Βιργίλιος

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Βιργίλιος

Τα Γεωργικά

Μτφ Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Τυπογραφείο του Ερρίκου Αλούπη, 1909 .

απόσπασμα από την αρχή

ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ.


Τι κάνει τα γεννήματα καλόρεχτα, με τι άστρο
Ταιριάζει να γυρίζονται, Μαικήνα, τα χωράφια,
Και στο φτεληά να δένεται το κλήμα· ποιες φροντίδες
Καματερά και πρόβατα χρειάζονται και πόση
Πράξη θέλουν οι μέλισσες, που οικονομούν· εδώθε
θα αρχίσω το τραγούδι μου. Του κόσμου εσείς φωστήρες
Λαμπρότατοι κι' οδηγητές στον ουρανό του χρόνου,
Οπού περνά, εσύ Δήμητρα πανέμνοστη και Βάκχε,
Ανίσως με τη χάρη σας άλλαξε η γης σε αστάκι
Θρεφτάρικο το Χαονικό βαλάνι της, κι' ανίσως
Με τα σταφύλια, που ηύρατε, το κύμα του Αχελώου
Αντάμωσε· και Φαύνοι εσείς, που η δύναμή σας σκέπει
Τους δουλευτές· Φαύνοι μαζή και κορασιές Δρυάδες,
Ελάτε, εγώ τα δώρα σας ψάλλω. Κι' ω Ποσειδώνα,
Που έκρουσες με την τρίαινα τη δυνατή το βράχο,
Και πρώτη η γης σου ανάδωκε τάτι που χλημιντράει,
Και συ, που στέκεις στα δρυμά και που για σε στης Κέας
Τους λόγγους τους θρεφτάρικους λευκά δαμάλια βόσκουν
Τρακόσια· και των κοπαδιών φυλάχτορα, εσύ Πάνα,
Αν αγαπάς το Μαίναλο, καλόγνωμος φανίσου,
Αφίνοντας το πατρικό το δάσος, Τεγεαίε,
Και του Λυκαίου τα δρυμά· και της εληάς ευρέτρα,
Και συ παιδι που ανάδειξες ταγγυστρωτό τ' αλέτρι,
Και συ Σιλβάνε, που κρατείς χολό κυπαρισσάκι
Σύρριζο· κι' όλοι σας θεοί και θέαινες αντάμα,
Που ρίχνετε τ' ανάβλεμμα πρόθυμα στα χωράφια
Και νέους θρέφετε καρπούς χωρίς κανένα σπόρο
Και χύνετε πολλές βροχές για τα σπαρτά ουρανόθε·
Και τέλος και συ, Καίσαρα, που γλίγωρα θα σ' έχουν
Δεν ξέρω των αθάνατων ποιοι σύλλογοι, είτε θέλεις
Νάχεις φροντίδα για τη γης, να κυβερνάς τες χώρες,
Και σένα να παραδεχτεί της τρικυμίας αφέντη
Και των καρπών δημιουργόν η τρισμεγάλη σφαίρα,
Ζώνοντας με τη μητρική μυρτιά το μέτωπό σου·
Είτε κι αν έρθεις σα θεός του απέραντου πελάγου,
Και οι ναυτικοί τη χάρη σου μονάχα προσκυνήσουν,
Και σε λατρέψει η ακρόκοσμη Θούλα και σ' αγοράσει
Μ' όλα τα κύματα γαμπρό δικό της η Τηθύα·
Είτε και με τους όψιμους τους μήνες σμίξεις άστρο
Καινούριο, εκεί που ανάμεσα στάστρα της Ηριγόνης
Και στες χηλές, που ακολουθούν, είνε ανοιχτός ο τόπος,
(Ο φλογισμένος ο Σκορπιός μαζεύει από τα τώρα
Ο ίδιος τα βραχιόνια του και τουρανού σ' αφίνει
Περσότερο από το σωστό μοιράδι·) ότι κι' α θάσαι
(Τι βασιληά τα Τάρταρα δεν πρέπει να σ' ελπίζουν·
Μη σούρθει τόσο φοβερός πόθος να βασιλεύεις, —
Αν και θιαμάζουν οι Έλληνες τα Ηλυσιακά λιβάδια,
Κ' η Περσεφόνη αρνήθηκε τη μάννα ν' ακλουθήσει,
Που τη ζητούσε·) στρέξε εσύ τ' απόκοτο άρχισμά μου
Και δος του δρόμου εύκολο και βάδιζε μαζή μου,
Σπλαχνιστικός για τους γεωργούς τους άγνωρους της στράτας,
Και με δέησες συνείθισε να κράζεσαι από τώρα.

Με την καινούριαν άνοιξη, σα νερουλιάζει ο πάγος
Στα θολωμένα τα βουνά και με ταέρι λυώνει
Ο σάπιος σβώλος, παρευτύς ζεμένο το δαμάλι
Στο πλακωμένο τάλατρο το μουγγητό ας μου αρχίσει,
Κι' ας μου ξαστράφτει το γυννί στ' αυλάκι τροχισμένο.
Μονάχα η γης που δυο φορές ήλιο γρικά και κρύα
Στου δουλευτή ταχόρταγου τους πόθους απαντάει·
Κεινού τ' αμπάρια εσκεύρωσεν ο αμέτρητος ο θέρος.
Πριν όμως σκίσει σίδερο τ' αγνώριμο χωράφι,
Να μάθουμε τους άνεμους θα λάβουμε την έγνοια
Και τουρανού τα διάφορα συνήθεια, και στους τόπους
Τι φύτευαν οι παλαιοί και τι είνε φυσικό τους,
Και κάθε μέρος τι γεννά και τι το κάθε αρνιέται.
Εδώ προκόβουν τα σπαρτά, κ' εκεί τ' αμπέλια κάλλιο,
Κι' αλλού των δέντρων οι καρποί, και πρασινίζουν χόρτα
Απρόσταχτα. Μη δε θωρείς που οι τρυφεροί Σαβαίοι
Μας στέρνουν τα λιβάνια τους, η Ινδία το φίλντισί της,
Ο Τμώλος κρόκου αρώματα, κ' οι Χάλυβες οι ζόρκοι
Σίδερο; Και φαρμακερά καστόρχια στέρνει ο Πόντος,
Κ' η Ήπειρο των Ολυμπιακών πουλάρων της τα βάγια.
Η φύση αμέσως πρόβαλε σε διορισμένους τόπους
Τους νόμους τούτους, κ' έγραψε συνθήκες αναιώνιες,
Άμα που ο Δευκαλίωνας στον αδειανόν τον κόσμο
Τες πέτρες επρωτόριξε που γίνηκαν ανθρώποι,
Το γεννοβόλι το σκληρό. Λοιπόν ομπρός· ας γέρνουν
Της γης την όψη την παχειά τα δυνατά δαμάλια,
Δίχως να χάνεται ο καιρός από τους πρώτους μήνες
Του χρόνου, και το σκονιστό το καλοκαίρι ας βράσει
Με τόριμο λιοπύρι του τους σβώλους που απομένουν.
Αλλά α δεν είνε γόνιμο το χώμα, τότες φτάνει
Να τ' αλαφρόσουν αύλακες ριχοί, σα βγαίνει ο Αρκτούρος,
Θάπνιγε αλλοιώς τους γελαστούς καρπούς εκεί το χόρτο,
Κ' εδώ στον άμμον το φτωχό θάφευγε, η λίγη νότια.

Κι' ομοίως σ' αντικατάλλαγες χρονιές δε θα δουλεύεις
Το θερισμένο νιόργωτο χωράφι και θ' αφήκεις
Στη σκόλη να δυναμωθούν οι μουδιασμένοι κάμποι·
Ή, μ' άλλο αστέρι, κίτρινο σιτάρι θε να σπείρεις,
Εκεί, όπου πριν εθέρισες τόσπριο το ψωμωμένο
Στο βροντερό λοβίδι του, και τη λιανή τη γέννα
Του λαθυριού, και του πρικού του λουμπανιού τα φλέστρα
Τα ψαθερά και το λογγό που ολόγυρα αντηχούσε,
Γιατί τα λιναρόφυτα συγκαίνε τα χωράφια,
Καίνε κ' οι σπόροι του βρωμιού, καίνε κ' οι παπαρούνες,
Πούνε με τους Ληθαϊκούς τους ύπνους μοσκεμένες.
Μα σαν ξαλλάζεις τες σπορές είν' εύκολος ο κόπος,
Α μοναχά δε ντρέπεσαι το χώμα τ' αναμμένο
Να το χορτάσεις κοπριές παχειές και στα χωράφια
Τα ξεπεσμένα ακάθαρτες να ρίξεις στάχτες· κ' έτσι,
Όταν αλλάζεις τους καρπούς, οι κάμποι ξεμουδιαίνουν,
Κι' ως τόσο ούτε το δόσιμο της χέρσης γης δε λείπει.
Οι κάμποι κι' όλας οι φτωχοί πολλές φορές συμφέρει
Ν' ανάφτονται και τ' αλαφρυά ταχύρατα να καίγουν
Οι φλόγες που τριζοκοπούν, είτε γιατί από κείθε
Το χώμα παίρνει δύναμες κρουφές και πλούσιο θρέμμα.
Είτε γιατί με τη φωτιά του ξεθυμαίνουν όλες
Οι κακοσύνες κ' οι όγρητες οι ανέφελες σαν ίδρος
Βγαίνουν, ή και περσότερους δρόμους και φυσητήρες
Κλειστούς ανοίγει η ζεστασιά, κ' έτσι το νιο χορτάρι
Παίρνει χυμούς, ή και γιατί φρύγει περσά και σφίγγει
Τες φλέβες τες ορθάνοιχτες, κ' έτσι η λιανή ψυχάλα,
Ή η μπόρεση η δεινότερη του ήλιου τ' αψιωμένου,
Ή και το κρύο το ψιλό της μπόρας δε θα βλάφτουν.

Πολύ βοηθάει κι' όλας τη γης όποιος με τες αξίνες
Τους σβώλους τους ασάλευτους συντρίβει κι' από πάνου
Σέρνει τα βέργινα πλεχτά· (του κάκου δεν τηράζει
Εκείνον από τα ψηλά του Ολύμπου η ξανθομάλλα
Δήμητρα·) κι' όποιος, γέρνοντας λοξά το αλέτρι, πάλι
Χαλά τες ράχες που άσκωσε στο σιάδι το σκισμένο,
Και σκάφτει το συχνό τη γης και τήνε δυναστεύει.

Προσευκηθείτε, δουλευτές, για βροχερνά ηλιοστάσια
Και για χειμώνες ξάστερους. Στες σκόνες του χειμώνα
Τα στάρια είνε πασίχαρα, χαιράμενος κι' ο κάμπος.
Χωρίς δουλειά περήφανη είνε η Μυσία τόσο,
Θιαμάζουν και τα Γάργαρα τους θέρους τους τα ίδια.
Τι θένα πω για εκείνον που, με το τσαπί στο χέρι,
Τη γης παιδεύει, αφού έρριξε το σπόρο και γκρεμίζει
Τες σωριασμένες χούμουλες πώχουν περίσσιο πάχος;
Και το ποτάμι στα σπαρτά στερνώτερα οδηγάει
Και τα τραφούλια, που υπακούν· και σύντα ο κάμπος βράζει,
Ξερός, με ετοιμοθάνατα χορτάρια, να, το κύμα
Από του ορθού μονοπατιού το χτένι κατεβάζει;
Εκείνο πέφτει ανάμεσα στους τροχισμένους βράχους
Και βγάζει ένα μουρμούρισμα βραχνό και θαραπεύει
Τα διψασμένα χώματα με το αναβρύσιασμά του.
Και τι γι' αυτόν που των σπαρτών το θύμωμα να βόσκουν
Στο χορταράκι ταπαλό τα πρόβατά του αφίνει
Αμέσως άμα τα φυτά ταυλάκια τους σκεπάσουν,
Μήπως ταστάκια τα βαρειά ξεγύρουν τα καλάμια;
Και τι γι' αυτόν, που, όσα νερά συμμάζεψαν οι βάλτοι,
Μακράθε από τες χούμουλες τες πιοταριές ξεσπάει,
Σα μάλιστα στους άστατους τους μήνες το ποτάμι
Ξεχειλισμένο χύνεται και πλημμυράει, τα πάντα
Σκεπάζοντας με βούρβουρες, κ' έτσι σαν ίδρος νότιες
Χλιαρές από τες βαθουλές λιμνούλες ξεθυμαίνουν;

Μα ενώ όλα αυτά εδοκίμασαν τα έργα των ανθρώπων
Και των βωδιών στο δούλεμα της γης, δε βλάβουν λίγο
Και του Στρυμώνα οι γερανοί, κ' οι αχόρταγες οι χήνες,
Και με τες ρίζες τες πικρές τ' αντίδι· και ζημιόνουν
Και οι ίσκιοι. Δε βουλήθηκεν ο ίδιος ο πατέρας
Να είνε το δούλεμα εύκολο, κ' επρόσταξε αυτός πρώτος
Με τέχνη η γης να οργόνεται, του ανθρώπου με φροντίδες
Τα φρένα παροξύνοντας, και τα βασίλειά του
Δε θέλησε να χαυωθούν σ'ένα βαρύ κοιμήσι.
Γεωργοί τη γης δεν όργωναν πριν κυριαρχήσει ο Δίας.
Και μήτε καν δεν έκριναν σωστό να σημαδεύουν
Τους κάμπους, ή με τέρμονες να τους αποχωρίζουν.
Το χρήσιμο για το κοινό καθένας εζητούσε,
Κ' ενώ δε γύρευε κανείς, η ίδια η γης τα πάντα
Έδινε προθυμώτερα. Κακό φαρμάκι εκείνος
Εχάρισε στα σκοτεινά σερνάμενα, τους λύκους
Ν' αρπάζουν τους επρόσταξε, τη θάλασσα να σειέται,
Και τη φωτιά εξεμάκρυνε, κ' ετίναξε απ' τα φύλλα
Το μέλι, κ' εσταμάτησε και τα κρασιά που ετρέχαν,
Σαν ποταμάκια εδώ κ' εκεί, για να μορφώσει η χρεία
Με στοχασμό τες διάφορες τες τέχνες γάλι γάλι.
Και το χορτάρι του σταριού στ' αυλάκια να χαλέψει,
Και την κρουμμένη τη φωτιά να την ξεπελεκήσει
Από τες στρυναρόφλεβες. Κ' οι ρεματιές γρικήσαν
Τότες για πρώτη τους φορά τους κουφωμένους σκλήθρους,
Κ' ύστερα ο ναύτης μέτρησε κι' ονόμασε τ' αστέρια:
Πούλια, και Υάδες και λαμπρήν Αρκούδα του Λυκάωνα,
Κ' ύστερα βρήκε ο άνθρωπος πώς κυνηγιώνται τ' άγρια
Με τες θηλειές και πώς μ' οξούς γελιώνται και πώς πρέπει
Να περικλεί με τα σκυλιά τους λόγγους τους μεγάλους.
Και του πλατειού του ποταμού το κύμα τώρα δέρνει
Άλλος με τον πεζόβολο και σκίζει το ως τα βάθη,
Κι' άλλος τραβά, απ' το πέλαγο το νοτερό του δίχτυ·
Το σίδερο ταλύγιστο και το ηχερό λεπίδι
Του πριονιού ήρθαν έπειτα· — τι οι πρώτοι με τες σφήνες
Το ξύλο το καλόσκιστο κομμάτιαζαν· — και τέχνες
Έπειτα εβγήκαν διάφορες. Κόπια απεικά και φτώχια,
Που σπρώχνει σ' έργατα βαρειά, κατάβαλαν τα πάντα.
Δίδαξε πρώτη τους θνητούς η Δήμητρα να σκάφτουν
Τη γης με σίδερο, άμα που κούμαρα και βαλάνια
Λιγόστεψαν στ' άγιο δρυμό κι' αρνήθηκε η Δωδώνη
Θρόφιμα. Αμέσως έσμιξαν και των σταριών οι αρρώστιες,
Κ' έτσι μελούριασμα κακό τα φλέστρα κατατρώει,
Και στα χωράφια τάχρηστο ταγκάθι αναγριτσιάζει,
Χαλά το γέννημα, τραχύ λογγάρι ξεφυτρόνει:
Η κολλητσίδα, ο κάρδωνας, και βασιλεύουν αίρες
Άτυχες κι' αγριόβρωμος μες τα σπαρτά που λάμπουν.
Για τούτο α δεν ξεκυνηγάς με τα τσαπιά το χόρτο
Αδιάκοπα, κι' αν τα πουλιά δε σκιάζεις με τους κρότους,
Κι' α με κασσάρι τες ισκιές του ανήλιαγου του τόπου
Δε λιγοστεύεις, και βροχές με τάματα δεν κράζεις,
Ώφου! του κάκου θα τηράς ξένους σωρούς μεγάλους,
Και σειώντας στα δρυμά το ιδρύ την πείνα θα πρααίνεις.