεις! ̶Μήτε όμως κ’ εσύ να τον βασανίζεις!.. Κύριε ανθυπολοχαγέ, καλύτερανα ηρεμίσεις!.. ̶Τον λυπήθηκες, παλιόσκυλο; ̶Ναι. ̶Μήπως λυπάσαι και τους συμμορίτες, κάθαρμα; ̶Δε θα το καταφέρεις να με στείλεις στρατοδικείο για ένα ποντίκι, κύριεανθυπολοχαγέ!.. Μην κοπιάζεις μάταια!.. ̶Σε ρωτάω: Λυπάσαι μήπως και τους συμμορίτες; ̶Κ’ εγώ σε ρωτάω, κύριε ανθυπολοχαγέ, μήπως είσαι τόσο γενναίος κιαπέναντί τους, όσο με το ποντίκι – κι αυτό στη φάκα;.. ̶Θα σου δείξω εγώ! – κ’ έφυγε έξαλλος. Σε τρία λεφτά έν’ αυτοκίνητο της ΕΣΑ σταματούσε απ’ έξω. Μου είπαννα τους ακολουθήσω και με πήγαν στο φρούραρχο. Ήταν ένας εξηντάρης συνταγματάρχης, λεπτός, ξεραγκιανός καιγερασμένος: ̶Εσύ είσαι που έκανες το επεισόδιο;.. Και πώς μπορείς εσύ ναπροσβάλλεις έτσι έναν αξιωματικό; ̶Κύριε συνταγματάρχα, αυτός πρόσβαλε την αξιοπρέπεια τουαξιωματικού, τυραννώντας σε δημόσιο χώρο ένα ποντίκι! Έμεινε απορημένος και με κοίταζε… «- Πέντε μέρες φυλακή!» είπε,τέλος. «Θα ειδοποιήσω τη μονάδα σου. Πήγαινε!»Δεν ειδοποίησε ποτέ. (απόσπασμα aπό: feltor.wordpress.com) …Με την ιδέα πως μονάχα η δικιά σου ζωή είναι δικά σου, μόνο ο δικόςσου ο εαυτός είναι ο εαυτός σου, μπορείς ν’απαλλαγής απ’ την τυρρανίατων μεγάλων.(Με την ίδια ιδέα απαλλάξου από κάθε λατρεία στονηρωισμό για το αύριο και στη θυσία για ό, τι μελλοντικό!..) Δεν υπάχουν“μεγάλοι”. Άνθρωποι μόνο υπάρχουν. Κι αν εγώ δεν μπορώ να γράφωτον “Ηλίθιο” του Ντοστογιέφσκι, μήτ’ εκείνος όμως θα μπορούσε ναγράψη αυτό το γράμμα, όσο ασήμαντο κι αν είναι. Κι αυτό γιατί κανέναςάνθρωπος σ’ όλον το χώρο δεν μπορεί να κάνη ή να ζήση ό,τι κάνει κιόπως ζη ένας άλλος. (Όσο για το αντικειμενικό βάρος, τη λεγόμενη “αξία”, όλων μαζί τωνυπαρκτών το βάρος ισούται με το μηδέν!) …Και πάλι, λέω πως όλοι ειν’ άγγελοι, όλοι είναι καλοί – ή μήπως εγώείμαι ο πρίγκηψΜίσκιν; Μα δεν αλλάζει! Δε θα μπορούσε κανένας στονκόσμο νάναι ή να πλάση έναν Μίσκιν, αν δεν ήταν όλοι στο βάθος τουςαπέραντα καλοί! Ναι, ναι! Κάθε στιγμή το βλέπω πίσω από τα μάτιατους, πόσο απέραντα καλοί είναι όλοι. Γιατί όμως αυτό τοδιάστροφοπαρουσίασμά τους; Αχ, δε βρήκαμε ακόμα τον τρόπο νάμαστεαυτό πούμαστε!.. Να μπορούσα να τους κάνω όλους να νοιώσουν ακριβώς όπως είναι! Δεθα χρειαζόταν τίποτ’ άλλο! Ε ί ν α ι ι δ α ν ι κ ο ί!Πράξε πάντοτε έτσι που, πεθαίνοντας, νάχης το δικαίωμα να φωνάξης:τόσο μου ήταν δοσμένο …. Ποτέ δεν πρέπει με κανέναν να ενθουσιάζεσαι από φιλία. Μην ξεχνάςπως κανείς δεν έχει τη φύση του απεριόριστα κι αδόλευτα παντού. Μηνξεχνάς πως κανείς δεν μπορεί να σου γίνη τόσο δικός σου όσο τείνεις νατου είσαι. Σκέφτηκα όλη τη νύχτα αυτό πρόβλημα της προσωπικήςαυτοπειθάρχησης – της προγραμματικής, της από τα πριν σε παγιωμένεςπροσωπικές αρχές. Κι ένοιωσα ότι το να πακτώνης την ως τώρα πείρασου, τη σκέψη σου, τον πόθο σου, τη γεύση σου της ζωής, το να βιάζηςτον εαυτό σου να υποταχτή σε σκληρά προσωπικά δόγματα, και ν’αναθέτης έπειτα στη θεληματικότητα, την από ένα σημείο και πέρατυφλή κι άτεγκτη τήρησή τους, δεν είναι παρά μια τάση αποφυγής τουαυθυπεύθυνου! Σα να προτιμάς μιαν από σε νομοθετημένη σκλαβιά (πουπαραμένει, μολαταύτα μια σκλαβιά) απ’την ελευθερία, που δε γνωρίζεινόμον άλλο παρά την πάνυτα ξάγρυπνη συνείδηση του εγώ.…Οι περίεργοι άνθρωποι…Οι φυτρωμένοι στη γη τους…Οι όχιξεριζωμένοι…Που έχουν ένα κλειδί στην τσέπη τους και δε χρειάζεταινα περπατήσουν 400 χιλιόμετρα για να φτάσουν σπίτι τους…Οι ξένοι, οιάγνωστοι άνθρωποι, που σε κοιτάν και δεν αναρωτιούνται ποιός είσαι,που πας, μήπως κλαις…Οι άνθρωποι που μόνο από αρπαχτικήπεριέργεια θα σε κοιτούσαν αν έλαμπε ένα αυλάκι στο μάγουλό σου καικύλαγε σιγά σιγά ένα δάκρυ!.. Δεν ξέρω: μου είναι ανάγκη να προωθήσω ως τα άκρα την ένταση τηςφύσης μου και την ποιότητα του μετάλλου της. Αυτό ονομάζω κιολοκλήρωση εγώ: να εξαντλήσεις όλο το δυναμικό της ζωής πούχεις –να το εξαντλήσεις, και γι’ αυτό, έτσι, σαν αυτοαναφλεγόμενος, ναπεθάνης! Αν οι Έλληνες ήξεραν Ιστορία. απόσπασμα από συνέντευξη του Ρένου Αποστολίδη σε αθηναϊκήεφημερίδα της 13-6-93 «Οι Έλληνες δεν ξέρουν Ιστορία. Και κυριότατα γιατί δεν τουςμαθαίνουν. Και δεν τους μαθαίνουν γιατί δεν συμφέρει να ξέρουν και νακρίνουν, αλλά και γιατί τα μυαλά συντριπτικής πλειονότητας τωνδιδασκόντων είναι χαλασμένα -όπως και ήταν χαλασμένα πριναντίστροφα. Άλλοτε χρησιμοποιούσαν την Ιστορία στα σκολειά για ναπαράγουν εθνικιστικές συνειδήσεις. Μετά για να κάνουν κακή κι αδέξιαπροπαγάνδα ψευτοαριστερίστικη. Όλοι απλώναν αναχρονιστικά τιςιδεούλες τους και τις πίστεις τους στο παρελθόν, κόβαν και ράβαν τηνιστορία στα μικρά μέτρα τους. Αλλ' έτσι η βαθύτερη ζήτηση της ιστορίας, που είναι κάτι το πολύ ριζικόστην ανθρώπινη συνείδηση, δεν ικανοποιείται, πεινάει επί μακρόν, κιεντέλει μαραίνεται. Σιχάθηκα μια ζωή να παλεύω να διαλύσωψευτοϊστορικές ερμηνείες του παρελθόντος, εθνικιστών και τάχαμαρξιστών, τάχα "συντηρητικών" και τάχα "προοδευτικών", να μηνθαρρούν τα παιδιά πως η αρχαιοελληνική πόλις είναι ό,τι τάχα ηεθνικιστική πατρίδα, να μην βγάζουν "προδότες" τους Θεμιστοκλήδεςκαι τους Αντρούτσους, να μην βγάζουν όλοι "προδότες" τους πολιτικούςτους αντιπάλους, να μην απλώνουν στα παρελθόντα τα παρόντα πάθητους. Ποια ιστορία; Ποιος την δίδαξε ποτέ σωστά; Ποιος νοιάστηκε αλήθεια;Και γι' αυτό ίσως δεν έχουμε και ιστορική μνήμη. Τι "ιστορική"; Ούτεχθεσινή δεν έχουμε! Πράγματα που τα ζήσαμε χθες, οι ίδιοι, στο πετσίμας, αφήνουμε θρασύτατα να μας τα λένε ανάποδα όλοι, και δεναντιδρούμε!.» Άρθρο στο περιοδικό ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1966 ΑΠΟ «www.lifo.gr/team/book/57457» Συζητήσανε οι Κηφήνες μας το «Ενιαίο Μισθολόγιο» –που κοντεύει, μετο ράβε-ξήλωνε των ρουσφετιών και των υποδουλώσεών τους προςτάξεις ολάκερες εκβιαστών, να γίνη τόσο «ενιαίο» όσο εμείς κινέζοι– καιστο μεταξύ κανείς δεν προσέχει, δεν φωνάζει, δυο-τρεις αληθειούλες,που ξετρυπώνουν και σφυρίζουνε αληθινώτατες! Λογουχάρη: 1. Πως όχι με το «νέο» –το τάχα «ενιαίο»!– παρά με το παλιό ήδη –κιανεπαρκέστατο– μισθολόγιο, τα 49% των δημοσίων εσόδων πάνε σεμισθούς και συντάξεις δημοσίων υπαλλήλων! Κι αν γίνη νόμος, κ’εφαρμοστή το «νέο» –το «ενιαίο», και «δικαιότερο» τάχα– θα φτάσουμε(το 1972) στα 55%! Βάλτε κι άλλο ένα 10-15% για μισθούς «εκτάκτων»,«επί συμβάσει», «ημερομισθίων», «ημετέρων» και τα ρέστα, κ’ έχετεαμέσως την τρομερή καρκινωματική διάσταση αυτού που λέγεται κράτοςκαι ρουφάει αδηφάγο το αίμα μας: Τα δύο τρίτα όσων αφαιμάσσει τοΤέρας, από ’ναν ολάκερο Λαό –«υπέρ της κοινής ωφελείας» τάχα– τατρώει το ίδιο! Όχι μεταφορικά, πραγματικά Μινώταυρος! Κι ωστόσοκανείς εδωμέσα δε λέει, χρόνια τώρα, το μόνο τίμιο για τον όλο Τόποκαι το κοινό πρόβλημά του. Ότι: 2. Μόνο το 1/10 των διοικητικών υπαλλήλων χρειάζονται – και οι ρέστοινα παν στα σπίτια τους! Να πάρουν σύνταξη, ό,τι πρέπει, ή να τουςδοθούν όποιες επιχειρηματικές διευκολύνσεις κριθούν επαρκείς –αντίσυντάξεων μεγάλων, που δεν μπορούν να τους δοθούν, γιατ’ είναιπάντως φτωχός ο Τόπος– αλλά να πάνε σπίτια τους! Και συναφώς: 3. Να καταργηθούν και καμμιά εικοσαριά υπουργεία-υφυπουργείακηφηναριά, για να δούμε θεού πρόσωπο εδώ, περ’ απ’ τα χαρτιά των«χαρτανθρώπων» –τα μουτζαλωμένα, διαρκώς, για προσχηματισμό τηςτεμπελιάς και της κενότητάς τους– που μας πνίξανε! 4. Αν ο Τόπος χρειάζεται κάποιους, αυτοί δεν είναι ψευτοδιοικητικοίγραφιάδες της λίθινης εποχής και του αραμπά. Ούτε είναι τεμπέληδεςκαι ρουσφετοδιωρισμένοι φαρισαίοι του συν τη παρούση αλληλογραφίαδιαβιβάζομεν δια τα καθ’ υμάς, που πασσέρνουν διαρκώς ο ένας στονάλλον, οι ασυνείδητοι, ό,τι απαιτεί έργο και αντιμετώπιση ουσιαστικήεδωμέσα! Χρειάζονται δάσκαλοι πρώτα, και πάλι δάσκαλοι, κι όλων τωνειδών οι δάσκαλοι – κι όχι αυτοί της παρακμής! Και τεχνικοί, και πάλιτεχνικοί, και μέσοι –πρωτίστως– τεχνικοί, αλλ’ όχι αυτοί οι εκβιαστές, οιθρασύτατοι κι αλαζωνικότατοι, που χρόνια τώρα μαστίζουν τη Χώρα, μετις τελείως πέραν των δυνατοτήτων της («δίκαιες», ίσως, γι’ αυτούς, μαάδικες γι’ αυτήν, και για όλους τους άλλους του Λαού της) απαιτήσειςτους! Και χρειάζονται τεχνίτες –άσσοι τεχνίτες, σαΐνια τεχνίτες, μεσυνείδηση ποιότητος τεχνίτες– όχι τούτοι οι μαστροχαλαστήδες, οιεκβιαστές επίσης του συνόλου, που τα φορτώσαν όλα στο πέτο, ενονόματι «Δημοκρατίας» τώρα-τώρα, και τάχα «ιδεολογίας». Να βλέπαμε, αν ζούσαν σε κανέναν «παράδεισο» (της Ρουσίας ή και τηςΑμέρικας, του σταχανοφισμού ή του τεϋλορισμού), τι χαμπέρια –μειδρώτα, π’ ούτε στους εφιάλτες τους εδώ στην Ψωροκώσταινα!– θα μαςστέλνανε!.. Και Σιβηρία από πάνω, ως «σαμποτέρ του καθεστώτος», ανδεν καλοδουλεύανε! Κ’ εξόντωση πλήρη, στην Αμέρικα της «ευτυχίας»,αν δεν δουλεύανε ακόμα παραπάνω!.. Να δούνε «παραδείσους»!]. Κι ακούμε λοιπόν, πως 400.000 δημόσιοι υπάλληλοι τηςΨωροκώσταινας –προφανώς με ισχυρή την αίσθηση πως: «όσο για τοχρέος τους, το εκτελούν ευσυνειδότατα!»– απεργούν, γιατί οι άλλοικηφήνες, στο Κυνοβούλιο, δεν τους ψηφίζουν όχι τον αποδεκατισμό καιτην αποστολή στο σπίτι τους των εννιά δεκάτων, αλλά το «ενιαίομισθολόγιο» λέει! Το «ενιαίο», που ξέρουν οι ίδιοι πόσο διόλου «ενιαίο»είναι, που οι ίδιοι άλλωστε το εκβιάζουν –κατά μέρη– να μην είν’ ενιαίο,ενώ συνάμα φωνάζουν «να είναι!», κ’ ενώ οι μεν «διαγράφουν» τους δεαπό τις «τάξεις» των υπαλλήλων –πώς τους διαγράφουν; δεν είναιπράγματι υπάλληλοι; αμπελοχώραφο της Α.Δ.Ε.Δ.Υ. ειν’ η«δημοσιοϋπαλληλία»;– και τάξεις ολόκληρες πια κατ’ άλλων τάξεων τηςδιαλυόμενης αυτής «κοινωνίας» φέρονται και αντιφέρονται, βρίζονταικαι αντιβρίζονται, καπηλικώτατα, λοιδορούν η μια της άλλης τοκοινωνικό ή επαγγελματικό λειτούργημα, παιδεύουν έτσι υπέροχα τουςνέους, τους κατώτερους, τους σκοτεινούς, τους ωργισμένους, τουςαμόρφωτους, και κρατάει ο καθένας ένα λουρίδι σάπιο του Πτώματος,και το τραβάει όσο παίρνει! Ε, το σάπιο λουρίδι θα τους μείνει ολονών! Και ο αναρχικός μεν χαίρεται γι’ αυτό το κατάντημα –γιατ’ ειν’ ησυνέπεια των κρίσεων και των προβλέψεών του ακριβώς, η πλήρης, πουβεβαιώνεται απ’ τα πράγματα τόσο σύντομα– μα και κλαίει ο πατριώτης(είναι κι αναρχικοί πατριώτες, κ΄οι πατριώτες όλοι κοντεύουν πιαλυσσαλέοι αναρχικοί), κλαίει για τον Τόπο, και για όλους του – για όλουςμας! Έπρεπε ο λαός αυτός, ο ανώνυμος, με ανώνυμη πατριωτικήσυνείδηση νάβρισκε κάποτε το σθένος να τιμωρήση όχι μόνο τουςκηφήνες του στο Κυνοβούλιο –με μαύρο για όλους τους: καθολική αποχήτου απ’ τις βρωμοκάλπες τους (πολλών εκλογών μάλιστα απανωτά!)–αλλά και πολλές εκβιαστικώτατες επαγγελματικές τους τάξεις ν’ αρχίσηνα τιμωρή, κάνοντας –όταν τέλειωνε κάθε κυνική απεργία– μιακαθολικήν ανταπεργία των πολιτών! Να δουν οι λεωφοριούχοιμάσες τότε! Και να δουν κ’ οι εισπράκτορες κ’οι οδηγοί! Και να δουν κ’ φουρνάρηδες! Και να δουν κ’ οι θρασύτατοιταξιτζήδες! Κ’ οι τηλεφωνήτριες που λιποθυμάνε – κι ο ανάλγηταεκμεταλλευτής Ο.Τ.Ε., αποπάνω, που τις κάνει να λιποθυμάνε! Να γίνη,εντέλει, μια Βουδαπέστη εδώ –έτσι που πάμε!– και να μας πήτε τότε, ναπούμε όλοι σε όλους τότε, τι χαμπού και που τραβάμε! Υστερίζουμε κατάτης «απειλής Δικτατορίας». Αλλά δε βλέπετε, πολίτες, πως εμείς οιανόητοι –κ’ οι απάνω κ’ οι κάτω– σχεδιάζουμε, γεννούμε, τρανεύουμεκαταπάνω μας τα Όρνεα της Σήψεως; |