ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

ΕΜΙΛ ΖΟΛΑ

(απόσπασμα από το

ΖΕΡΜΙΝΑΛ

«...Ο Ετιέν άφησε το δρόμο για την Βαντάμ και πήρε το καλντερίμι. Δεξιά έβλεπε το Μοντσού, που κατρακυλούσε στην πλαγιά και χανόταν. Αντίκρυ, είχε τα χαλάσματα του Βορέ, την καταραμένη τρύπα, που τρεις αντλίες άδειαζαν χωρίς σταματημό. Μετά ακολουθούσαν τα άλλα ανθρακωρυχεία στον ορίζοντα, η Βικτουάρ, το Σεντ Τομά, το Φετρί Καντέλ, ενώ προς τα βόρεια, οι υψικάμινοι κάπνιζαν μέσα στο διάφανο πρωινό αέρα. Αν ήθελε να προλάβει το τρένο των οχτώ, έπρεπε να βιαστεί, γιατί είχε ακόμα έξι χιλιόμετρα να διανύσει». «Κάτω από τα πόδια του, τα υπόκωφα χτυπήματα από τους κασμάδες συνεχίζονταν. Οι ανθρακωρύχοι ήταν όλοι εκεί, τους άκουγε να τον ξεπροβοδίζουν σε κάθε του δρασκελιά. Η Μαένταινα δεν ήταν αυτή, κάτω από τούτο το χωράφι με τα παντζάρια, με την τσακισμένη στα δύο ραχοκοκαλιά, που η ανάσα της ανέβαινε τόσο βραχνή, μαζί με το βουητό του ανεμιστήρα; Στ' αριστερά, στα δεξιά, πιο πέρα νόμιζε ότι αναγνώριζε και άλλους, κάτω από τα στάχυα, τους φράχτες και τα νιόβγαλτα δέντρα. Τώρα, καταμεσής στον ουρανό, ο απριλιάτικος ήλιος ακτινοβολούσε, μέσα στο μεγαλείο του, ζεσταίνοντας τη γη που γεννοβολούσε. Η ζωή ανάβλυζε από τις τροφοδότες λαγόνες της, τα μάτια άνοιγαν και έβγαζαν πράσινα φύλλα, τα χωράφια αναρριγούσαν από την πίεση του χορταριού. Απ' όλες τις μεριές, οι σπόροι φούσκωναν, υψώνονταν, ραγίζανε τα χώματα, νιώθοντας την ανάγκη για ζεστασιά και φως. Οι χυμοί ξεχειλίζανε και κυλούσανε με ψιθυρίσματα, ο θόρυβος από τα φύτρα σκόρπιζε σαν δυνατό φιλί». «Πάλι, και πάλι, όλο και πιο καθαρά, σαν να ζυγώνανε στην επιφάνεια οι ανθρακωρύχοι χτυπούσανε. Κάτω από τις πύρινες αχτίδες του ήλιου, εκείνο το γεμάτο νιάτα πρωινό, ήταν η εξοχή που εγκυμονούσε αυτή τη βουή. Άνθρωποι φύτρωναν, ένας μαύρος εκδικητής στρατός βλάσταινε αργά μέσα στα αυλάκια, μεγαλώνοντας για τις σοδειές του αυριανού αιώνα, που όταν θα ωρίμαζε θα έκανε τη Γη να τιναχτεί στον αέρα...»


Αποσπάσματα από το

ΓΙΑ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΈΡΩΤΑ

Ο παράδεισος του Ζουλιέν, το μέρος όπου ανέπνεε ελεύθερα, ήταν το δωμάτιό του, εκεί μόνο καταλάβαινε πως έβρισκε προστασία και δεν ήταν εκτεθειμένος στα πειράγματα του κόσμου.

Ζωγράφιζε λίγο, πάντα το ίδιο κεφάλι, μια γυναίκα σε προφίλ, με ύφος αυστηρό, πλατιές κορδέλες στα μαλλιά και μαργαριταρένιες δαντέλες στο λαιμό. Αλλά το πάθος του ήταν η μουσική. Βραδιές ολόκληρες, έπαιζε φλάουτο. Αυτό ήταν απ’ όλα η μεγάλη του διασκέδαση.

Αυτή η δεσποινίς, η τόσο σοβαρή κι αριστοκρατική που ζούσε κοντά του, τον απέλπιζε. Δεν τον κοίταζε ποτέ, αγνοούσε την ύπαρξή του. […] υπέφερε τρομερά για την περιφρόνηση αυτής της κόρης. Γιατί δεν τον κοίταζε ποτέ; Έβγαινε στο παράθυρο, κοίταζε με τη μαύρη της ματιά τον ερημικό πλακόστρωτο δρόμο κι έφευγε χωρίς να μαντεύσει την αγωνία του νέου που βρισκόταν αντίκρυ της, στην άλλη μεριά της πλατείας.

Κρυμμένος πίσω από μια κουρτίνα, ένιωθε να τον πλημμυρίζει ο τρόμος που του ενέπνεε, ένας τρόμος που λες και τον αρρώσταινε. Τα γόνατά του τα αισθανόταν τσακισμένα σα να ‘χε ώρες περπατήσει. Κάποτε ονειρευόταν πως τον κοίταζε άξαφνα, πως του χαμογελούσε και τότε δεν φοβόταν πια.

[…] Έπειτα τον έπιανε λύσσα. Στεκόταν βδομάδες στο παράθυρο και την κοίταζε με τις ματιές του. Δυο φορές μάλιστα της έστειλε κάτι φλογερά φιλιά με τη βιαιότητα εκείνη των δειλών ανθρώπων, όταν το θράσος τους κάνει σαν τρελούς.

Να κοιμηθείς, να κοιμηθείς για πάντα! Πόσο θα ‘ταν αυτό καλό, όταν δεν έχει πια κανείς τίποτα μέσα του που ν’ αξίζει να μένει ξύπνιος!


Απόσπασμα από το

ΝΑΝΑ

...Η Νανά ήταν βυθισμένη στον ναρκισσισμό της...άρχισε να παρατηρεί άλλα μέρη του κορμιού της, διασκεδάζοντας, κυριευμένη ξανά απ'τη νοσηρή παιδική της περιέργεια. Ξαφνιαζόταν κάθε φορά που κοίταζε το κορμί της στον καθρέφτη...αργά, αργά άνοιξε τα μπράτσα της για να προτείνει τον κορμό της, έναν κορμό εύσαρκης Αφροδίτης. Λύγισε τη μέση παρατηρώντας το σώμα της μπρος και πίσω, σταματώντας λίγο στο προφίλ του στήθους και στις φευγαλέες καμπύλες των μηρών...άρχισε να διασκεδάζει μ' ένα παράξενο παιχνίδι, να λικνίζεται, μια δεξιά, μια αριστερά, με τα γόνατα ανοιχτά συστρέφοντας το κορμί πάνω στους γοφούς, μ' εκείνο το συνεχές τρεμούλιασμα της Ανατολίτισσας χορεύτριας που χορεύει τον χορό της κοιλιάς...κι από πίσω, καθώς ο κότσος της είχε λυθεί, τα ξανθά της μαλλιά σκέπαζαν την πλάτη της σαν χαίτη λιονταριού. Έτσι που ήταν λυγισμένη, με τεντωμένο το πλευρό, άφηνε να φαίνονται η γερή μέση, το σκληρό στήθος μιας Αμαζόνας, με τους δυνατούς μυς κάτω από τη βελούδινη επιδερμίδα..."