,
|
Αλέξανδρος Σούτσος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
Αλέξανδρος Σούτσος
Σάτυρα δεύτερη (1827)(απόσπασμα) Εκείνος όστις πάντοτε τους φίλους του προδίδει Και την απάτη θεωρεί ως νόστιμο παχνίδι, Εκείνος ονομάζεται πολιτικός μεγάλος Του πλάστη αριστούργημα, Ταλευράνδος άλλος Ο φιλοδίκαιος Γραικός είναι Γραικός ευήθης Ο αγαθός ανίκανος, μωρός ο φιλαλήθης Ως άξιος, ως φρόνιμος ο κλέπτης επαινείται Αυτός ο ψευδαπόστολος όστις παντού κινείται Το σπερμολόγο έκτρωμα όπου παντού τρυπώνει Και με χουλιάρα βρωμεράν το παν ανακατώνει Ο παπατρέχας άγγελος, των φατριών ο φίλος Όστις σαλεύει την ουράν στους Δυνατούς σαν σκύλος Κι απ’ τα στρατόπεδα πηδά στους Επιτρόπους Αυτός είναι ο καλύτερος από όλους τους ανθρώπου. Η Διογενική μου ζωή Αν στου καθενός προσέξης το περπάτημα κομμάτι, ο καθένας καπνούς έχει και θαρρεί πως είναι κάτι• Μιραμπός ο ένας είναι, Μετερνίχος είν’ ο άλλος και πολιτικός μεγάλος• κ’ εγώ μέρα μεσημέρι με φανάρι περπατώ, Διογένης, εις τους δρόμους νά ’βρω άνθρωπον ζητώ. Ο επιστάτης των εθνικών οικοδομών επί Ι. Καποδίστρια Φοίνικες και ταλαράκια το πουγκί μου κουδουνίζει, και το στόμα μου σαμπάνιες και ρυζόγαλο μυρίζει• χαιρετάτε με με σέβας, με βαθύν προσκυνισμόν• επιστάτης, κύριοί μου, έγινα οικοδομών. Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά. Έκτακτε Διοικητή μου, πόσα γρόσια θησαυρίζεις; Όσα παίρνω σ' ένα μήνα σ' ένα χρόνο τα κερδίζεις; Έκτακτα τον μήνα παίρνεις εσύ χίλια… κι ας να μη! Εγώ παίρνω τρεις χιλιάδες εις την κάθε πιθαμή. Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά. Η αυτού Πανεξοχότης μ' αγκαλιάζει κάθε μέρα. Μα ρημάζω το Ταμείον; Αλλού βλέπει, βρέχει πέρα, φθάνει μόνον, πουρνό βράδυ, να τον λέγω εις τ' αυτί τι φρονεί ο ένας κι άλλος και τι δρόμο περπατεί. Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά Σήμερον το Ναύπλιόν μας η πρωτεύουσά μας είναι• αύριο θα είναι, λέγουν, αι περίφημαι Αθήναι. Τότε, γρόσια μιλιούνια τότε δα θα ξοδευθούν, και πατόκορφ' απ' εμένα αι Αθήναι θα κτισθούν. Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά. Κριματίζει όποιος λέγει πως εγώ μισώ τα φώτα • τα σχολεία, στην τιμή μου, τ' αγαπώ απ' όλα πρώτα• και πολλές φορές λαχαίνει στ' όνειρό μου να ιδώ πως οικοδομώ Μουσεία, κι απ' το στρώμα τραγουδώ: Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά. Με κολνούνε οι γυναίκες και γλυκές ματιές με ρίχνουν• μ' όλες μου τες άσπρες τρίχες πως μ' ορέγουνται με δείχνουν• γαμβρός είμαι όπου πάγω, κι εις το κάθε σπιτικό ταπεινότατες προτάσεις υπανδρείας αγρικώ . Τερερέμ, λαλά, λαλά• η δουλειά πάγει καλά. Σαν αντίδραση στο «τυποκτόνον ψήφισμα του Ι. Καποδίστρια» Είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μην βλάψεις της Αρχής τους Υπαλλήλους, τους Κριτάς, τους Υπουργούς μας και των Υπουργών τους φίλους• είν’ ελεύθερος ο Τύπος, φθάνει μόνον να μη γράψεις. ΑΡΧΙΕΡΕΑΣ Βλέπεις αυτόν πού άκουμβά είς μαύρον δεκανίκι και στον λαον ως δωρεάς μοιράζει ευλογίας; Είναι χονδρός Άρχιερεύς πάσης ξηροκαμπίας. Ώς περικεφαλαίαν του το καλιμαύχι έχει, ψορεί αυτό κάί κακούργων άτιμωρήτως τρέχει. Μίαν στιγμήν ίδές αυτόν τον 'Αγων Πιλάτον άπ τον Κωλλέτην, έρχεται εις τον Μαυροκορδάτον. Υβρίζει και κατηγορεί τον ενα και τον άλλον και τον καθένα εις τ αυτί πολιτικον μεγάλον πολεμικον άήττητον, σωτήρα ονομάζει, ενώ κρυφίως και των δυο τον λάκκον ετοιμάζει. ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ Εδώ βαθεΐς πολιτικοί βαστούν τα πάτερμά των. Σιγά - σιγά περιπατούν, μετρούν τα βήματα των. Ίδέαν διπλωματικής κανείς προτού δεν είχε. Τώρα ζητούν να δείξουσι πώς είναι Μετερνίχοι. Αναστενάζουν δυνατά. Τα φρύδια των τεντώνουν. Κυττάζονν άσκαρδαμυκτεί. Της πλάτες των υψώνουν. Περιπατούν, και σκέπτονται. Υψώνουν τήν φωνήν των, ή κρύπτουν τήν άμάθειαν υπό τήν σιωπήν των. Άλλοίμονον ! Τοϋ γένους μας τολμούν να είναι στύλοι όσοι ποτέ δεν έμαθαν να πιάνουν το κονδύλι' αυτοί τήν πρωραν οδηγούν τού δυστυχούς μας πλοίου Ο ΑΠΟΜΑΧΟΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗ Εις τον γέρον Όλυμπόν μας, κοντά σ’ ένα κυπαρίσσι Ένας γέρων Ρουμελιώτης Με τους φίλους του το βράδυ κάθησε να τραγουδήση. Της πατρίδος στρατιώτης, Επτά, έλεγ’, επτά χρόνους με καρδιά πάντοτε νέα Βάσταξα και στο Δερβένι και στον κάμπο τη σημαία. Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, εμθυμάσθε τους καλούς μας, Τους ηρωικούς καιρούς μας; Ενθυμάσθε του Χουρσίτη αι τριάντα χιλιάδες Μια μια όλαις διαλεκταίς Όταν γέμισαν του Άργους ταις μεγάλαις πεδιάδαις Μ’ αστραπαίς και με βρονταίς, Ενθυμάσθε με τι θάρρος επιασθήκαμε στα χέρια Με δραπάνια με κοντάρια και με ξύλ’ αντίς μαχαίρια; Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, ενθυμάσθε τους καλούς μας, Του ηρωικούς καιρούς μας; Ενθυμάσθε των Σκοδριάνων σαν μας πλάκωσε το πλήθος Πώς ευθύς στο Καρπενήσι Έτρεξεν ο Μπότσαρής μας, και με τ’ ακριβό του στήθος Πρόφθασε να τους σκορπίση; Ενθυμάσθε της πληγής του πώς μας έκρυφτε το αίμα; Τι καρδιά μας έδιδ’ όλους με το ύστερό του βλέμμα; Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, ενθυμάσθε τους καλούς μας, Τους ηρωικούς καιρούς μας; Ενθυμάσθε, απ’ τους Τούρκους σαν σκεπάσθηκαν οι λόγγοι Της ανδρείας Ρούμελής μας Και βαστούσε ο Αράπης σφαλιστούς στο Μισολόγγι Τα παιδιά μας, τους γονείς μας; Ενθυμάσθε, μες στα μάτια της σκληρής Ευρώπης όλης Πώς ανέβηκεν ως στ’ άστρα του Μισολογγιού η πόλις; Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, ενθυμάσθε τους καλούς μας, Τους ηρωικούς καιρούς μας; Ενθυμάσθε ο Καραΐσκος με τρακόσιους διαλεκτούς του Όταν ήλθε στας Αθήνας Πώς του Κιουταχή εχάθη κ’ η ανδρία του κι ο νους του; Δεν επέρασ’ ένας μήνας, Και η Ρούμελη σηκώθη, κ’ έγειν’ όλη ένα σώμα. Κ’ εκοκκίνησ’ από αίμα της Αράχοβας το χώμα· Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, ενθυμάσθε τους καλούς μας, Τους ηρωικούς καιρούς μας; Χωρίς πόλεις, χωρίς Κάστρο , ξεσχισμένοι, πεινασμένοι Και με διψασμένο στόμα, Νεκρωμένοι απ’ τον τύφο, απ’ τα βόλια πληγωμένοι Και χλωμοί ωσάν το χώμα, Εις τον ουρανό τα μάτια είχαμ’ όλοι γυρισμένα, Πλην ποτέ εις τους τυράννους δεν εκλίναμεν αυχένα. Ενθυμάσθε, σύντροφοί μου, ενθυμάσθε τους καλούς μας, Τους ηρωικούς καιρούς μας; |