,
ΚΑΡΛ ΣΑΝΤΜΠΕΡΓΚ

ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ


ΚΑΡΛ ΣΑΝΤΜΠΕΡΓΚ

ποιήματα

ΣΙΚΑΓΟ

Xασάπη χοίρων του Κόσμου,
Μάστορα Εργαλείων, Κουβαλητή σταριού
Παίχτη των Τραίνων και Χειριστή
των Φορτίων του Έθνους,
Ορμητική, γεροδεμένη, βουερή,
Πόλη με τους μεγάλους ώμους.
Μού λένε πώς είσαι διαβολική και τους πιστεύω,
Γιατί έχω δει τις γυναίκες σου βαμμένες,
Κάτω από τις λάμπες του γκαζιού
Να δελεάζουν τα χωριατόπαιδα
Μου λένε πώς είσαι διεφθαρμένη και απαντώ:
Ναι, αλήθεια είναι,
Γιατί είδα τον πιστολέρο να σκοτώνει
και ελεύθερος να αφήνεται
για να σκοτώσει και πάλι
Μου λένε πως είσαι βάναυση
και η απάντησή μου είναι:
Στα πρόσωπα γυναικών και παιδιών
είδα τα σημάδια αχαλίνωτης πείνας
Και έχοντας απαντήσει έτσι,
γυρνώ σ' αυτούς που την πόλη μου καταφρονούν
και τους επιστρέφω την καταφρόνια, λέγοντας τους:
Δείξτε μου μιαν άλλη πόλη
που να τραγουδά με ψηλά το κεφάλι
Τόσο περήφανη που είναι ζωντανή και δυνατή
και τραχιά και πονηρή.
Να εκσφενδονίζει κατάρες από τον μόχθο
της συσσωρευμένης δουλειάς.
Ψηλή και τολμηρή, χτυπώντας με πυγμή
ανάμεσα σε μικρές μαλακές πόλεις.
Άγρια σαν το σκυλί με κρεμασμένη γλώσσα
διψασμένη για δράση,
Σαν μία άγρια που παλεύει ενάντια στην αγριάδα
Ξεσκούφωτη,
Φτυαρίζει,
Καταστρέφει,
Σχεδιάζει,
Χτίζει,
Γκρεμίζει
και ξαναχτίζει.
Μέσα στον καπνό, με σκόνη ολόγυρα στο στόμα,
γελάει με κάτασπρα δόντια,
Κάτω από το τρομερό της μοίρας βάρος,
γελάει όπως γελά ένας νέος άντρας,
Σαν τον πολεμιστή που μάχη ποτέ δεν έχει χάσει,
Καυχιέται και γελάει που κάτω από τον καρπό του
Παλμός υπάρχει,
Και κάτω από τα πλευρά του η καρδιά των ανθρώπων,
Γελάει!
Το θυελλώδες, ρωμαλέο, φιλόνικο γέλιο της νεότητας
Ημίγυμνη, ιδρωμένη, περήφανη να είναι,
Χασάπης χοίρων, Μάστορας Εργαλείων,
Κουβαλητής Σιταριού
Παίχτης των Τραίνων και Χειριστής
των Φορτίων του Έθνους,

Chicago

Hog Butcher for the World, Tool Maker, Stacker of Wheat,
Player with Railroads and the Nation's Freight Handler;
Stormy, husky, brawling,
City of the Big Shoulders:
They tell me you are wicked and I believe them,
for I have seen your painted women
under the gas lamps luring the farm boys.
And they tell me you are crooked and I answer:
Yes, it is true I have seen the gunman kill
and go free to kill again.
And they tell me you are brutal and my reply is:
On the faces of women and children
I have seen the marks
of wanton hunger.
And having answered so
I turn once more to those who sneer at
this my city, and I give them back the sneer
and say to them:
Come and show me another city with lifted head
singing so proud
to be alive and coarse and strong and cunning.
Flinging magnetic curses amid the toil of piling job
on job, here is a tall bold slugger set vivid
against the little soft cities;
Fierce as a dog with tongue lapping for action,
cunning as a savage pitted against the wilderness,
Bareheaded,
Shoveling,
Wrecking,
Planning,
Building,
breaking,
rebuilding,
Under the smoke, dust all over his mouth,
laughingwithwhite teeth,
Under the terrible burden of destiny
laughing as a young man laughs,
Laughing even as an ignorant fighter laughs
who has never lost a battle,
Bragging and laughing that under his wrist is the pulse,
and under his ribs the heart of the people,
Laughing!
Laughing the stormy, husky, brawling laughter of Youth,
half-naked, sweating, proud to be
Hog Butcher, Tool Maker, Stacker of Wheat,
Player with Railroads and Freight Handler to the Nation.

Έφυγε

Ο καθένα αγαπούσε
την Τσικ Λόριμερ στην πόλη,
Πολύ
Ο καθένας μας την αγαπούσε.
Γιατί όλοι αγαπούμε μια ορμητική κοπέλα
που κρατά γερά το όνειρο που ποθεί
Κανείς δεν ξέρει τώρα που έχει πάει η Τσικ Λόριμερ
Κανείς δεν ξέρει το γιατί γέμισε το σεντούκι της
Με κάτι παλιο-πράγματα
Κι έφυγε.
Έφυγε με το μικρό της το σαγόνι
Περήφανα υψωμένο μπροστά της
Και τα απαλά της τα μαλλιά που αφρόντιστα ανεμίζαν
Κάτω από το μεγάλο της καπέλο.
Χορεύτρια, τραγουδίστρια, παθιασμένη ερωμένη,
Πάντα γέλαγε.
Να ήτανε 10 οι άνδρες ή 100
που κυνηγούσανε την Τσικ;
Να ήτανε 5 ή 50 που πόναγε η καρδιά τους;
Όλοι την αγαπούσανε την Τσικ Λόριμερ.
Τώρα κανείς δεν ξέρει που έχει πάει

ΓΛΩΣΣΕΣ

Δεν υπάρχουν χειρολαβές σε μια γλώσσα
Για να κρατηθούν οι άνθρωποι
Κάνοντας σημάδια για να την θυμούνται.
Ένας ποταμός είναι, αυτή η γλώσσα,
Μια φορά στα χίλια χρόνια
Σπάει σε νέα πορεία
Αλλάζοντας τη διαδρομή της προς τον ωκεανό.
Φερόμενα από τα βουνά υλικά
Κινούνται προς τις κοιλάδες
Κι από έθνος σε έθνος
Διασχίζουν σύνορα και αναμειγνύονται.
Οι γλώσσες πεθαίνουν σαν τα ποτάμια.
Οι λέξεις που τυλίγονται στη γλώσσα σήμερα
Και σπάνε σε σχήματα της σκέψης
Ανάμεσα στα δόντια και τα χείλη όπως μιλάνε
Τώρα και σήμερα
Θα απογίνουν ξέθωρα ιερογλυφικά
Δέκα χιλιάδες χρόνια από τώρα.
Τραγούδα – και τραγουδώντας – θυμήσου
Το τραγούδι σου πεθαίνει και αλλάζει
Και δε θα είναι εδώ και την επομένη
Περισσότερο απ’ τον άνεμο
Που φυσούσε δέκα χιλιάδες χρόνια πριν.

LANGUAGES

THERE are no handles upon a language
Whereby men take hold of it
And mark it with signs for its remembrance.
It is a river, this language,
Once in a thousand years
Breaking a new course
Changing its way to the ocean.
It is mountain effluvia
Moving to valleys
And from nation to nation
Crossing borders and mixing.
Languages die like rivers.
Words wrapped round your tongue today
And broken to shape of thought
Between your teeth and lips speaking
Now and today
Shall be faded hieroglyphics
Ten thousand years from now.
Sing—and singing—remember
Your song dies and changes
And is not here to-morrow
Any more than the wind
Blowing ten thousand years ago.