Κομφούκιος
ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
Τα «Ανάλεκτα» είναι μία συλλογή από ρήσεις και διαλόγους του Κινέζου στοχαστή και
φιλοσόφου Κομφούκιου. Καταγράφηκαν μετά τον θάνατο του από μαθητές του κι υστερα απο μαθητές των μαθητών του, τελικά συγκεντρώθηκαν
μετά απο 2 αιώνες και συγκρότησαν,
με παραλλαγές, το έργο που έχει σωθεί μέχρι τις μέρες μας.
|
Κομφούκιος
Ανάλεκτα
ΒΙΒΛΙΟ 1,
«ΜΕΛΕΤΑΣ ΚΑΙ...»
1.1 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος: Μελετᾶς καὶ τὴν κατάλληλη στιγμὴ ξεδιπλώνεις ὅ,τι ἔμαθες· δὲν εἶναι αὐτὸ χαρά; ᾿Απὸ τόπους μακρινούς φτάνουν οἱ φίλοι σου· δὲν εἶναι αὐτὸ ἱκανοποίηση;
Δὲν σὲ ἀναγνωρίζουν οἱ ἄλλοι καὶ δὲν δυσανασχετεῖς· δὲν δείχνει αὐτὸ ὅτι εἶσαι ἄριστος;
1.2 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος Γιό: Ὅσοι σέβονται γονεῖς κι ἀδέλφια σπανίως
ἀπειθοῦν στοὺς ἀνωτέρους. Νὰ στασιάσει ὅποιος δὲν ἀπειθεῖ στοὺς
ἀνωτέρους, αὐτὸ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτέ. Ὁ ἄριστος φροντίζει γιὰ τὴ
ρίζα· ὅταν στηθεῖ ἡ ρίζα, ἀνοίγει ἡ Ὁδός. Τὸ σέβας στοὺς γονεῖς καὶ
τ' ἀδέλφια δὲν εἶναι ἡ ρίζα τῆς τέλειας ἀνθρωπιᾶς;
1.3 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος: Περίτεχνες κουβέντες κι ἐπιτηδευμένη ὄψη σπανίως συμβαδίζουν μὲ τὴν τέλεια ἀνθρωπιά.
1.4 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος Τσέγκ: Καθημερινῶς, γιὰ τρία πράγματα ἐλέγχω
τὸν ἑαυτό μου: Φροντίζοντας τὶς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων, ἤμουν ὁλόψυχα πιστός; Στὴ συναναστροφὴ μὲ τοὺς φίλους, τήρησα τὸν λόγο μου; Ὅ,τι ἔχω διδαχτεῖ, ξεδιπλώθηκε στὶς πράξεις μου;
1.5 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος: Γιὰ νὰ καθοδηγήσεις χώρα χιλίων πολεμικῶν ἁρμάτων ὀφείλεις νὰ φροντίζεις μὲ σεβασμὸ τὰ καθήκοντά σου καὶ νὰ τηρεῖς τὸν λόγο σου· νὰ εἶσαι οἰκονόμος καὶ ν' ἀγαπᾶς τοὺς ἀνθρώπους·
ν' ἀγγαρεύεις τὸν λαό σου τὴν κατάλληλη ἐποχή.
1.6 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος: Οἱ νέοι, στὸ σπίτι σέβονται τοὺς γονεῖς, ἔξω τιμοῦν τοὺς μεγαλύτερους: προσεκτικοὶ στὰ λόγια, τὰ τηροῦν πάντοτε·
πλημμυρίζουν ἀγάπη γιὰ ὅλους, ὡστόσο συνδέονται στενὰ μόνο μὲ τοὺς τέλειους ἀνθρώπους· ἂν, ἀφοῦ τὰ ἐπιτελέσουν ὅλα ετοῦτα, διαθέτουν ἀκόμη δυνάμεις, μελετοῦν τὰ κείμενα.
1-7 Εἶπε ὁ Τσὶ Σιά: Τιμᾶ τὴ σοφία περισσότερο ἀπὸ τὴ γυναικεία ὀμορφιά· ὑπηρετώντας τὸν πατέρα καὶ τὴ μητέρα του ἐξαντλεϊ
ὅλες του τὶς δυνάμεις· ὑπηρετώντας τὸν ἡγεμόνα του προσφέρει ἀκόμη καὶ τὴ ζωή του στὴ συναναστροφή του μὲ τοὺς φίλους τηρεῖ πάντοτε τὸν λόγο ποὺ ἔδωσε:
Ἂς λένε ὅλοι οἱ ἄλλοι πὼς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἔχει μελετήσει, ἐγὼ μὲ βεβαιότητα σᾶς λέω πὼς ἔχει μελετήσει.
1.8 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος: Ἂν ὁ ἄριστος δὲν εἶναι σοβαρός, δὲν ἔχει κύρος· ὅ,τι μελετᾶ δὲν τὸ στεριώνει. Πάνω ἀπ' ὅλα εἶναι ὁλόψυχα πιστὸς καὶ τηρεῖ τὸν λόγο του. Δὲν ἐπιδιώκει φιλία μὲ ὅσους δὲν εἶναι ὅμοιοί του.
Ἂν διαπράξει σφάλμα δὲν δειλιάζει, τὸ ἐπανορθώνει.
1.9 Εἶπε ὁ Διδάσκαλος Τσέγκ: Μὲ κάθε ἐπιμέλεια οἱ τελευταῖες τιμές στοὺς γονεῖς, ἀκολουθοῦν οἱ θυσίες στοὺς μακρινούς προγόνους· τό τε ἡ ἀρετὴ τοῦ λαοῦ δυναμώνει.
[..]
ΒΙΒΛΙΟ 4, «ΣΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ, ΤΕΛΕΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ...»
4.1 Είπε ο Διδάσκαλος: Στον οικισμό, οι τέλειοι άνθρωποι είναι η ομορφιά. Αν επιλέξεις τόπο δίχως τέλειους ανθρώπους, πως να θεωρηθείς σοφός;
4.2
Είπε Διδάσκαλος: Δίχως τέλεια ανθρωπιά δεν μπορείς να αντέξεις για καιρό τη στέρηση, δεν μπορείς να αντέξεις για πολύ την ευχαρίστηση.
Ο τέλειος άνθρωπος αντλεί γαλήνη απο την τέλεια ανθρωπιά, ο σοφός επωφελείται από την τέλεια ανθρωπιά.
4.3
Είπε ο Διδάσκαλος: Μόνο ο τέλειος άνθρωπος μπορεί να αγαπάει τους ανθρώπους, μπορεί να μισεί τους ανθρώπους.
4.4
Είπε ο Διδάσκαλος: Αν οι προσδοκίες σου στρέφονται προς την τέλεια ανθρωπιά, δεν νιώθεις μίσος.
4.5 Είπε Διδάσκαλος: Τα πλούτη και οι τιμές είναι ό,τι επιθυμεί ο
άνθρωπος, αν όμως για να τα αποκτήσεις δεν ακολουθείς την Οδό, μην τα αποδεχτείς. Η φτώχεια κι η αφάνεια είναι ο,τι μισεί ο άνθρωπος
αν όμως για να τα αποφύγεις δεν θ' ακολουθήσεις την Οδό, μην τα αποφεύγεις.
Αν ο άριστος εγκαταλείψει την τέλεια ανθρωπιά, πώς θα δικαιώσει το όνομά του; Ο άριστος δεν παρεκλίνει από την τέλεια ανθρωπιά ούτε όσο διαρκεί το φαγητό του.
Σε στιγμές ταραχής, αυτήν ασπάζεται. Σε περιόδους κινδύνους, αυτή ασπάζεται.
4.6 Είπε ο Διδάσκαλος: Δεν έχω συναντήσει ούτε έναν πού ν' αγαπάει την τέλεια ανθρωπιά και να μισεί
ό,τι δεν είναι τέλεια ανθρωπιά. Όποιος αγαπάει την τέλεια ανθρωπιά, δεν θέτει τίποτα άλλο πάνω απ'
αυτήν όποιος μισεί ό,τι δεν είναι τέλεια ανθρωπιά, το φανερώνει με τις πράξεις του, δεν επιτρέπει να τον πλησιάσει
όποιος δεν είναι τέλειος άνθρωπος. Υπάρχει άνθρωπος πού, έστω μια μέρα μόνο, αφιερώνει όλες του
τις δυνάμεις στην τέλεια ανθρωπιά;Δεν έχω δει ούτε έναν που οι δυνάμεις του δεν επαρκούν γι' αυτό
πιθανόν να υπάρχει κάποιος, εγώ όμως δεν τον έχω συναντήσει.
4.7 Είπε ο Διδάσκαλος: Τα σφάλματα ενός ανθρώπου: το καθένα έχει να κάνει με το που ανήκει.
Παρατήρησε τα σφάλματά του και ξέρεις αν είναι ή όχι τέλειος άνθρωπος.
4.8 Είπε ό Διδάσκαλος: Την αυγή άκουσες κι έμαθες για την Οδό, το βράδυ μπορείς να πεθάνεις ήσυχος.
4.9 Είπε ό Διδάσκαλος: Με τον λόγο που επιθυμεί μεν ν' ακολουθήσει την Οδό,
νοιώθει όμως ντροπή για τα φτωχικά ρούχα και
το φτωχικό του φαγητό, δεν αξίζει να συζητάμε.
4.10 Είπε ο Διδάσκαλος: Ο άριστος, σε ό,τι έχει να κάνει με το βασίλειο, δεν ασπάζεται οριστικώς τίποτα,
δεν αρνείται οριστικώς τίποτα, κανόνας του είναι η δικαιοσύνη.
4.11 Είπε ό Διδάσκαλος: Ο άριστος έχει στο μυαλό του την αρετή, ο μικρός άνθρωπος
τη γη του ό άριστος έχει στο μυαλό του τον νόμο, ο μικρός άνθρωπος την εύνοια.
412 Είε δ Διδάσκαλος: Ένεργείς μόνο για το συμφέρον σου; θα σκοντάψεις στο μίσος.
4.13 Είπε ο Διδάσκαλος: Μπορείς και κυβερνάς το κράτος με τις Τελετές και τις δέουσες παραχωρήσεις.
Τι δυσκολίες θα έχεις; Δεν μπορείς να κυβερνήσεις το κράτος με τις Τελετές και τις δέουσες παραχωρήσεις.
Σε τι σου χρησιμεύουν οι Τελετές;
4.14 Είπε ο Διδάσκαλος: Μην στεναχωριέσαι πού δέν έχεις αξίωμα φρόν τιζε να είσαι ικανός για αξίωμα. Μην στεναχωριέσαι πού δεν σε
αναγνωρίζουν οι άλλοι φρόντιζε νά σαι άξιος να σε αναγνωρίσουν.
4.15 Είπε ο Διδάσκαλος: 'Αγαπητέ μου, Σέν! Ή Οδός μου είναι υφασμένη μ' ένα και μοναδικό νήμα.
Είπε ο Τσενγκ Τσί: Πράγματι. Όταν ό Διδάσκαλος έφυγε για λίγο,
οι άλλοι μαθητές ρώτησαν: Τι ήθελε να πει; Είπε ο Τσέγκ Τσί: Η Οδός του Διδασκάλου: ευπείθεια και επιείκεια, αυτό είναι όλο.
4.16 Είπε ο Διδάσκαλος: Ο άριστος κατανοεί ότι είναι δίκαιο, ο μικρός άνθρωπος κατανοεί ό,τι είναι επωφελές.
4.17 Είπε ο Διδάσκαλος: Βλέποντας έναν άξιο, σκέψου πώς θα του μοιάσεις, βλέποντας έναν ανάξιο, κοίταξε μέσα σου.
4.18 Επε ό Διδάσκαλος: Όταν ύπηρετείς τους γονείς σου να είσαι απαλός στις επιπλήξεις. Ας βλέπεις πως δεν ακολουθούν τις υποδείξεις σου,
παράμενε σεβαστικός, μην τους αντιμιλάς. "Ας σε κουράζουν, μην δυσανασχετείς.
4.19 Είπε ο Διδάσκαλος: Όσο ζουν οί γονείς σου μην ταξιδεύεις μακριά αν όμως χρειαστεί να ταξιδέψεις, να ξέρουν τον προορισμό σου.
4.20 Είπε ο Διδάσκαλος: "Αν στα τρία χρόνια δεν αλλάξει την Όδό του πατέρα του, μπορούμε να πούμε πώς είναι σεβαστικός γιος.
4.21 Είπε ο Διδάσκαλος: Την ηλικία του πατέρα και της μητέρας σου δεν γίνεται να μην την έχεις στο μυαλό σου: αφ' ενός με χαρά, αφ' ετέρου με φόβο.
4.22 Είπε ο Διδάσκαλος: Οι Παλαιοί δεν άφηναν εύκολα τα λόγια τους να βγούν προς τα έξω: ένιωθαν ντροπή αν δεν κατάφεραν να τα τηρήσουν.
4.23 Είπε ο Διδάσκαλος: Σπάνιο να παραπλανηθείς απ' την αυτοσυγκράτηση.
4.24 Είπε ο Διδάσκαλος: Ό άριστος επιθυμεί στα λόγια να είναι αργός,
στις πράξεις όμως γρήγορος.
4.25 Είπε ο Διδάσκαλος: Η αρετή δεν είναι ορφανή έχει πολλούς γειτόνους.
4.26 Είπε ο Διδάσκαλος : Όταν υπηρετείς τον ηγεμόνα, οι πολλές επικρίσεις οδηγούν στη δυσμένεια.
Στη συναναστροφή με τους φίλους σου οι πολλές επιχειρήσεις οδηγούν στην αποξένωση.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΆΛΛΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ
Είπε ο Διδάσκαλος: «Στα δεκαπέντε μου κυριεύτηκα απ' την
επιθυμία να μελετήσω, στα τριάντα στάθηκα στα πόδια μου, στα
σαράντα δεν είχα πια αμφιβολίες, στα πενήντα γνώριζα την
Ουράνια εντολή, στα εξήντα το αυτί μου είχε ασκηθεί να την
ακούει, στα εβδομήντα μπορούσα να ακολουθώ ό,τι επιθυμούσε η
καρδιά μου, χωρίς να παραβαίνω τους κανόνες». (Ανάλεκτα, 2.2)
«Μεταδίδω, δεν δημιουργώ». (Ανάλεκτα, 7.1)
«Ο Κομφούκιος, στο σπίτι και στο χωριό του ήταν απλός,
διστακτικός, σαν να μη μπορούσε να μιλήσει. Στον ναό των
Προγόνων και στην Αυλή μιλούσε με άνεση, πρόσεχε όμως πολύ
τα λόγια του». (Ανάλεκτα, 10.1)
«Στην Αυλή, όταν μιλούσε στους κατώτερους αξιωματούχους
ήταν εγκάρδιος, ευθύς• όταν μιλούσε στους ανώτερους
αξιωματούχους τυπικός και συγκρατημένος. Παρουσία του
πρίγκιπα, σεβαστικά ανήσυχος αλλά κι ατάραχος». (Ανάλεκτα,
10.2).
«Εισερχόμενος στο παλάτι του Δούκα, υποκλίνονταν βαθιά
σαν να μην είχε χώρο να περάσει. Όταν σταματούσε, ποτέ δεν
έστεκε όρθιος καταμεσής στην Πύλη, ποτέ επίσης, όταν βάδιζε,
δεν πατούσε το κατώφλι». (Ανάλεκτα, 10.4)
«Όταν νηστεύει φορά τον λινό Καθαρτήριο Χιτώνα. Όταν
νηστεύει δεν τρώει τα ίδια πράγματα, δεν κάθεται στη
συνηθισμένη θέση». (Ανάλεκτα, 10.7)
«Όταν στέλνει άνθρωπο, να μάθει νέα για κάποιον σε άλλη
χώρα, υποκλίνεται δύο φορές καθώς τον ξεπροβοδίζει».
(Ανάλεκτα, 10.11)
«Στο κρεβάτι δεν ξάπλωνε σαν το κουφάρι, στο σπίτι δεν
κάθονταν σαν να είχε επισκέπτη. Όταν συναντούσε κάποιον με
πένθιμα ρούχα, κι ας του ήταν οικείος, η όψη του άλλαζε [...]
Όταν συναντούσε κάποιον σε μεγάλο πένθος, υποκλίνονταν πάνω
από το καγκελάκι της άμαξάς του». (Ανάλεκτα, 10.17)
«Ο άριστος είναι σταθερός γιατί έχει αρχές, όχι γιατί έχει
πείσμα». (Ανάλεκτα, 15.37)
«Ό,τι αναζητεί ο άριστος στον εαυτό του, ο μικρός άνθρωπος το
αναζητεί στους άλλους». (Ανάλεκτα, 15.21)
«Μόνο οι πιο σοφοί και οι πιο ηλίθιοι δεν αλλάζουν γνώμη».
(Ανάλεκτα, 17.3)
Ο Τσι Τσαγκ ρώτησε τον Κομφούκιο για την τέλεια ανθρωπιά
[ρεν]. Είπε ο Κομφούκιος: «Όποιος μπορεί να πραγματώνει
οπουδήποτε τις Πέντε Αρετές, είναι τέλειος άνθρωπος».
Παρακάλεσε να τις ακούσει. Είπε ο Κομφούκιος: «Σεβασμός,
γενναιοδωρία, ειλικρίνεια, εξυπνάδα, ευσπλαχνία: Σεβαστικός;
Δεν ταπεινώνεσαι. Γενναιόδωρος; Κερδίζεις το πλήθος.
Ειλικρινής; Σ' εμπιστεύονται οι άνθρωποι. Έξυπνος; Επιτυγχάνεις
πολλά. Ευσπλαχνικός; Αρκεί αυτό για να 'χεις στην υπηρεσία σου
άλλους». (Ανάλεκτα, 17.6)
Είπε ο Διδάσκαλος: «Θα 'θελα να πάψω να μιλώ!» Είπε ο Τσι
Κογκ: «Διδάσκαλε, αν πάψεις να μιλάς, τι θα 'χουμε εμείς οι
μαθητές να μεταδώσουμε;» Είπε ο Διδάσκαλος: «Μίλησε ποτέ ο
Ουρανός; Κι όμως οι τέσσερις εποχές συνεχίζουν την πορεία τους,
τα όντα δεν παύουν να γεννιούνται. Μίλησε ποτέ ο Ουρανός;»
(Ανάλεκτα, 17.19)
«Ο άριστος πάνω απ' όλα θέτει τη δικαιοσύνη. Ο άριστος που
είναι γενναίος και δεν είναι δίκαιος θα στασιάσει. Ο μικρός
άνθρωπος που είναι γενναίος και δεν είναι δίκαιος, θα κλέψει».
(Ανάλεκτα, 17.23)
|