|
Θεόκριτος ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΘΕΟΚΡΙΤΟΣΕΙΔΥΛΛΙΑXIX. ΚΗΡΙΟΚΛΕΠΤΗΣ Μετάφραση Ι. Πολέμη Εκέντρωσε μιά μέλισσα τον έρωτα τον κλέφτη όταν της έκλεβε κερί μέσ' από την κυψέλη, κι όλα του τ' ακροδάχτυλα τα βρήκε το κεντρί της. Κι αυτός πονούσε ο δύστυχος κ' εφύσαγε τα χέρια κ' εχτύπαγε τα πόδια του πηδώντας απ' τον πόνο· κ' έτρεξε στη μητέρα του την ώμορφη Αφροδίτη κ' έδειξε τα χεράκια του και της παραπονέθη πώς είν' η μέλισσα μικρή κι όμως σκληρά πληγώνει. Κ' εγέλασ' η μητέρα του και στράφηκε και τούπε: Γιατί απορείς; μήπως και συ της μέλισσας δε μοιάζεις; Έτσι μικρός είσαι και συ κ' έτσι σκληρά πληγώνεις. XXVIII. ΗΛΑΚΑΤΗ Μετάφραση Ι. Πολέμη Αδράχτι, που σ' εχάρισε στις γνωστικές γυναίκες η γλαυκομμάτα η Αθηνά για νοικοκυροσύνη, έλα μαζί μου θαρρετά στην πόλη του Νηλέως πούνε ναός της Κύπριδος μέσ' σε χλωρά καλάμια. Εκεί θα πάμε, κι ο θεός καλό ταξίδι ας δώση, το φίλο το Νικία μου να 'δω και να φιλήσω, που οί χάριτες γλυκόφωνες τον έχουν αναθρέψει, και σένα, καλοδούλευτο κ' ελεφαντένιο αδράχτι, εσένα στη γυναίκα του θε να σε κάνω δώρο, να κλώθης νήματ' απαλά για των αντρών τα ρούχα και νήματα για διάφανα φορέματα γυναίκεια. Γιατ' οι μαννάδες των αρνιών στα πράσινα λιβάδια κουρεύονται για χάρη της και δίνουν το μαλλί τους πάντα το χρόνο δυό φορές· τ' είνε καλή δουλεύτρα κι όλα αγαπάει όσ' αγαπούν οι γνωστικές γυναίκες. Εγώ δε θα σ' εχάριζα μηδέ σε τιποτένιες μήτ' ήθελα να σ' έβλεπα μέσ' σ' ακαμάτρας σπίτι, γιατ' είσαι απ' την πατρίδα μου κ' έχεις εσύ πατρίδα την πόλη εκείνη που έκτισεν ο Εφυραίος Αρχίας πόλη μ' ανθρώπους διαλεχτούς , της Σικελίας καμάρι. Τώρα θε νάχης σπίτι σου σοφού γιατρού το σπίτι που ξέρει μύρια γιατρικά και διώχνει τις αρρώστιες· αντάμα με τους Ίωνας στη Μίλητο θα μένης έτσι για νάχη η Θεύγενη το πιο ώμορφο τ' αδράχτι και να με φέρνη πάντοτε μέσ' την ενθύμησή της εμένα τον τραγουδιστή και τον καλό της φίλο. Όποιος σε 'δη στα χέρια της να λέη: Μεγάλη, αλήθεια, μεγάλη χάρη απόκτησε με το μικρό του δώρο. Όλα τα δώρα ατίμητα όσα χαρίζουν φίλοι. XXI. ΑΛΙΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΩΝ ΚΑΙ ΟΛΠΙΣ Μετάφραση Γ. Δροσίνη 1 Δυό γέροι ψαροκυνηγοί μαζ' ήταν πλαγιασμένοι 'πάνω στα βούρλα τα στεγνά, μέσ' στην πλεκτή καλύβα. Της ψαρικής τα σύνεργα είχαν εκεί κοντά τους· τα κοφινάκια τα ρηχά, τα μακρυά καλάμια, τ' αγκίστρια, τα δολώματα, τις πετονιές, τα δίχτυα· τα βρόχια τους και τα κουπιά και τη γρηά τους βάρκα. Και κάτω απ' τα κεφάλια τους αντί για προσκεφάλι ένα στενό κοντόψαθο και ρούχο και στρωσίδι. Αυτά είν' όλα τα σύνεργα και πλούτη των ψαράδων. Δεν έχουν θύρα με κλειδί και φύλακα τους σκύλλο, μηδέ φοβούνται από κλεψιά—η φτώχια τους φυλάει. Έπειτα δα και γείτονα δεν έχουνε κανένα και γύρω βρέχει η θάλασσα τη χαμηλή καλύβα. Οὔπω τὸν μέσατον δρόμον ἄνυεν ἅρμα Σελάνας, Δεν ήτανε μεσουρανίς ακόμα το φεγγάρι ψαράδες ξύπνησαν απ' της δουλειάς την έννοια· εδιώξανε τον ύπνο τους κι άρχισαν να 'μιλούνε: ΑΣΦΑΛΙΩΝ Ψέμματα λένε, σύντροφε, πως τάχατες οι νύχτες το καλοκαίρ' είν' πλιό μικρές που μεγαλών' η 'μέρα· Εγώ είδα τόσα ονείρατα, κι ακόμα που να φέξη !... Μην τύχη κ' εγελάστηκα, για μάκρυναν οι ώρες; ΟΛΠΙΣ Άδικα 'βρίζεις, γέρο μου, τώμορφο καλοκαίρι. Δεν παραστράτησ' ο καιρός από τον ίσιο δρόμο, μόνον οι έννοιες σε ξυπνούν και τις νυχτιές μακραίνουν. ΑΣΦΑΛΙΩΝ — Μην ξέρεις απ' ονείρατα; γιατ' είδα απόψε κάτι, κάτι καλό στον ύπνο μου και θέλω να το μάθης. Πρέπει καθώς μοιράζομε οι δυό την ψαρική μας, το ίδιο να μοιράζωμε και τα ονείρατα μας. Θα το 'ξηγήσης με τον νου και δε θε να λαθέψης· γιατ' όποιος έχει δάσκαλο το νου σε κάθε κρίση, εκείνος είνε πάντα του καλός ονειροκρίτης. Έπειτα δα χωρίς δουλειά και τί κανείς να κάνη ΟΛΠΙΣ Έλα, για λέγε τώνειρο, κι αφού το λες σ' εμένα, στον σύντροφο σου τον παληό, καλά να το 'στορήσης. ΑΣΦΑΛΙΩΝ Το βράδυ σαν πλαγιάσαμε απ' τις δουλειές κομμένοι (θυμάσαι που δειπνήσαμε και χθες καθώς και πάντα και δεν παραφορτώσαμε καθόλου το στομάχι) είδα πως τάχα καθιστός απάνω σ' ένα βράχο τα ψάρια παραμόνευα μ' ένα μακρύ καλάμι. Ετάραξα το δόλωμα και κάποιο τρυφερούδι γλυκάθηκε κ' ετσίμπησε και πιάστηκε σ' τ' αγκίστρι — όποιος πεινά στον ύπνο του πάντα καρβέλια βλέπει κ' εγ' όλο βλέπω ψαρικές και σ' τώνειρό μου ακόμα,— λοιπόν το ψάρι επιάστηκε και μάτωσε τ' αγκίστρι, κ' εγώ σφιχτά στα χέρια μου κρατούσα το καλάμι, γιατί το ψάρι εσπάραζε και το καλάμι ελύγα. Μα όταν έσκυψα 'μπροστά, εσάστισεν ο νους μου· πώς μ' έν' αγκίστρι τόσο δα να σύρω τέτοιο ψάρι; ‘Eπειτα όμως τίναξα κι απόλυσα τ' αγκίστρι για να την νοιώση την πληγή σ' τα σπάραχνά του μέσα, και σαν δεν εσπαρτάριζεν, απάνω τ' ανασέρνω και βλέπω πλούσια πληρωμή σ' τον τόσο μου τον κόπο, ψάρι μεγάλο ολόχρυσο και χρυσοπλουμισμένο. Μ' αληθινά φοβήθηκα, γιατ' είπα μήπως είνε κανένα ψάρι 'ξωτικό η ψάρι μαγεμμένο. Προσεκτικά ξεκάρφωσα τ' αγκίστρι από τα χείλη, μήπως τυχόν το σίδερο του ξύση το χρυσάφι· τώρριξα απάνω σ' τη στεριά κι ωρκίστηκα και είπα πως δε θε να πατήσω πια σ' το πέλαγος το πόδι, παρά θα ζήσω σ' τη στεριά με το χρυσάφι πούχω. Τα είδ' αυτά και 'ξύπνησα. Και τώρα, σύντροφε μου, πες μου και συ τη γνώμη σου, γιατί πολύ φοβούμαι μ' αυτόν τον όρκο πώκανα μην πέσω σ' αμαρτία. ΟΛΠΙΣ Κ' εγώ σου λέω, φίλε μου, καθόλου μη φοβάσαι, γιατί μηδ' όρκον έκανες και μηδέ ψάρι βρήκες· ήτανε ψεύτικ' όνειρο, κι αν θες να βγή σ' τ' αλήθεια, ψάρευε, ψάρια αληθινά με κόκκαλα και κρέας, γιατί μ' ονείρατα χρυσά της πείνας θα πεθάνης. |