|
ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ |
|---|
ΙΤΑΛΟ ΚΑΛΒΙΝΟ
αποσπάσματα από μτφ Ασλανίδη, Καπογιανοπούλου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989 Οι πόλεις και η μνήμη 1.Αν ένας άνθρωπος ξεκινήσει από εκεί και προχωρήσει για τρεις μέρες προς την ανατολή, θα βρεθεί στη Διομίρα, πόλη με εξήντα ασημένιους τρούλους, μπρούντζινα αγάλματα όλων των θεών, δρόμους τέλεια λιθοστρωμένους, ένα κρυστάλλινο θέατρο, έναν χρυσό πετεινό που τραγουδά κάθε πρωί πάνω σ’ έναν πύργο. Ο ταξιδιώτης γνωρίζει ήδη όλες αυτές τις ομορφιές γιατί τις είδε και σε άλλες πόλεις.Το χαρακτηριστικό όμως αυτής της πόλης είναι πως όποιος φτάνει εδώ μια βραδιά του Σεπτέμβρη, όταν οι μέρες μικραίνουν και οι πολύχρωμες λάμπες ανάβουν όλες μαζί στις πόρτες των ψητοπωλείων και από ένα μπαλκόνι μια γυναικεία φωνή φωνάζει: αχ! αρχίζει να ζηλεύει εκείνους που πιστεύουν πως έχουν ήδη ζήσει μια νύχτα ίδια με αυτή και πως εκείνη τη φορά ήταν ευτυχισμένοι. Οι πόλεις και η μνήμη 2.Ο άντρας που ιππεύει για μέρες πολλές σε άγρια εδάφη ποθεί να συναντήσει μια πόλη. Κάποτε φτάνει στην Ισιδώρα, πόλη όπου τα μέγαρα έχουν κρεμαστές ελικοειδείς κλίμακες καλυμμένες από θαλάσσιους κοχλίες, πόλη όπου κατασκευάζονται με όλους τους κανόνες της τέχνης κιάλια και βιολιά, πόλη όπου όταν ο ξένος είναι αναποφάσιστος ανάμεσα σε δύο γυναίκες συναντάει πάντα μια τρίτη, πόλη όπου οι κοκορομαχίες εκφυλίζονται σε αιματηρούς καβγάδες ανάμεσα σ’ αυτούς που βάζουν στοιχήματα. Όλα αυτά τα πράγματα σκεφτόταν κάθε φορά που ποθούσε μια πόλη. Η Ισιδώρα είναι επομένως η πόλη των ονείρων του: με μία μόνο διαφορά. Η ονειρεμένη πόλη τον εμπεριείχε νεαρό· στην Ισιδώρα φτάνει σε προχωρημένη ηλικία. Στην πλατεία είναι το πεζούλι των γέρων που κοιτάζουν τη νεολαία να περνά βρίσκεται καθισμένος στη σειρά μαζί τους. Οι επιθυμίες έχουν ήδη γίνει μνήμες.Οι πόλεις και η επιθυμία 2Αν προχωρήσεις με κατεύθυνση το νότο , θα συναντήσεις σε τρεις μέρες την Αναστασία , πόλη που βρέχεται από ομόκεντρα κανάλια και που από πάνω της πετάνε αετοί. Θα έπρεπε τώρα να απαριθμήσω τα εμπορεύματα που συμφέρει κανείς ν ΄ αγοράσει εδώ : τον αχάτη, τον όνυχα , το χρυσοπράσιο και τις άλλες ποικιλίες του χαλκηδόνιου ΄ να παινέσω το κρέας του χρυσοφασιανού που εδώ το μαγειρεύουν σε φωτιά από μεστωμένα ξύλα κερασιάς με άφθονη ρίγανη ΄ να πω για τις γυναίκες που είδα να λούζονται στη στέρνα του κήπου και που κάποιες φορές - έτσι τουλάχιστον λέγεται – φωνάζουν στον περαστικό να γδυθεί και να πέσει μαζί τους στο νερό.Αλλά με αυτές τις πληροφορίες δεν θα σου αποκάλυπτα τον πραγματικό χαρακτήρα της πόλης , γιατί ,ενώ η περιγραφή της Αναστασίας δεν κάνει τίποτε άλλο από το να ξυπνά τη μια μετά την άλλη τις επιθυμίες για να σε κάνει να τις καταπνίξεις , αν βρεθείς μιαν αυγή στον πυρήνα της , ξυπνάνε οι επιθυμίες όλες μαζί και σε περικυκλώνουν. Μοιάζει η πόλη τότε όπως ένα σύνολο , όπου καμιά επιθυμία δεν πρέπει να χαθεί , και του οποίου εσύ είσαι ένα τμήμα , κι αφού εκείνη χαίρεται όσα δεν χαίρεσαι εσύ , άλλο δεν σου απομένει παρά ετούτη την επιθυμία να αποδεχτείς και να ΄σαι ευχαριστημένος. Μια τέτοια δύναμη , που άλλοτε τη χαρακτηρίζουν μοχθηρή κι άλλες φορές καλόβουλη , έχει η Αναστασία , πόλη πλανεύτρα: όταν δουλεύεις κάθε μέρα οκτάωρο ως κόπτης όνυχα ,αχάτη ή χρυσοπράσιου , ο μόχθος σου ,που στην επιθυμία δίνει μια μορφή , σβήνει απ ΄ την επιθυμία τη μορφή της ,κι εσύ νομίζεις ότι έχεις την Αναστασία κατακτήσει , ενώ δεν είσαι παρά μόνο σκλάβος της. Οι λεπτόπλοκες πόλειςΑν θέλετε πιστέψτε με. Θα σας πω τώρα πώς είναι φτιαγμένη η Οκτάβια, η αραχνοΰφαντη πόλη. Υπάρχει ένα βάραθρο ανάμεσα σε δύο απόμακρα βουνά: η πόλη είναι επάνω στο κενό, δεμένη απ' τις δυο κορυφές με σκοινιά, αλυσίδες και γεφυράκια. Περπατάς πάνω στα ξύλινα δοκάρια, προσέχοντας να μη βάλεις το πόδι στα διάκενα ή πιάνεσαι απ' τους κόμπους του κανναβόσκοινου. Κάτω, για εκατοντάδες κι εκατοντάδες μέτρα, δεν υπάρχει τίποτα: κάποιο σύννεφο περνάει πιο κάτω διακρίνεται το βάθος της χαράδρας.Αυτά είναι τα θεμέλια της πόλης: ένα δίχτυ που χρησιμεύει για πέρασμα και για στήριγμα. Τα υπόλοιπα, αντί να υψώνονται πάνω, κρέμονται κάτω: σκάλες από σκοινί, αιώρες, σπίτια φτιαγμένα σα σακιά, κρεμάστρες, βεράντες σαν πλοιαράκια, ασκιά νερού, μπεκ γκαζιού, σούβλες, καλάθια κρεμασμένα με σπάγκους, αναβατόρια, καταιωνιστήρες, μονόζυγα και κρίκοι για παιχνίδια, εναέρια βαγόνια, πολύφωτα, γλάστρες με αναρριχώμενα φυτά. Κρεμασμένη στην άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη απ' ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν πως το δίχτυ θα κρατήσει όσο αντέξει. [...] "Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον' αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο." [...] Κάθε πόλη που περιγράφεται είναι στην ουσία η ίδια πόλη κάτω από ένα άλλο πρίσμα. Είναι η χαρά μας ή η λύπη μας όπως την βλέπουμε στο χώρο, τα συναισθήματά μας που γιγαντώνονται καταλαμβάνοντας τις τρεις διαστάσεις. Η διάθεση μας αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Κι έτσι, τις ίδιες παραστάσεις μπορεί να τις βλέπουμε με άλλο τρόπο ή ακόμα να ανακαλύπτουμε νέες που ποτέ ως τώρα δεν είχαμε δει. Ο κόσμος μας δεν είναι ποτέ βαρετός... [...] Aλλά και το πιο απροσδόκητο όνειρο είναι ένας οιωνός που κρύβει έναν πόθο ή το αντίθετό του ..ένα φόβο. Οι πόλεις, όπως και τα όνειρα,είναι καμωμένες από πόθους και φόβους, ακόμα κι αν το νήμα της συνδιαλλαγής τους είναι μυστικό, οι κανόνες τους παράλογοι ,οι προοπτικές τους απατηλές, το κάθε τι σ’ αυτές, κρύβει κάτι άλλο….’ [...] -"Εγώ μιλώ, μιλώ", λέει ο Μάρκο, "μα όποιος ακούει συγκρατεί στο μυαλό του μονάχα τις λέξεις που περιμένει να ακούσει. Άλλη είναι η περιγραφή του κόσμου όταν την ακούς με καλή διάθεση, άλλη εκείνη που θα μπορούσα να υπαγορεύσω σε προχωρημένη ηλικία, αν συνέβαινε να φυλακιστώ από Γενοβέζους πειρατές και να με ρίξουν στα κάτεργα στο ίδιο κελί με έναν συγγραφέα βιβλίων περιπέτειας. Αυτός που κυβερνά την αφήγηση δεν είναι η φωνή: είναι το αυτί". [...] -"Είναι φορές που μου φαίνεται ότι η φωνή σου έρχεται σ' εμένα από μακριά, ενώ εγώ είμαι φυλακισμένος σ' ένα φανταχτερό κι αβίωτο παρόν, στο οποίο όλες οι μορφές της ανθρώπινης συμβίωσης έφτασαν στα άκρα του κύκλου τους και κανείς δεν μπορεί να φανταστεί ποιες νέες μορφές θα πάρουν. Και ακούω από τη φωνή σου τις αόρατες αιτίες για τις οποίες οι πόλεις ζούσαν, και για τις οποίες ίσως, μετά το θάνατό τους, θα ξαναζήσουν". |