Ελίζαμπεθ Μπίσοπ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ

Ποιήματα

Μια τέχνη (One art)
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Τόσα πολλά πράγματα μοιάζουν αποφασισμένα
να χαθούν που η απώλειά τους καταστροφή δεν είναι.
Χάνε κάτι κάθε μέρα. Αποδέξου το νευρίασμα
των χαμένων κλειδιών, της κακοξοδεμένης ώρας.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Ύστερα εξασκήσου να χάνεις περισσότερα, να χάνεις
γρηγορότερα: τόπους κι ονόματα, και το πού σκόπευες
να ταξιδέψεις. Τίποτα απ' αυτά καταστροφή δεν φέρνει.
Έχασα της μητέρας το ρολόι. Και κοίτα! το τελευταίο,
ή το προτελευταίο, από τρία αγαπημένα σπίτια πάει.
Την τέχνη της απώλειας δεν είναι δύσκολο να μάθεις.
Έχασα δυο πόλεις, αξιολάτρευτες. Και, ακόμη πιο τεράστιους,
κάποιους δικούς μου κόσμους, δυο ποταμούς, μιαν ήπειρο.
Μου λείπουν, μα δεν ήταν δα καταστροφή.
Ακόμη και χάνοντας εσένα (την αστειευόμενη φωνή,
μια χειρονομία που αγαπώ) ψέματα δεν θα 'χω πει. Προφανώς
την τέχνη της απώλειας δεν παραείναι δύσκολο να μάθεις
αν και μπορεί να μοιάζει με (Γραφ' το!) με καταστροφή.

[Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης]

One art
“The art of losing isn't hard to master;
so many things seem filled with the intent
to be lost that their loss is no disaster.
Lose something every day. Accept the fluster
of lost door keys, the hour badly spent.
The art of losing isn't hard to master.
Then practice losing farther, losing faster:
places, and names, and where it was you meant
to travel. None of these will bring disaster.
I lost my mother's watch. And look! my last, or
next-to-last, of three loved houses went.
The art of losing isn't hard to master.
I lost two cities, lovely ones. And, vaster,
some realms I owned, two rivers, a continent.
I miss them, but it wasn't a disaster.
---Even losing you (the joking voice, a gesture
I love) I shan't have lied. It's evident
the art of losing's not too hard to master
though it may look like (Write it!) like disaster.”

Έχω την ανάγκη μιας μουσικής
Έχω την ανάγκη μιας μουσικής που θα κυλάει
στ’ αμήχανα ακροδάχτυλά μου αισθήσεις σαν να οφείλει
πάνω στα πικρά μολυσμένα, τρεμάμενά μου χείλη,
μελωδία, βαθιά, καθάρια, και ρευστά αργή να πάει.

Ω, παλιά και χαμηλόφωνη, θεραπευτικά να με κουνάει
τραγουδιού τραγουδισμένου ν’ αναπαύσει κουρασμένο νεκρό,
ένα τραγούδι να πέφτει στο κεφάλι μου πάνω σαν νερό,
στ’ ανατριχιασμένα άκρα, όνειρο ξαναμμένο να φεγγοβολάει.
Υπάρχει ένα μαγικό που ’ναι φτιαγμένο από μελωδία
ένα ξόρκι ανάπαυσης, αθόρυβης ανάσας, και καρδιά γαλήνης,
που βουλιάζει μέσ’ από ξέθωρα χρώματα βαθιά
μέσα στην υποβρύχια της θάλασσας την ηρεμία,
κι αρμενίζει παντοτινά στο φεγγαρίσιο πράσινο μιας λίμνης
πιασμένη στου ρυθμού και στου ύπνου την αγκαλιά.
μετάφραση Γιώργος Παναγιωτίδης.
Αναδημοσίευση από
literature.gr/elizampeth-bisop/

Ερωτήματα για το ταξίδι
Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ, στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κι η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σ’ απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
–Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.
Μα κι αν ποτάμια και σύννεφα συνεχίζουν να ταξιδεύουν, να ταξιδεύουν
τα βουνά μοιάζουν με τα καύκαλα μπαταρισμένων πλοίων
στη λάσπη βουτηγμένα και κολλημένα.
Σκέψου το μακρύ ταξίδι από το σπίτι.
Έπρεπε να ‘χαμε μείνει στο σπίτι και να τα εννοούμε αυτά εδώ;
Πού θα ‘πρεπε να βρισκόμαστε αυτήν τη μέρα;
Είναι σωστό το να παρακολουθούμε ξένοι σ’ ένα έργο
σ’ αυτό το πιο παράξενο των θεάτρων;
Τι παιδαριώδες είναι αυτό όσο υπάρχει ανάσα ζωής
στα σώματά μας, είμαστε αποφασισμένοι να βιαστούμε
να δούμε τον ήλιο της άλλης πλευράς ολόγυρα;
Το πιο μικροσκοπικό κολιμπρί στον κόσμο;
Να σταθεί το βλέμμα μας σε κάποια δυσερμήνευτη πέτρινη κατασκευή,
δυσερμήνευτη κι απόρθητη,
από κάθε άποψη,
ευθύς αμέσως να ιδωθεί και παντοτινά, παντοτινά απολαυστική.
Ω πρέπει να ονειρευόμαστε τα όνειρά μας
και να τα κατακτούμε επίσης;
Κι έχουμε χώρο
για ένα επιπλέον στολισμένο ηλιοβασίλεμα, ακόμα αρκετά θερμό;
Μα σίγουρα θα ήταν κρίμα
να μην έχουμε δει τα δέντρα παραπλεύρως αυτού του δρόμου,
αληθινά σπουδαία για την ομορφιά τους,
να μην τα έχουμε δει να λικνίζονται
σαν αριστοκράτες της παντομίμας, ντυμένα στα ροζ.
–Να μην έχουμε σταματήσει για βενζίνη και ν’ ακούσουμε
τον λυπημένο, σε δύο νότες, ξύλινο ρυθμό
των ανόμοιων ξυλοπάπουτσων
που ανέμελα χτυπούν γύρω
από ‘να βενζινάδικο γεμάτο λεκέδες μηχανόλαδων.
(Σε μιαν άλλη χώρα όλα τα ξυλοπάπουτσα θα δοκιμάζονταν.
Κάθε ζευγάρι εκεί θα είχε πανόμοιο βήμα).
–Κρίμα να μην έχουμε ακούσει
την άλλη, τη λιγότερο πρωτόγονη μουσική της χοντρής, καφετιάς
καρδερίνας
που τραγουδά πιο πάνω από την ταραγμένη αντλία βενζίνης
μέσα σ’ ένα περίτεχνο, ιησουίτικο εκκλησάκι από μπαμπού:
τρία καμπαναριά, πέντε ασημένιοι σταυροί.
–Ναι, κρίμα να μην έχουμε αναλογιστεί,
θαμπά κι ατελέσφορα,
πάνω στη σχέση που μπορεί να υπάρχει για αιώνες
ανάμεσα στα πιο ακατέργαστα ξυλοπάπουτσα
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξυλοπάπουτσων
και, προσεκτικά και σχολαστικά,
στις πελεκημένες φαντασίες των ξύλινων κλουβιών.
–Ποτέ να μην έχουμε μελετήσει Ιστορία μέσα
στην αδύναμη καλλιγραφία των κλουβιών των ωδικών πτηνών.
–Και ποτέ να μην έχουμε ακούσει τη βροχή
τόσο πολύ όσο τους λόγους των πολιτικών:
δύο ώρες αδυσώπητου ορατόριου
και μετά μια θλιβερή χρυσαφένια σιωπή
όταν ο ταξιδιώτης παίρνει ένα σημειωματάριο, γράφει:
Είναι η ελλιπής φαντασία που μας φέρνει
σε φανταστικούς τόπους κι απλά δεν μένουμε στο σπίτι;
Ή μπορεί ο Πασκάλ να μην έχει ολότελα δίκιο
για το απλά να κάθεσαι ήσυχα μέσα σ’ ένα δωμάτιο;
Ηπειρος, πολιτεία, χώρα, κοινωνία:
η επιλογή δεν είναι ποτέ πλατιά και ποτέ ελεύθερη.
Κι εδώ ή εκεί… Οχι. Θα έπρεπε να έχουμε μείνει στο σπίτι,
οπουδήποτε αυτό κι αν ήταν;
(μετάφραση: Γιώργος Παναγιωτίδης)
Αναδημοσίευση από
dimartblog.com/2014/10/10/
elizabeth-bishop-2/