| Ανν Σέξτον ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Ανν ΣέξτονΗ μαύρη ΤέχνηΜια γυναίκα που γράφει αισθάνεται υπερβολικά,Εκείνους τους εκστασιασμούς και τα σημάδια! Σαν να μην έφταναν οι κύκλοι και τα παιδιά και τα νησιά, οι θρηνωδίες και τα κουτσομπολιά και τα λαχανικά, λες και δεν έφταναν καθόλου. Νομίζει πως μπορεί να προειδοποιήσει τ’ αστέρια. Μια συγγραφέας είναι κυρίως ένας κατάσκοπος. Γλυκιά μου αγάπη, είμαι αυτό το κορίτσι. Ένας άντρας που γράφει ξέρει πολλά. τι μαγικά λόγια και φετίχ! Σαν να μην έφταναν οι στύσεις, τα συνέδρια και τα προϊόντα, οι μηχανές και τα γαλόνια και οι πόλεμοι λες και δεν έφταναν καθόλου. Με χρησιμοποιημένα έπιπλα φτιάχνει ένα δέντρο. Ένας συγγραφέας είναι κυρίως ένα κάθαρμα. Γλυκιά μου αγάπη, είσαι αυτός ο άντρας. Χωρίς ποτέ να αγαπάμε τον εαυτό μας, μισώντας τα παπούτσια μας, και τα καπέλα μας ακόμη, αγαπάμε ο ένας τον άλλον, πολύτιμα, πολύτιμα. Τα χέρια μας είναι γαλάζια κι απαλά. Τα μάτια μας είναι γεμάτα τρομακτικές εξομολογήσεις. Αλλά όταν παντρευόμαστε τα παιδιά φεύγουν αηδιασμένα. Υπάρχει πάρα πολύ φαγητό και καθόλου περίσσευμα για να καταφάει όλη αυτή την παράξενη αφθονία. ΝοικοκυράΜερικές γυναίκες παντρεύονται σπίτια.Είναι ένα άλλο είδος δέρματος. Έχει καρδιά, στόμα, συκώτι και συσπάσεις των εντέρων. Οι τοίχοι είναι σταθεροί και ροζ. Δες πως κάθεται στα γόνατα όλη μέρα. να καθαρίζει με προσήλωση. Οι άνδρες εισβάλουν με την βία, τραβηγμένοι σαν τον Ιωνά Στις σαρκώδεις μητέρες τους. Μια γυναίκα είναι η μάνα της. Αυτό είναι το βασικό. ΤΟ ΣΠΙΤΙ (απόσπασμα)Στα όνειρατο ίδιο κακό όνειρο συνεχίζεται. Σαν κάποιο γιγάντιο γερμανικό παιχνίδι το σπίτι έχει ξαναχτιστεί πάνω στο πράσινο γρασίδι του. Το ίδιο τρομερό σύνολο, η ίδια οικογένεια πορτοκαλί και ροζ προσώπων σκαλισμένα και ντυμένα σαν μαριονέτες που περιμένουν για να ανοίξουν και να κλείσουν τα σαγόνια τους. Χίλια εννιακόσια σαράντα δύο, Χίλια εννιακόσια σαράντα τρία, Χίλια εννιακόσια σαράντα τέσσερα, είναι όλα τα ίδια. Είμαστε σε πόλεμο. Παίρνουμε την βενζίνη με δελτίο και για τα τρία αυτοκίνητα. Το Lincoln Continental αναπνέει στον σταύλο του, ένα λαγωνικό που περιμένει για να ξεχυθεί. Το αγόρι από την Ιρλανδία που βγήκε μαζί της ραντεβού (Ιρλανδική δαντελένια κουρτίνα, είπε η μητέρα της) την προτρέπει μέσα στο μολυβένιο γκαράζ να νιώσει το λουστραρισμένο προφυλακτήρα και να δει τα χιλιόμετρα. Όλα αυτά τα λεφτά! και φιλιά επίσης. Φιλιά που κολλάνε στο στόμα σαν την καραμέλα ξυδιού που τραβούσε με τα βουτυρωμένα δάχτυλά της, τραβούσε μέχρι που γινόταν λευκή σαν κόκαλο σκύλου, λευκή και χοντρή, αδύνατο να μασηθεί. Πατέρας, μια ακριβή ομοιότητα, το πρόσωπό του φουσκωμένο και ροζ από σκωτσέζικη μαύρη αγορά, κάθεται έξω για την μηνιαία κραιπάλη του με τις κατά παραγγελία πιτζάμες του και φωνάζει, με τη γλώσσα του γρήγορη σαν άλογα που καλπάζουν, φωνάζει στο υπεραστικό τηλεφώνημα. Το στόμα του είναι τόσο πλατύ όσο το φιλί του. Μητέρα, πάντα με τη σωστή χειρονομία, βγάζει τα παπούτσια της, όλα γίνονται λάθος, απίστευτα στριμωγμένη καθώς κάθεται εκεί στο αλαβάστρινο καμαρίνι της διαλέγοντας τα διαμάντια της σαν ταμίας τράπεζας που ελέγχει το αποτέλεσμα. Η καμαριέρα λεπτή σαν μολύβι, σερβίρει το δείπνο ως συνήθως, τρίβει τις θυμωμένες της αρθρώσεις πάνω από τον πορσελάνινο νεροχύτη και γκρινιάζει στο σκυλί που φοβάται τα όπλα. Ξέρει ότι κάτι συμβαίνει. Τρυπάει μια ψητή πατάτα. Η θεία, μεγαλύτερη από όλες τις στραβές γυναίκες στους Αδερφούς Γκριμ, […] Πατέρα, πατέρα, μακάρι να ήμουν νεκρή. Στα τριάντα πέντε θα ονειρευτεί ότι είναι νεκρή αλλιώς θα ονειρευτεί ότι επέστρεψε. Όλη τη μέρα το σπίτι κάθεται μεγαλύτερο από τη Ρωσία που λάμπει σαν γιατρεμένο δέρμα στον ήλιο. Όλη την ημέρα το μηχάνημα περιποιείται: δωμάτια, σκάλες, χαλιά, έπιπλα, ανθρώπους - εκείνους τους ανθρώπους που στέκονται στα ανοιχτά παράθυρα σαν αντικείμενα περιμένοντας την πτώση. |