Σαρλ Πιερ Μπωντλαίρ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Μπωντλαίρ

Επιλεγμένα ποίηματα

ΜΕΘΥΣΤΕ
Να είστε πάντα μεθυσμένοι.
Αυτό είναι όλο!
Επιτακτική ανάγκη!
Για να μην νιώθετε
το φριχτό βάρος του χρόνου,
να συντρίβει τους ώμους,
να σας γέρνει στην γη.
Μεθύστε και μείνετε μεθυσμένοι.
Αλλά με τι;
Με κρασί, με ποίηση,
με αρετή, με ό,τι σας αρέσει!
Όμως μεθύστε.
Και αν τύχει κάποιες φορές
να ξυπνήσετε,
Στα σκαλιά ενός παλατιού,
Στο πράσινο γρασίδι ενός χαντακιού,
Μέσα στην βαρύθυμη μοναξιά
του δωματίου σας,
Με το μεθύσι σας χαμένο ή ελαττωμένο
Ρωτήστε τον άνεμο, το κύμα,
το αστέρι, το πουλί, το ρολόι,
Ρωτήστε οτιδήποτε φεύγει
Οτιδήποτε βογκάει,
ή κυλάει ή τραγουδάει
Οτιδήποτε μιλάει,
Ρωτήστε τι ώρα είναι;
Και ο άνεμος, το κύμα,
το αστέρι, το πουλί, το ρολόι,
Θα σας απαντήσει:
Είναι ώρα να μεθύσετε!
Για να μην είστε οι βασανισμένοι
σκλάβοι του Χρόνου,
Μεθύστε,
Μείνετε μεθυσμένοι,
Με κρασί, με αρετή,
με ποίηση, με ό,τι σας αρέσει!

Spleen
(Μετάφραση: K. Γ. Καρυωτάκης)
(Με προσαρμογή της ορθογραφίας)

Είμαι σαν κάποιο βασιλιά
σε μια σκοτεινή
χώρα,
πλούσιο, αλλά, χωρίς ισχύ,
νέον, αλλά από τώρα γέρο,
που τους παιδαγωγούς φεύγει,
περιφρονεί,
και την ανία του να διώξει
ματαιοπονεί
μ' όσες μπαλάντες απαγγέλλει
ο γελωτοποιός του.
Τίποτε δε φαιδρύνει πια
το μέτωπο του αρρώστου,
ούτε οι κυρίες ημίγυμνες,
πού είν’ έτοιμες να πουν,
αν το θελήσει
, πώς πολύ πολύ τον αγαπούν,
ούτε η αγέλη των σκυλιών,
τα γεράκια,
το κυνήγι,
ούτε ο λαός, προστρέχοντας,
η πόρτα όταν ανοίγει.
Γίνεται μνήμα το βαρύ κρεβάτι του,
κι αυτός,
χωρίς ένα χαμόγελο,
σέρνεται σκελετός.
Χρυσάφι κι αν τού φτιάνουν οι σοφοί,
δε θα μπορέσουν
το σαπισμένο τού είναι του στοιχείο
ν’ αφαιρέσουν,
και με τα αιμάτινα λουτρά,
τέχνη ρωμαϊκή,
ιδιοτροπία των ισχυρών
τότε γεροντική,
να δώσουνε θερμότητα
σ’ αυτό το πτώμα
που έχει μόνο της Λήθης
το νερό στις φλέβες του
και τρέχει.

Τα Άνθη του Κακού”
(Les Fleurs du Mal)
(Εισαγωγή)

Η ηλιθιότητα, το λάθος,
το αμάρτημα, η τσιγγουνιά,
Απασχολούν το πνεύμα μας
και βασανίζουν τα σώματά μας,
Και τροφοδοτούμε τις αγαπημένες μας τύψεις,
Όπως οι ζητιάνοι τρέφουν
τα παράσιτά τους.
Τα αμαρτήματά μας είναι πεισματάρικα,
οι μεταμέλειές μας χαλαρές,
Τα πληρώνουμε βαριά
με τις εξομολογήσεις μας,
Και επιστρέφουμε χαρούμενοι
πίσω στο βουρκώδη δρόμο,
Πιστεύοντας ότι τα ευτελή δάκρυα
ξεπλένουν όλους τους λεκέδες μας.
Πάνω στο μαξιλάρι του κακού
είναι ο Τρισμέγιστος Σατανάς
Που νανουρίζει μακρόσυρταv το μαγεμένο πνεύμα μας,
Και το σκληρό μέταλλο
της θέλησής μας
Εξατμίζεται ολόκληρο από αυτόν
τον λόγιο χημικό.
Είναι ο Διάβολος
που βαστά τα σκοινιά
τα οποία μας κινούν!
Για απεχθή αντικείμενα
βρίσκουμε τα θέλγητρα.
Κάθε μέρα κατεβαίνουμε
προς την Κόλαση
μ’ ένα βηματισμό,
Χωρίς τρόμο, διασχίζοντας
το σκότος με την βρώμικη οσμή.
Όπως μια φτωχή ακολασία
που φιλά και τρώει
Το βασανισμένο στήθος
μιας αρχαίας πόρνης,
Ξεκλέβουμε προχωρώντας
μια παράνομη ευχαρίστηση
Η οποία μας πιέζει
πολύ δυνατά όπως ένα ώριμο πορτοκάλι.
Σφίγγοντας, μυρμηγκιάζοντας,
σαν ένα εκατομμύριο ελμίνθες,
Μέσα στο ξεφάντωμα του μυαλού μας
ένα πλήθος από Δαίμονες,
Και, όταν αναπνέουμε,
ο Θάνατος μέσα στα πνευμόνια μας
Κατέρχεται, αόρατο ποτάμι,
με υπόκωφους στεναγμούς.
Αν ο βιασμός, το δηλητήριο,
το στιλέτο, η φωτιά,
Δεν έχουν ακόμα υφανθεί
από τα ευχάριστα σχέδια τους
Ο κοινότυπος καμβάς
της ελεεινής μοίρας μας,
Είναι γιατί η ψυχή μας,
δυστυχώς!
δεν είναι ακόμα αρκετά τολμηρή.
Αλλά ανάμεσα στα τσακάλια,
τους πάνθηρες, τις σκύλες,
Τους πιθήκους, τους σκορπιούς,
τα όρνεα, τα ερπετά,
Στα θηρία που σκούζουν,
ουρλιάζουν, κράζουν, σέρνονται,
Μέσα στο ελεεινό θηριοτροφείο
των παθών μας,
Εκεί βρίσκεται ένα πιο άσχημο,
πιο μοχθηρό, πιο βρώμικο!
Αν και δεν σπρώχνει
ούτε σε μεγάλες χειρονομίες,
ούτε σε μεγάλες κραυγές,
Ευχαρίστως θα έκανε τη γη θρύψαλα
Και μέσα σ’ ένα χασμουρητό
θα κατάπινε τον κόσμο.
Είναι η πλήξη/ανία! –
το μάτι φορτωμένο από ένα αθέλητο δάκρυ,
Ονειρεύεται το ικρίωμα
καπνίζοντας τον ναργιλέ του.
Το ξέρεις, αναγνώστη,
το ντελικάτο τέρας,
Υποκριτή αναγνώστη, –
όμοιε μου, –
αδελφέ μου!