|
Όλιβερ Σακς ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Ο Όλιβερ Σακς διηγείται με χιούμορ και λογοτεχνική χροιά, τις ιστορίες ασθενών χαμένων στον λαβύρινθο νευρολογικών διαταραχών, ανθρώπων χωρίς μνήμη και με χαμένο παρελθόν, ανθρώπων που δεν αναγνωρίζουν τους γνωστούς τους, που τα μέλη τους έχουν γίνει ξένα, ανθρώπων που έχουν αποκλειστεί σαν καθυστερημένοι ενώ είναι προικισμένοι με απρόσμενα καλλιτεχνικά ή μαθηματικά ταλέντα. |
|---|
Όλιβερ Σακς
Μια από τις ιστορίες
Ναι, πάτερ-αδελφήΗ κ. Μπ., πρώην ερευνήτρια χημικός, είχε παρουσιάσει σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα μία αλλαγή της προσωπικότητας της, είχε γίνει «αστεία», κωμική, έκανε συνέχεια ευφυολογήματα και λογοπαίγνια και ταυτόχρονα είχε γίνει παρορμητική και «επιφανειακή». («Αισθάνεσαι ότι δεν ενδιαφέρεται καθόλου για σένα», έλεγε μια φίλη της. «Μοιάζει σαν να μην ενδιαφέρεται πια για τίποτα».) Στην αρχή υπήρξε η σκέψη ότι ήταν υπομανιακή, αλλά τελικά βρέθηκε ότι είχε έναν εγκεφαλικό όγκο. Όταν έγινε η κρανιοτομή, αντί για ένα μηνιγγίωμα -όπως υπήρχε η ελπίδα- βρέθηκε ένα τεράστιο καρκίνωμα που απλωνόταν στις οφθαλμικές επιφάνειες και των δύο μετωπιαίων λοβών.Όταν την είδα, έδειχνε ζωηρή, ευμετάβλητη-«ταραχοποιό» την έλεγαν οι νοσοκόμες- όλο πειράγματα και κοροϊδευτικές απαντήσεις, συχνά, όμως, έξυπνη και με χιούμορ. - Ναι, πάτερ, μου είπε σε κάποια στιγμή. - Ναι, αδελφή, σε κάποια άλλη. - Ναι, γιατρέ, σε μια τρίτη. Έμοιαζε να χρησιμοποιεί τους όρους εναλλακτικά, χωρίς διάκριση. - Τι είμαι; ρώτησα, κεντρισμένος, μετά από λίγο. - Βλέπω το πρόσωπο σας, τα γένια σας, είπε, σκέφτομαι έναν αρχιμανδρίτη. Βλέπω τη λευκή σας μπλούζα, σκέφτομαι τις αδελφές. Βλέπω το στηθοσκόπιο σας, σκέφτομαι ένα γιατρό. - Ολόκληρο δε με κοιτάτε; -Όχι, δε σας κοιτώ ολόκληρο. - Καταλαβαίνετε τη διαφορά ανάμεσα σε έναν παπά, μία αδελφή και ένα γιατρό; - Ξέρω τη διαφορά, αλλά δε σημαίνει τίποτα για μένα. Παπάς, αδελφή, γιατρός, τι σημασία έχει; Ύστερα από αυτό, θα 'λεγε κοροϊδευτικά: «Ναι, πάτερ-αδελφή. Ναι, αδελφή-γιατρέ», και άλλους συνδυασμούς. Η εξέταση της διάκρισης αριστερού-δεξιού ήταν κατά περίεργο τρόπο δύσκολη, γιατί χρησιμοποιούσε αδιάκριτα τις λέξεις αριστερό ή δεξί (παρόλο ότι δεν τα μπέρδευε μεταξύ τους, όπως στην περίπτωση που υπάρχει μία πλαγιωμένη έκπτωση της αντίληψης ή της προσοχής). Όταν της το επισήμανα, μου είπε: - Αριστερό/δεξί. Δεξί/αριστερό. Γιατί κάνετε όλη αυτή τη φασαρία; Ποια είναι η διαφορά; - Υπάρχει καμία διαφορά; τη ρώτησα. - Φυσικά, είπε με την ακρίβεια ενός χημικού. Θα μπορούσατε να τα αποκαλέσετε εναντιόμορφα το ένα στο άλλο. Αλλά δε σημαίνουν τίποτα για μένα. Χέρια... Γιατροί... Αδελφές... πρόσθεσε προσέχοντας την έκπληξη μου. Δεν καταλαβαίνετε; Δε σημαίνουν τίποτα. Τίποτα για μένα. Τίποτα δε σημαίνει τίποτα... τουλάχιστον για μένα. - Και... αυτό το να μη σημαίνουν τίποτα... δίστασα φοβούμενος να συνεχίσω. Αυτή η έλλειψη σημασίας... σας ενδιαφέρει αυτό καθόλου; Σημαίνει αυτό κάτι για σας; - Απολύτως τίποτα, είπε αμέσως με ένα λαμπερό χαμόγελο, με τον τόνο κάποιου που κάνει ένα πετυχημένο αστείο, που έχει την τελευταία λέξη, που κερδίζει στο πόκερ. Ήταν, άραγε, μία άρνηση; Ήταν μία επίδειξη θάρρους; Ήταν το «κάλυμμα» μιας αφόρητης συγκίνησης; Το πρόσωπο της, πάντως, δεν είχε καμία βαθύτερη έκφραση. Ο κόσμος της είχε αδειάσει από συναίσθημα και νόημα. Τίποτα πια δεν ήταν αισθητό σαν «αληθινό» (ή έστω σαν «μη αληθινό»). Τα πάντα ήταν τώρα «ισοδύναμα» ή «ίδια», ολόκληρος ο κόσμος είχε περιοριστεί σε μια αστεία ασημαντότητα. Έβρισκα αυτή την κατάσταση δυσάρεστη, το ίδιο και οι φίλοι και η οικογένεια της. Η ίδια, όμως, παρότι είχε συνείδηση του εαυτού της, ήταν αδιάφορη, απροβλημάτιστη, μέχρι και με κάποια αστεία και τρομαχτική ταυτόχρονα νωχελικότητα ή ελαφρότητα. Η κ. Μπ., αν και ήταν έξυπνη και οξυδερκής, με κάποιο τρόπο ήταν απούσα -«άψυχη» - σαν άτομο. Μου θύμιζε τον Ουίλιαμ Τόμσον (όπως, επίσης, και το δρ Π.). Αυτό είναι το αποτέλεσμα της «ισοπέδωσης» που περιγράφει ο Luria, που είδαμε στο προηγούμενο κεφάλαιο και θα συναντήσουμε και στο επόμενο. ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟΑυτό το είδος της κωμικής αδιαφορίας και της «ισοπέδωσης» που παρουσιάζει αυτή η ασθενής δεν είναι ασυνήθιστο• οι Γερμανοί νευρολόγοι το αποκαλούν Witzelsucht («νόσο του αστείου», η «μωρία» ή «μω ρολόγια» των Ελλήνων νευρολόγων) και είχε αναγνωριστεί, εδώ και έναν αιώνα, από τον Hughlins Jackson σαν μια θεμελιώδης μορφή της νευρικής «αποσύνθεσης». Δεν είναι ασυνήθιστη, όπως η εναισθησία που χαρακτήριζε αυτή την ασθενή. Η εναισθησία (το «insight»), η επίγνωση, δηλαδή, της εσωτερικής κατάστασης του εαυτού μας, ευτυχώς ίσως, χάνεται καθώς η «αποσύνθεση» προχωρεί. Κατά τη διάρκεια της χρονιάς, βλέπω πολλές τέτοιες περιπτώσεις με ανάλογη σημειολογία αλλά με τις πιο ποικίλες αιτίες. Μερικές φορές δεν είμαι από την αρχή σίγουρος αν ο ασθενής δεν «αστειεύεται», δεν κάνει τον κλόουν ή αν δεν είναι σχιζοφρενής. Για παράδειγμα, σχεδόν τυχαία, βρήκα τις παρακάτω σημειώσεις μέσα στα χαρτιά μου, γύρω από μία ασθενή με εγκεφαλική σκλήρυνση κατά πλάκες, που την είχα δει στα 1981, αλλά που δεν παρακολούθησα στη συνέχεια:Μιλά πολύ γρήγορα, παρορμητικά και (απ' ό,τι φαίνεται) αδιάφορα... έτσι που το σημαντικό και το ασήμαντο, το αληθινό και το ψεύτικο, το σοβαρό και το αστείο ανακατεύονται σε ένα γρήγορο, αδιαχώριστο, μισομυ- θοπλαστικό ρεύμα... Μπορεί να αντιφάσκει εντελώς με τον εαυτό της μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα... θα πει ότι της αρέσει η μουσική, ότι δεν της αρέσει, ότι έχει ένα σπασμένο γοφό, ότι δεν έχει... Κατέληγα με μία νότα αβεβαιότητας: Πρόκειται για μια λανθάνουσα αμνησία με μυθοπλασία, για μετωπιαία αδιαφορία-ισοπέδωση, για κάποια παράξενη σχιζοφρενική αποσύνθεση που την έχει θρυμματίσει και ισοπεδώσει; Απ' όλες τις μορφές της «σχιζοφρένειας», ο «ευτυχής ηλίθιος», ο αποκαλούμενος «ηβηφρενικός», μοιάζει περισσότερο με τον οργανικό α- μνησικό και με το σύνδρομο των μετωπιαίων λοβών. Είναι η πιο κακοήθης μορφή και η πιο ασύλληπτη για τη φαντασία- και κανένας δεν επιστρέφει από τέτοιες καταστάσεις, για να μας πει με τι μοιάζουν. Σε όλες αυτές τις καταστάσεις -όπου οι ασθενείς παρουσιάζονται σαν «αστείοι» και συχνά έξυπνοι - ο κόσμος είναι θρυμματισμένος, ακαθόριστος, μεταβάλλεται σε χάος και αναρχία. Παύει να υπάρχει το οποιοδήποτε «κέντρο» στο νου, παρόλο που οι κανονικές του διανοητικές ικανότητες διατηρούνται ίσως απόλυτα άθικτες. Το τέρμα τέτοιων καταστάσεων είναι μία ανεξιχνίαστη «ηλιθιότητα», μία άβυσσος επιφανειακότητας, μέσα στην οποία τα πάντα είναι αστήριχτα, αιωρούνται και διαλύονται. Ο Luria κάποτε είπε ότι ο νους κάτω από τέτοιες καταστάσεις μεταμορφώνεται σε «μία κίνηση κατά Brown» και τίποτε άλλο. Συμμερίζομαι τον τρόμο που σίγουρα ένιωθε γι' αυτές (αν και αυτός ο τρόμος μάλλον με παρακινεί να τις περιγράψω ακριβώς παρά με εμποδίζει). Σκέφτομαι, πρώτα, τον «Φούνες» τού Μπόρχες και την παρατήρηση του: «Η μνήμη μου, Κύριε, μοιάζει με ένα σωρό σκουπίδια», και στο τέλος σκέφτομαι την Dunciad (Ηλιθιάδα), το όραμα ενός κόσμου μειωμένου σε Καθαρή Ηλιθιότητα, την Ηλιθιότητα σαν το Τέλος του Κόσμου: |