|
Ρεϊμόν Κενώ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ Στο έργο του «Ασκήσεις ύφους» ο Ρεϊμόν Κενώ γράφει μία παράγραφο σε 99 διαφορετικές παραλλαγές κατασκευάζοντας το πρώτο βιβλίο στη φόρμα "Παραλλαγές πάνω σ' ένα θέμα", κάτι συνηθισμένο στη μουσική, αλλά εντελώς μοναδικό στη λογοτεχνία. |
|---|
Ρεϊμόν Κενώ
ΣημειώσειςΣ’ ένα λεωφορείο της γραμμής S. Συνωστισμός. Ένας τύπος γύρω στα είκοσι έξι, καπέλο μαλακό με μια πλεξούδα στη θέση της κορδέλας, πολύ μακρύς λαιμός σα να του τον είχανε τραβήξει. Κόσμος κατεβαίνει. Ο περί ου ο λόγος αρπάζεται μ’ ένα διπλανό του. Τον κατηγορεί πως τον σπρώχνει κάθε φορά που κάποιος θέλει να περάσει. Τόνος κλαψιάρικος με κακές διαθέσεις. Καθώς βλέπει να ελευθερώνεται ένα κάθισμα, τρέχει και κάθεται. Δυο ώρες αργότερα, τον ξαναβλέπω στην Κουρ ντε Ρομ, μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ. Είναι μαζί μ’ ένα φίλο του που του λέει: «Πρέπει να ράψεις άλλο ένα κουμπί στο παλτό σου». Του δείχνει πού (στο πέτο) και γιατί. Η υποκειμενική άποψη Δεν ήμουν διόλου δυσαρεστημένος με το ντύσιμό μου εκείνη τη μέρα. Πρωτοφορούσα ένα παρδαλούτσικο καπέλο κι ένα παλτό, για το οποίο πολύ καμάρωνα. Μπροστά στο σταθμό Σαιν Λαζάρ συνάντησα τον Χ που προσπάθησε να μου χαλάσει το κέφι, θέλοντας να μου αποδείξει πως το παλτό μου ήταν πολύ ανοιχτό στο πέτο και πως θα ’πρεπε να προσθέσω εκεί ένα κουμπί. Πάλι καλά που δεν τόλμησε να θίξει το καπέλο μου. Λίγο νωρίτερα, έβαλα όπως έπρεπε στη θέση του ένα παλιοτόμαρο, που το ’κανε επίτηδες να με ξενυχιάζει κάθε φορά που περνούσε κόσμος, ανεβαίνοντας ή κατεβαίνοντας. Αυτό συνέβη σ’ ένα από κείνα τα βρωμερά λεωφορεία που πήζουν στη λαϊκούρα ακριβώς εκείνες τις ώρες που είμαι υποχρεωμένος να τα χρησιμοποιώ. Κι άλλη υποκειμενική άποψη Ήταν σήμερα δίπλα μου στο λεωφορείο ένα από κείνα τα μυξιάρικα που, ευτυχώς, εκλείπουν σιγά σιγά, γιατί καμιά μέρα θα σκότωνα κανένα από δαύτα. Ο λεγόμενος, ένα τσογλάνι γύρω στα είκοσι έξι, τριάντα, μου την έδινε πολύ, όχι μόνο για το μακρύ λαιμό του σαν ξεπουπουλιασμένης γαλοπούλας, αλλά και γιατί είχε στο καπέλο του αντί για κορδέλα ένα λεπτό μελιτζανί κορδόνι. Α το κάθαρμα! Πόση αηδία μου προκαλούσε! Όπως λοιπόν είχε πολύ κόσμο στο λεωφορείο εκείνη την ώρα, έβρισκα την ευκαιρία, κάθε φορά που στριμωχνόμασταν για να κατέβει ή να ανέβει ο κόσμος, να του χώνω τον αγκώνα μου στα παΐδια του. Στο τέλος μου την κοπάνησε, πάνω που ήμουν έτοιμος να του τραβήξω ένα ξεγυρισμένο ξενύχιασμα. Θα του ’λεγα ακόμα, μόνο και μόνο για να τον φτιάξω, πως το παλτό του ήταν πολύ ανοιχτό στο πέτο. Διευκρινιστικό Σ’ ένα λεωφορείο (και να μη γίνει σύγχυση με το: Εσένα λέω, φορείο!), παρατήρησα (και όχι παρατύρισα) έναν τύπο μ’ ένα (και όχι τυπωμένα) καπέλο στολισμένο με (και όχι καπέλο στολής μένομε) ένα πλεγμένο κορδόνι (και όχι κορδωμένο πλεχτό). Είχε ένα λαιμό παρατεταμένο (και όχι ένα μελό παραπεταμένο). Οι άνθρωποι ήταν συνωστισμένοι (και όχι συν όστις μένει). Με κάθε απότομη κίνηση του οχήματος (και όχι οχύρωση του κινήματος), ο παραπλήσιος τον πατούσε (και όχι ο παραπατήσας τον πλησίαζε). Ο νεαρός έγινε άνω ποταμών (και όχι ο ποταμός έγινε άνω νεαρών), μόλις όμως άδειασε μετά μια θέση (και όχι μια άδεια σε μετάθεση), πηδώντας πήγε προς τα κει (και όχι ο πηδών ας πει μια προσταγή). Αργότερα τον πήρε το μάτι μου που λες (και όχι αργό τεράτων πυρετό, μα τι μου λες), να μιλά με το φίλο του (και όχι να μήλα με το φύλλο του) για ένα κουμπί στο πανωφόρι του (και όχι για ένα αποκούμπι στο ανηφόρι του). Ομοιοτέλευτο Ένα μεσημέρι, μέσ’ στο καλοκαίρι, μπήκα στο S για να με μεταφέρει στου Σαμπερέ τα μέρη. Δεν φυσούσε αγέρι κι όπως είχε μαζευτεί εκεί μέσα ένα ασκέρι, κινδύνευα να κολλήσω μπέρι μπέρι. Ακούω ένα μακρυχέρη, λιγνό σαν αγιοκέρι, να βρίζει κάποιον: «μαουνιέρη», για τα πλήγματα που του επιφέρει και που τον κάνουν να υποφέρει. Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει, καταλαβαίνοντας πως είναι χαμένος από χέρι, παρατά το νταραβέρι και, ενώ όλος ο κόσμος επιχαίρει, την κοπανά σαν περιστέρι. Τον ξαναείδα πιο πέρι, έξω απ’ το σταθμό του Σαιν Λαζέρι, που ’χε ανοίξει κουβεντέρι για το πέτο στο παλτέρι. ΣΕ ΜΕΡΙΚΕΣ ΑΚΟΜΗ ΑΠΟ ΤΙΣ 99 ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ, Η ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΜΟΝΟ Έκπληκτο Τί στριμωγμένοι που ήμασταν σε κείνη την πλατφόρμα του λεωφορείου! Και τί γελοίος κι ανόητος που έδειχνε εκείνος ο νεαρός! (...) Λεξιπλαστικό Λεωφοροταξίδευα πλατφορμοστριμωγμένος σ' ένα φορμαϊκομεσημβρινό χωρόχρονο κι ήμουν δίπλα σ' ένα μυξιάρη μακρυλαίμη πιλοκορδονοφόρο. (...) Επίσημος αναφορά Ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν τὰ κάτωθι συμβάντα, ὧν ὑπήρξαμεν ἀμερόληπτοι, ἅμα δὲ καὶ ἔντρομοι μάρτυρες. (...) Άγνοια Δεν έχω ιδέα τί ζητάν από μένα. Ναί, πήρα το S γύρω στο μεσημέρι. Αν είχε κόσμο; Σίγουρα είχε κόσμο, τέτοια ώρα. Αν είδα ένα νεαρό με μαλακό καπέλο; Δεν αποκλείεται. (...) Δεκαπεντασύλλαβο Μια μέρα βρέθηκα κι εγώ στο S το λεωφορείο κι αμέσως παρατήρησα ένα νεαρό γελοίο. (...) Εγώ να 'ούμ' Εγώ να 'ούμ', ξέρ'τε τί λέω; Πως να έχεις πλάι σου κάποιον να σε ξενυχιάζει κάθε τρεις και λίγο, σου τη δίνει αδελφάκι μου. Να διαμαρτυρηθείς, δέ λέω. Αλλά να πά να κάτσεις ύστερα με την ουρά στα σκέλια, εγώ να 'ούμ' αυτό δεν το πιάνω. (...) Στομφώδες Την ώρα που αρχίζουν ν' αχνοκινούνται τα ρόδινα δάχτυλα της αυγής, ανέβηκα σά βέλος γοργόφτερο σ' ένα λεωφορείο με θωριά γιγάντια κι αγελαδίσια μάτια της γραμμής S με το ελικοειδές δρομολόγιο. (...) Μάγκικο Ντάν μεσημέρι καβαλάω το ές. Σκάω τα λεφτά ως είναι φυσικόν και προχωράω στα παραμέσα. Νά σου που λες κι ο δικός σου, ένας φιόγκος μ' ένα σβέρκο σά τηλεσκόπιο κι ένα σπάγκο στην καπελαδούρα. (...) Παρηχητικό Πίσω πλατφόρμα πλήρους Παρισινού πληθοφορείου που πάει παντού. (...) [Ολόκληρη η παραλλαγή χρησιμοποιεί μόνο λέξεις που αρχίζουν με πι!] Τηλεγραφικό ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΦΙΣΚΑ ΣΤΟΠ ΝΕΑΡΟΣ ΜΑΚΡΥΛΑΙΜΗΣ ΚΑΠΕΛΟ ΠΛΕΞΟΥΔΑ ΤΣΑΚΩΝΕΤΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ ΣΥΝΕΠΙΒΑΤΗ ΑΝΕΥ ΠΡΟΦΑΝΟΥΣ ΛΟΓΟΥ ΣΤΟΠ (...) Σύνολα Σ' ένα λεωφορείο S, θεωρούμε το σύνολο Ε των καθημένων επιβατών και το σύνολο Ο των ορθίων επιβατών. (...) Αρχαίο Προϊούσης οὖν τῆς ἑσπέρας, ᾠχόμην ἀπιὼν οἴκαδε καὶ μηδὲν κάλλιον τούτου ποιεῖν ἔχων, ἤκουον τῶν συνεπιβαινόντων πολλῶν τε ὄντων καὶ λαλιστάτων· (...) Γαστρονομικό Αφού ψήθηκα για τα καλά περιμένοντας, ανέβηκα τελικά σ' ένα φιστικί λεωφορείο, όπου οι επιβάτες μυρμηγκιάζαν σά σκουληκάκια σ' ένα πολύ γινωμένο τυρί. (...) |